Όπως επανειλημμένως έχω πει, πηγαίνω σ’ ένα μπαρ του κέντρου και πίνω. Όχι πολύ. Πίνω σεμνά, γιατί πριν από λίγα χρόνια με είχε πειράξει κι έβγαζα πετέχειες στα πόδια, πίνω αργά για να ρεμβάζω και προπάντων πίνω μόνος (όσο μπορώ): θεωρώ, όπως και ο Καβάφης, «φιλεύσπλαχνο και μάγο» το οινόπνευμα― μπορείς να μιλάς με σκιές και ν’ αντέχεις.

 

Όταν πίνω, δεν θέλω ν’ ακούω μουσική. Έχει μια βυθιότητα η κατάσταση, που της ταιριάζει η ησυχία. Μ’ αρέσει να στέκομαι στην μπάρα, όσο αντέχω όρθιος. Αν παραπιώ, με γαργαλάει εσωτερικά η μύτη μου. Είναι η συγκίνηση, πότε για το ένα πότε για το άλλο. Δεν την αφήνω να πάρει διαστάσεις (μάς βλέπουν κιόλας).

 

Σ’ αυτό το μπαρ πηγαίνω χρόνια, γιατί οι πότες είναι (μάλλον ήταν) σοβαροί. Προσδίδουν (μάλλον προσέδιδαν) μια άτυπη θρησκευτικότητα στο μέρος - όπου συνήθως πάω να επαναφέρω μέσα μου πρόσωπα που δεν υπάρχουν στη ζωή μου πια― πέθαναν ή εξαφανίστηκαν, κι όμως ακόμα μιλάω μαζί τους (ή τσακώνομαι). Αυτή η τελετή, που γίνεται αυτοματικά, με μόνο τυπικό τις στερεότυπες κινήσεις του ανθρώπου που βάζει το ποτό, θέλει μια επισημότητα για ν’ αντέξει, διότι κατά βάσιν είναι γελοία, είναι υπερβολική για μια αμνήμονα κοινωνία σαν τη δική μας. Γελοία, ξεγελοία, την τελώ.

 

I know where I'm going (1945)
I know where I'm going (1945)

 

Το μπαρ που μ’ αρέσει θέλω να έχει δυνατά φώτα. Μ’ αρέσει το κάπως δριμύ σκωτσέζικο ουίσκι, που το πίνω με νερό. Όταν υπάρχουν λεφτά, πίνω 12άρια και 20άρια - σκέτα. Το ιδανικό μου μπαρ έχει ξύλινη επένδυση στους τοίχους, τρόπαια από κυνήγια, δρύινη μπάρα - την ατμόσφαιρα που υπάρχει στο φιλμ του 1945 Ι know where I ‘m going, συνοπτικά: το πούσι των Highlands. Δεν έχω βρει τέτοιο μπαρ στην Αθήνα.

 

Μαζί με το ουίσκι μου προτιμώ ψημένο ψωμί με βούτυρο και λίγη σκέτη ντομάτα. Οι γκουρμέ μού λένε ότι δεν ταιριάζει - ας λένε.

 

Καμιά φορά, σπάνια πλέον, μετά το μπαρ αυτό, με πιάνει μια σειριακή παρόρμηση και πάω απ’ το ένα στο άλλο. Συνήθως καταλήγω σε μέρη που παίζουν σκαρταδούρες. Τότε η εσωτερική φωνή σαν ν’ αποκτάει echo, παύω ν’ ακούω τον εαυτό μου και βαριέμαι γρήγορα. Αν δεν βαρεθώ, τη βάψαμε - γυρνάω κουρέλι. Για να οδηγήσω, κλείνω το ένα μάτι.

 

Το να πίνεις, όταν πίνεις σωστά, είναι μια πράξη ισοδύναμη της φιλοσοφίας. Είναι οι διορθώσεις σε ό,τι έχει γράψει μέσα σου. Μπορεί να κάτσω έξι-εφτά ώρες σερί κλωθογυρίζοντας ένα όχι, ένα βλέμμα ή ένα άγγιγμα που διυλίζω την έντασή του, πώς χτυποκάρδισε, με τι ταχύτητα μπήκαν ξανά τα χέρια στις τσέπες, κάποια αναποφασιστικότητα στην κίνηση και τα λοιπά και τα λοιπά - κι απ’ όλα αυτά τα εντελώς σωματικά πράγματα, να βγάλω ένα  συμπέρασμα συντριπτικό για τη φύση των ανθρώπων και το νόημα του κόσμου, που με αφήνει άναυδο. Τότε αισθάνομαι πολύ ενήλιξ. Αλλά μ’ αρέσει να παρακολουθώ το σκαμπανέβασμα των ανθρώπων - είναι το βίτσιο μου.

 

Αν συγκινηθώ με κάποια σκέψη, πράγμα που λόγω ηλικίας είναι σύνηθες, το γαργαλητό στη μύτη που λέγαμε εντείνεται - και βουρκώνει τα μάτια. Γελοιότητες, δηλαδή. Τις κόβω μαχαίρι και φεύγω.

 

Είναι ωραίο να πίνεις. Είναι ωραίο να γυρίζεις στο σπίτι σου μέσα από άδειους δρόμους. Είσαι ανέμελος, αμέριμνος, με ελαφριά συνείδηση - αλλά είσαι συνήθως μελαγχολικός.