Τετάρτη μεσημέρι στην καρδιά της αθηναϊκής Chinatown, στην Αγησιλάου ακριβώς πίσω από το ΙΚΑ, ψάχνω τα γραφεία της κινέζικης εφημερίδας. Νούμερα πουθενά. Προσπερνάω μια παρέα από Κινέζες που πουλάνε πλαστικά μπολ με φαγητό, απλωμένα σε τσίγκινα τραπέζια, ποικιλία φρεσκοτηγανισμένων γλυκών και εξωτικά λαχανικά σε καλάθια που μοιάζουν με μαρούλια με τεράστια φύλλα. Επιχειρώ να ρωτήσω πού βρίσκεται το νούμερο 43, στην αρχή στα ελληνικά, μετά στα αγγλικά - τζίφος. Με κοιτάζουν με απορία και κουνάνε τα κεφάλια τους. Οι ιδιοκτήτες των μαγαζιών που βρίσκονται παραταγμένα στη σειρά κολατσίζουν στο δρόμο, νέα παιδιά κάθονται βαριεστημένα δίπλα στους κάδους σκουπιδιών. Η εικόνα οικεία, θυμίζει τις σκηνές των αντίστοιχων παροικιών σε μεγαλουπόλεις του κόσμου, μόνο που η δικιά μας Chinatown περιορίζεται στο κτίριο που στεγάζονται γραφεία εισαγωγών κι εξαγωγών και της«China Greece Times», της μόνης εφημερίδας που κυκλοφορεί στην Ελλάδα στα κινέζικα.

«China Town» είναι το όνομα που έχουν δώσει στο κτίριο, και πραγματικά, είναι το μόνο που σε βάζει σε ασιατική ατμόσφαιρα από το πρώτο σου βήμα. Πανό με κινέζικα ιδεογράμματα, κόκκινα φανάρια και επιγραφές, αγγελίες στους τοίχους και τις κολόνες, όλα σε προϊδεάζουν ότι είναι περίοδος γιορτής: η κινέζικη Πρωτοχρονιά του σεληνιακού έτους 2008, που ξεκινάει στις 7 Φεβρουαρίου. Φέτος είναι η χρονιά του Αρουραίου, στα φυλλάδια που υπάρχουν στα γραφεία της εφημερίδας, ωστόσο, έχει γίνει «η χρονιά του Ποντικού», προφανώς για να αποφύγουν τους συνειρμούς. «Το αρουραίος θυμίζει κάτι κακό στα ελληνικά, έτσι δεν είναι;» με ρωτάει ο Robin Wang, ο νεαρός εκδότης που με υποδέχεται. Του περιγράφω τις αντιδράσεις των Κινέζων όταν τους ζητάς πληροφορίες και γελάει. «Δεν είναι όλοι οι Κινέζοι υπερβολικά ντροπαλοί» μου λέει. «Φαίνεται ότι δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί σας, είναι πολύ δύσκολη η γλώσσα σας, κάποιες προφορές δεν υπάρχουν καν στη δική μας. Είναι και η νοοτροπία διαφορετική. Η Ελλάδα είναι ένας άλλος κόσμος για μας, δεν είναι απλά μια άλλη χώρα. Στην αρχή νομίζουμε ότι θα αισθανθείτε ανταγωνιστικά και νιώθουμε ότι κάνουμε κάτι κακό, το ίδιο που φαντάζομαι αισθάνονται κι οι Έλληνες απέναντί μας, όταν όμως εξοικειωθούμε μαζί σου είμαστε πολύ φιλικοί και πολύ εγκάρδιοι. Δεν απαντάνε σε ερωτήσεις, είναι φυσικό. Δεν ξέρουν τι θέλεις από αυτούς, τι θέλεις να κάνεις, είναι και θέμα διαφορετικών συνηθειών. Δεν απαντάνε ευθέως, όπως δεν απαντάνε και οι άλλοι ξένοι, δεν είναι μόνο κινέζικο το φαινόμενο. Οι Έλληνες έχουν την εντύπωση ότι είμαστε ντροπαλοί ή φοβόμαστε, επειδή δεν υπάρχουν πολλοί Κινέζοι που μιλούν καλά ελληνικά. Οι περισσότεροι έχουν έρθει εδώ για δουλειά και δεν έχουν χρόνο να μάθουν τη γλώσσα. Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος».

Η εβδομαδιαία κινέζικη εφημερίδα κυκλοφορεί τα τελευταία τρία χρόνια σε 12 σημεία της Αθήνας, τρία της Θεσσαλονίκης και στην Κύπρο, και είναι το μόνο έντυπο που μπορεί να διαβάσει κάποιος Κινέζος που ζει εδώ στη γλώσσα του. «Στο ξεκίνημα του 2005 είδαμε ότι δεν υπήρχαν κινέζικα media στην Ελλάδα, παρ' όλο που ο ανεπίσημος αριθμός αυτών που ζουν μόνιμα εδώ είναι περίπου 20 χιλιάδες - ακριβή αριθμό δεν μπορεί να σου δώσει ούτε η κινεζική πρεσβεία. Πολλοί άνθρωποι έχουν πρόβλημα επικοινωνίας με την υπόλοιπη κοινωνία, επειδή δεν μιλάνε ελληνικά» εξηγεί. «Θέλαμε να τους βοηθήσουμε επίσης να έρθουν πιο κοντά, να γίνουμε μια γέφυρα επικοινωνίας. Μαζέψαμε κάποιους ανθρώπους, βρήκαμε αυτό το γραφείο στην China Town και φτιάξαμε την εφημερίδα».

Την «China Greece Times» τη γράφουν τέσσερις δημοσιογράφοι στην Αθήνα και ένας στη Θεσσαλονίκη, πουλάει γύρω στα 300 φύλλα την εβδομάδα και στην Αθήνα είναι διαθέσιμη σε δύο περίπτερα: ένα στο Σύνταγμα και ένα στην Ομόνοια. Υπάρχει και σε κάποια απ' τα κινέζικα μαγαζιά. «Επειδή δεν καλύπτουμε μόνο την Αθήνα αλλά όλη την Ελλάδα, προσπαθούμε να έχουμε κάθε είδους πληροφορία στην εφημερίδα μας», λέει, «νέα από την Ελλάδα, την Κίνα, τον κόσμο. Έχουμε μέχρι μαθήματα ελληνικών και κινέζικων!».

«Ήρθα στην Ελλάδα πριν από 5 χρόνια», συνεχίζει, δηλώνοντας προκαταβολικά ότι ντρέπεται για τα ελληνικά που μιλάει, στην ουσία ελάχιστα. «Ήρθα και συνέχισα τις σπουδές μου εδώ, κι όταν τέλειωσα σκέφτηκα να κάνω μπίζνες, αλλά ξεκίνησα την εφημερίδα. Δούλεψα κάνοντας μεταφράσεις για κάποια media, άρχισα όμως να έχω προβλήματα με τη βίζα μου και δεν μπορούσα να κάνω συμβόλαιο μαζί τους, όσο κι αν τους άρεσα. Το 2005 σκέφτηκα να κάνω κάτι μόνος μου, κάτι πιο σταθερό, έτσι προέκυψε η "China Greece Times"».

Τον ρωτάω ποιος είναι ο λόγος που ένας νέος άνθρωπος επιλέγει να μεταναστεύσει στη χώρα μας, τι περιμένει να βρει εδώ; «Δεν την επέλεξα την Ελλάδα, σκεφτόμουν να συνεχίσω τις σπουδές μου στις Βρυξέλλες, αλλά η βίζα μου είχε πρόβλημα, έτσι βρέθηκα εδώ. Πρέπει να ξέρεις ότι η Ελλάδα δεν είναι η πρώτη επιλογή των Κινέζων, είναι όμως ευρωπαϊκή χώρα και αν βγάλεις βίζα μπορείς, τουλάχιστον, να ταξιδέψεις εύκολα σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Ήταν 2002 και ήταν έτσι κι αλλιώς ωραίο μέρος να έρθεις, λόγω Ολυμπιακών. Οι Ασιάτες γενικά αναφέρουν ότι η Ελλάδα είναι ένας καλός τόπος».

Οι κινέζικες επιχειρήσεις περιορίζονται κυρίως σε εμπορικά μαγαζιά, φτηνά ρούχα, παπούτσια, είδη για το σπίτι, ελάχιστα εστιατόρια και τρύπες με delivery σε πολύ λογικές τιμές στους δρόμους πέριξ της Ομόνοιας: Αγησιλάου, Ευριπίδου, Σωκράτους, Λυκούργου, Λεωνίδου, Κολοκυνθούς, Πειραιώς και Κεραμεικού σχηματίζουν τα όρια του εμπορικού κέντρου που μπορεί να θεωρηθεί μιαChinatownστα σπάργανα, με φτηνά ενοίκια και μηδενικό ποσοστό ανεργίας. Αρκεί να είσαι Κινέζος. Είναι άραγε η Αθήνα η ευρωπαϊκή Γη της Επαγγελίας για τους Κινέζους;

«Είναι ωραία εδώ, μου αρέσει», λέει, «νομίζω ότι μπορεί να βρει κάποιος εύκολα διαμέρισμα, δουλειά. Δεν είναι δύσκολο να βρεις δουλειά αν είσαι Κινέζος, επειδή υπάρχουν τόσα πολλά κινέζικα μαγαζιά πια. Αρκεί να μιλάς κινέζικα. Μπορείς να βρεις δουλειά και να μάθεις σιγά σιγά τη γλώσσα, βήμα βήμα. Είναι πιο εύκολο απ' ό,τι για τους άλλους λαούς που έρχονται σαν μετανάστες, ειδικά στην αρχή, που δεν ξέρουν ελληνικά. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο για κάποιον ξένο. Για τους Κινέζους είναι ΟΚ».

«Μου αρέσει η Αθήνα», προσθέτει, «περισσότερο η εντυπωσιακή θέα της πόλης, ειδικά η Ακρόπολη. Τα αγαπημένα μου μέρη είναι το Σύνταγμα, η Γλυφάδα, η Πλάκα. Αυτό που με ενοχλεί η κατάσταση στην Ομόνοια».

Όταν η συζήτηση ξεφεύγει από την εφημερίδα είναι αρκετά επιφυλακτικός, προσεκτικός σε όσα λέει. «Για την κινέζικη εφημερίδα μπορώ να σου πω τα πάντα», μου ξεκαθαρίζει, «για την κινέζικη κοινότητα όμως μπορώ να σου πω μόνο λίγα πράγματα. Για τους περισσότερους που βρίσκονται εδώ δεν ξέρω να σου πω τίποτα, ούτε τι κάνουν, αν ζουν καλά, αν υπάρχει βοήθεια... Δεν νομίζω ότι υπάρχουν ειδικές συμφωνίες και προνόμια για τους Κινέζους που θέλουν να έρθουν στην Ελλάδα. Τουλάχιστον απ' όσα ξέρω εγώ, απ' αυτά που ζω. Δεν νομίζω ότι οι Κινέζοι έχουν παρόμοιες συμφωνίες με οποιαδήποτε χώρα για μετανάστευση. Θα 'πρεπε να ρωτήσεις την κινέζικη πρεσβεία».

Του ζητάω να σχολιάσει όλα αυτά που ακούγονται, για επιδότηση επιχειρήσεων από την κυβέρνηση της Κίνας, μέχρι προνόμια για να έρθει κάποιος Κινέζος και να κάνει μπίζνες στην Ελλάδα. «Γράφονται απίστευτα πράγματα. Στην αρχή με ρωτούσαν από τα ελληνικά media αν οι Κινέζοι παίρνουν κάποια επιχορήγηση απ' την κυβέρνηση ή τα κινέζικα media. Κάθε φορά τα ίδια. Αυτό δεν ισχύει καθόλου. Δεν συμβαίνει με τους Κινέζους. Σκέψου πόσοι Κινέζοι υπάρχουν εδώ, είναι δυνατόν να τους χρηματοδοτήσει η κυβέρνηση και να τους στηρίξει; Σίγουρα όχι».

Του εκφράζω την απορία γιατί δεν βλέπω πουθενά Κινέζους τη νύχτα, παρ' όλο που κάποιοι ζουν αρκετά χρόνια εδώ. Γιατί άραγε δεν κάνουν παρέα με Έλληνες ούτε συχνάζουν σε μέρη τους; «Είναι μια ερώτηση που την ακούω από τότε που ήρθα. Αν δεν μιλάμε καλά ελληνικά, νομίζεις ότι μπορούμε να πάμε σε μπαρ για να αποκτήσουμε κοινωνικές σχέσεις με Έλληνες; Δεν είναι μόνο η διαφορά κουλτούρας, οι λόγοι είναι περισσότερο πρακτικοί. Μετά από τόσο σκληρή δουλειά, το Σαββατοκύριακο η μόνη επιλογή τους είναι να μείνουν στο σπίτι. Παίζουν πόκερ ή άλλα παιχνίδια, αυτή είναι η μόνη διασκέδασή τους. Δεν υπάρχουν κινέζικα κλαμπ στην Αθήνα. Συνήθως πηγαίνουμε σε εστιατόρια με τους φίλους μας να συζητήσουμε». Μου μιλάει για τις διαφορές στις νοοτροπίες, ακόμα και σε συγκεκριμένες συμπεριφορές που μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα. Παρεξηγήσεις χωρίς λόγο. «Έχουμε διαφορετικό τρόπο για να δείχνουμε τα νούμερα», λέει, «νομίζω ότι οι Έλληνες δεν δείχνουν ανοιχτή την παλάμη τους όταν θέλουν να δείξουν το πέντε, κάτι που μπορούμε να κάνουμε στην κουλτούρα μας. Κι όταν δείχνουμε πέντε με την παλάμη μας ανοιχτή, δεν σημαίνει ότι μουντζώνουμε τους Έλληνες με τους οποίους μιλάμε...».