Παλιά τα πουλάγανε ως την απόλυτα ελληνική πατέντα. ΟΚ, open air σινεμά υπάρχουν σε πολλά μέρη του κόσμου, αλλά η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα αποτελούν εδώ και δεκαετίες μέρος της καλοκαιρινής ιεροτελεστίας.

 

Είτε πρόκειται για την Αθήνα, είτε για τα νησιά και την επαρχία, είτε μιλάμε για ταινίες α' προβολής που απλόχερα πλέον προσφέρουν (συχνά πιο απλόχερα απ' όσο μπορεί το ελληνικό κοινό να αντέξει) οι εταιρείες διανομής, είτε για επανεκδόσεις κλασικών και αγαπημένων, ή απλά για τις μεγάλες επιτυχίες της χειμερινής σεζόν που δεν προλάβαμε να δούμε (αν και αυτό, το τελευταίο, κάπως φθίνει τα τελευταία χρόνια με τις γνωστές μεθόδους νόμιμης ή παράνομης «σπιτικής» παρακολούθησής τους), τα θερινά σινεμά είναι στις πρώτες προτεραιότητες της καλοκαιρινής διασκέδασης των Ελλήνων.


Τα αγαπάμε, τα τιμάμε, τα χρειαζόμαστε, αλλά μερικές φορές θέλουμε να γκρινιάξουμε για κάποια πραγματάκια που θα μπορούσαν να βελτιωθούν (ακούτε, αιθουσάρχες;). Αλλά, από την άλλη, και να μην αλλάξει απολύτως τίποτα, πάλι θα τα αγαπάμε, θα τα τιμάμε και θα τα χρειαζόμαστε, ακριβώς όπως είναι, γιατί πολύ απλά η παρακολούθηση μιας καλής ταινίας κάτω από τα αστέρια, στο μέσο για το οποίο κατασκευάστηκε, είναι μια εμπειρία μοναδική που όμοιά της δεν υπάρχει, όπως και η αίσθηση ξεγνοιασιάς που σου προσφέρει.

 

Σινέ Όασις. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Σινέ Όασις. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

Περίπου όπως στην καρτοκινητή ευγνωμονούμε πλέον τη νέα Q, που ήρθε για να κάνει τα απλά, αυτονόητα, και να φέρει πίσω την πολυπόθητη ξεγνοιασιά, καθώς είναι η μόνη καρτοκινητή με αυτόματη ενεργοποίηση και αυτόματο «refill». Μόνο αν έχεις Q ενεργοποιείται το πακέτο σου αυτόματα κάθε μήνα, χωρίς να τρέχεις. Βάζεις ΚΙΟΥ ΣΤΑΡ και ξενοιάζεις. Όπως θα έπρεπε να είναι και το ποπ κορν στο θερινό δηλαδή. Να γεμίζει μόνο του! Ωστόσο, επειδή δεν είναι όλα τα απλά, αυτονόητα, έχουμε και λέμε:


Ποτηροθήκη: Η γενιά μου έχει συνηθίσει να εναποθέτει τους «κουβάδες» αναψυκτικών στις πιο-βολικές-δεν-έχει ποτηροθήκες των καθισμάτων. (Βέβαια, ποτέ δεν κατάλαβα αν η «σωστή» θέση που πρέπει να καβατζάρεις είναι στα αριστερά ή στα δεξιά του καθίσματος – προφανώς σχετίζεται με το αν είσαι αριστερόχειρας ή δεξιόχειρας, αλλά τι γίνεται στην άβολη περίπτωση που ένας δεξιόχειρας κάθεται στα αριστερά ενός αριστερόχειρα; Άλλη συζήτηση). Όταν μάλιστα η φάση θερινό διανθίζεται από μπίρες, γρανίτες και άλλα απολαυστικά ροφήματα, η ποτηροθήκη είναι σχεδόν επιβεβλημένη. Θα μου πεις, γι' αυτό υπάρχουν διάσπαρτα τα τραπεζάκια. Θα σου πω ότι δεν φτάνουν για όλους. Όποιος καταφέρει να πατεντάρει φορητή ποτηροθήκη για τις καρέκλες των θερινών θα τον ευγνωμονεί αιώνια το σινεφίλ κομιούνιτι.

 

Φωτο: Γιώργος Πλανάκης / LiFO
Φωτο: Γιώργος Πλανάκης / LiFO


Καρέκλες: Η ποτηροθήκη δίνει πάσα στο δεύτερο κάπως προβληματικό θέμα των θερινών. Εντάξει, δεν είναι και Ηρώδειο, μπορεί να γίνομαι υπερβολικός, αλλά συχνά το «πιάστηκα» είναι λίγο για να περιγράψει αυτό που νιώθεις όταν σηκώνεσαι μετά από δύο ώρες καθιστής θέασης. Οι παλιές λευκές καρέκλες - σήμα κατατεθέν της '80s-'90s ελληνικής θερινής ραστώνης έχουν αντικατασταθεί στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά οι αντικαταστάτριές τους δεν σημαίνει ότι είναι πιο βολικές! Μαξιλαράκια και λοιπά αξεσουάρ επιστρατεύονται για να απαλύνουν την εμπειρία και να ελαχιστοποιήσουν τα «κρακ» που ακούγονται μαζικά κατά την έξοδο, αλλά και πάλι, συχνά αναπολείς τις χειμωνιάτικες τεράστιες πολυθρόνες και τη θαλπωρή με την οποία σε αγκαλιάζουν.

 

Σινέ Φλοίσβος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Σινέ Φλοίσβος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO


Χώρος στα πόδια για πάνω από 1,75: Φίλος σινεφίλ, ψηλός, 2 μέτρα, κάνει αγώνα κάθε φορά για να πιάσει «διάδρομο» (καθώς οι θέσεις, ως γνωστόν, στα θερινά σπάνια είναι αριθμημένες), μπας και καταφέρει να βολέψει τα δίμετρά του χωρίς να γίνει οριγκάμι. Εγώ δυο μέτρα δεν είμαι, δυστυχώς ή ευτυχώς, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που μπορώ να νιώσω λίγη από την αγωνία του. Γι' αυτό και συχνά πηγαίνω πρώτα για να τσεκάρω τι παίζει από θέσεις, και μετά τον καλώ να βάλει φτερά στα πόδια και να προλάβει τη θέση που του κράτησα. Θα 'πρεπε να είναι πιο απλό. Βασικά αν όλα ήταν απλά, θα έκλεινες ένα εισιτήριο σινεμά για σένα και για τους φίλους που θα καλούσες, θα κερδίζατε δωρεάν εισιτήρια για να τιμήσετε την παρέα σας. Προς το παρόν, επειδή αυτά τα πράγματα είναι επιστημονική φαντασία, μπορείς να καλέσεις τους φίλους σου στην Q (να κάνεις ΚΟΝΕ δηλαδή) και να κερδίσετε από 12 GB ο καθένας. Πάντως, επιστρέφοντας στο θέμα μας, αγαπητοί αιθουσάρχες, δεν χάλασε ο κόσμος να αφήσετε λίγο παραπάνω χώρο μεταξύ των σειρών, ακόμα κι αν χρειαστεί να θυσιάσετε μερικές θέσεις. Η εμπειρία θα γίνει απολαυστικότερη και πιο ταιριαστή με την ξεγνοιασιά που οφείλει να φέρει η θέαση μιας ταινίας σε θερινό, αφήστε που δεν θα γίνονται συνειρμοί με τις low cost αεροπορικές εταιρείες (δεν έχω χειρότερο). Εδώ ολόκληρη Q έφερε την επανάσταση με το πακέτο ΚΙΟΥ ΣΤΑΡ κι έγινε η πρώτη καρτοκινητή που έθεσε επιτέλους χρέωση ανά δευτερόλεπτο. Εσείς δεν θα μπορέσετε;

 

 


Καλές ταινίες: Οι επανεκδόσεις είναι σαφώς μια εξαιρετική επιλογή. Φιλμ που έχουν αντέξει στον χρόνο και δεν χορταίνουμε να βλέπουμε ξανά και ξανά ή να ανακαλύπτουμε για πρώτη φορά στο φυσικό τους περιβάλλον. Όμως η αλήθεια είναι ότι μαζί τους κυκλοφορεί και αρκετό «ξεσκόνισμα ραφιών». Σχεδόν κάθε εβδομάδα βγαίνουν ταινίες που έχουν ξεμείνει στον προγραμματισμό των εταιρειών διανομής και ειδικά τα τελευταία χρόνια έχουμε δει πολλή κακή γαλλική κωμωδία, μέτριο ισπανικό αστυνομικό και καθόλου αστεία ιταλική φάρσα. Χίλιες φορές να ξαναδώ για δέκατη φορά έναν Όρσον Γουελς παρά το σίκουελ εκείνης της γαλλικής μπαρούφας που μπορεί να «έσπασε ταμεία» στη χώρα της αλλά μάλλον μόνο οι Γάλλοι γέλασαν.


WC χωρίς ουρά: Κάτι η μπίρα, κάτι το καλοκαιρινό αεράκι, νομίζω η στατιστική θα μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι στα θερινά η επίσκεψη στην τουαλέτα, στο διάλειμμα ή/και κατά τη διάρκεια της προβολής είναι πιο πιθανή, σε σχέση με τις χειμερινές αίθουσες. Δυστυχώς εδώ το θέμα είναι χωροταξικό. Οι μεγάλες, πολλαπλές τουαλέτες απουσιάζουν κι έτσι οι ουρές που συχνά δημιουργούνται ξεπερνούν κατά πολύ τη διάρκεια του διαλείμματος. Να κι ένα ζήτημα απλό, αυτονόητο, αλλά κάπως δισεπίλυτο. Για πιο απλά πράγματα που έγιναν αυτονόητα, έχουμε Q.