photo Σπύρος Στάβερης

 

Την πρώτη φορά την είδα καθισμένη σε μια καρέκλα στα χέρια μιας γυναίκας που την έβαφε για το γύρισμα της συνεργασίας της με το S-even X. Συνεντεύξεις με πρόσωπα της εκλογής της. 1991, μόλις είχα έρθει στο νέο σπίτι. Τα πράγματα  ήταν ακόμα σε κούτες, σε νάιλον σακούλες. Πόναγε το αυτί μου. Η συνάντηση ήταν στα Μελίσσια, στούντιο ΑΤΑ. Έλαμπε ανάμεσα στα πρόσωπα που την περιστοίχιζαν Σκύβοντας είπε: Μισώ δύο πρόσωπα τον Σαρτόρι και τον....Ο Σαρτόρι  είχε γράψει στο οδός Πανός κάτι για την ίδια που δεν της άρεσε καθόλου.

 

Τηλεόραση σημαίνει, συνέχισε, φωτισμός. Κάνε υπομονή. Χωρίς σωστό φωτισμό, δεν υπάρχει τηλεόραση. Και κάμερες, καλά μηχανήματα, οπερατέρ που τραβούν γωνίες και πρόσωπα...

 

Έλαμπε! Οι βλεφαρίδες της είχαν κάτι από το πέταγμα μια πεταλούδας, ενός αγγέλου σε βιτρίνα ζαχαροπλαστείου παραμονές Χριστουγέννων. Η φωνή της, όταν άρχισε το γύρισμα, μακρόσυρτη, ηθοποιού που παίζει το ρόλο του τέλεια, ιέρεια που εκμαιεύει τα δύσκολα-χαριτωμένα και αυστηρά. Ερωτική σαν την Μαίριλυν στην Πατησίων, στο λιμάνι του Πειραιά. Ζητούσε να μάθει για σένα και δεν είχε αναστολές. Σαν να σε είχε καλέσει σε ένα χορό όπου ήταν ο καβαλιέρος και συ η ντάμα. Εκεί που ηρεμούσε, ρωτώντας, ξαφνικά ανήρχετο κάνοντας γκελ με την πρόκληση, το χάος.Ένα παιχνίδι ήταν όλο το γύρισμα. Αυτή, σαν τη βασίλισσα στα παραμύθια , ήταν μέσα από τον καθρέφτη μια φωνή, μια ύπαρξη που την έπεφτε στα αντικείμενα., στα πρόσωπα που την περιέβαλαν, κάνοντας τα λίμπα.

 

Κύλησαν οι ώρες και η εκπομπή τελείωσε. Όπως ένα όνειρο. Κατεβήκαμε τα σκαλιά. Αυτή η γυναίκα, σκεφτόμουνα, καθώς άφηνα πίσω μου το στούντιο, ψάχνοντας για ταξί, δεν κάνει εκπομπές, κάνει χορευτικές κινήσεις, αφήνοντας τον άλλον να αφεθεί ελεύθερα.Γίνεται ένας ευγενικός, γιατρός που θέλει να μάθει λεπτομέρειες μιας αρρώστιας που σε σημάδεψε.

 

Πάρε με ότι ώρα θέλεις, όπια ώρα θέλεις τηλέφωνο.Κοιμάμαι πολύ αργά. Άκουγα την φωνή της στα αυτιά μου. Πόσοι στο έχουν πει; Δεν της τηλεφώνησα ποτέ. Δεν άκουσα την αναπνοή της μες στο σκοτάδι ή όταν ξημέρωνε. Κοιμόμουν βαθιά βλέποντάς την να ψήνει καφέ ή να κοιτά στο τζάμι την βροχή που πέφτει. Να σημειώνει σε ένα βιβλίο μια λέξη, να γράφει σ’ ένα χαρτί.

 

Όταν κυκλοφόρησε, το 1981, αυτό το περιοδικό η Μαλβίνα ήταν η πρώτη που το υποδέχτηκε και το στήριζε με την πένα της στα περιοδικά, στα ραδιόφωνα, ξεκίναγε από το Δεύτερο Πρόγραμμα της Σοφίας Μιχαλίτση- που έγραφε, μίλαγε. Νόμιζε ότι τα ονόματα Δημήτρης Ντακρέτας, Εύμολπος Συναδηνός, Ειρήνη Βρής ήμουν εγώ με άλλο όνομα. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο μου για τον Τζαίημς Ντην, σε γραπτό διάλογο, με τον Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη, στη Γυναίκα, κι ενώ ο Ιάσων έλεγε- δεν είναι βιβλίο για τον Ντήν, είναι ο Χρονάς. Αυτή είπε: Μα ο Χρονάς, είναι ο Ντήν! Λίγο πριν μιλούσε με την Καίτη Γκρέϋ, που είχαμε κυκλοφορήσει το βιβλίο της, στο περιοδικό Φαντάζιο, αργότερα στην τηλεόραση.

 

Τα χρόνια κύλησαν, η Μαλβίνα δούλευε γράφοντας σε περιοδικά, έγραφε βιβλία, θριάμβευε στην τηλεόραση, όλοι την ζητούσαν, όλοι την ήθελαν, σαν ηρωίδα του Αλμοδοβάρ πούλαγε τις συνταγές της για μαγειρική στην τηλεόραση, την φωνή της σε μαγαζιά με λαϊκά τραγούδια. Σ’ ένα πορνό σινεμά, το Elite, στα Πετράλωνα, που είχε γίνει θορυβώδης ντίσκο , έκανε για μια βραδιά πάλκο λαικών τραγουδιών. Ήθελε να καθίσει στην καρέκλα, χτυπώντας το ντέφι. Σαν Διοτίμα, που χαρίζει υγεία και ευτυχία, έλαμπε εκείνο το βράδυ ανάμεσα στους φίλους που είχε καλέσει. Είχε γράψει πάνω στο καθρεφτάκι, σε σχήμα γυναικείου εσώρουχου, ένα μοτο από την Ευδοκία του αλέξη Δαμιανού.

 

Μίλησα άλλες δυο φορές σε ζωντανή σύνδεση μαζί της, αυτή στο στούντιο, εγώ στο σπίτι, για το Μέγα, τον Σκάϊ. Εκπομπές που γίνονταν με τρέλλα, ταλέντο, στην άκρη του γκρεμού. Εκπομπές που αντιστοιχούσαν σε νούμερα επιθεωρήσεων-τις καταργούσε σε μια βραδιά- σημείωνε τα περισσότερα των εφημερίδων και των γεγονότων-πολιτικών ή καλλιτεχνικών- εδώ και στο εξωτερικό και έκανε σχολιασμούς ή τοποθετήσεις, μοναδικές, δικές της. Μαλβίνα πέρα από τα όρια, έπρεπε να λέγεται η εκπομπή της. Ένας σύγχρονος επαναστατικός Τσάπλιν, ένα χαμίνι του Πειραιά που ξευτίλιζε θεσμούς, πολιτικούς, σημαίες, καθιέρωνε νέες λέξεις. Ήταν επικίνδυνη. Πολύ επικίνδυνη, πια. Ο ίδιος ο Πάνας Πανικός.

 

Όμως έλεγε αυτό που νόμιζε. Αυτό που την θύμωνε, την τσάκιζε. Έλεγε την δική της αλήθεια. Και ξαφνικά το χαμόγελο της Τζοκόντας- το χαμόγελό της-στην τηλεόραση, έσβησε. Την έκοψαν. Από παντού Οι πολιτικοί, οι κυβερνήσεις, ελέγχουν τα πάντα. Άρχισε να αρθρογραφεί. Μικρά κοφτά κείμενα όπου τους τα λεγε. Όμως, οι πολιτικοί, οι κυβερνήσεις, δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα, θέλουν να περνά το δικό τους. Διωγμένη και εγκαταλελειμμένη. Άρχισε να γράφει στο Symbol του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου που τον πίστευε. Όταν της ζήτησα από κει το κείμενό της για τον Χειμωνά στο οδός Πανός, μου είπε, πάρτο, γράψε από κάτω Symbol. Με νοιάζει ο Στάθης...

 

Την είδα τελευταία φορά Τρίτη και 13 του 2001 παραμονή του Αγίου Βαλεντίνου, στο σπίτι μου. Ήρθε με βαν και 15 άτομα συνεργείο να μιλήσει με κάποιον που γράφει ερωτικά ποιήματα. Έφτασε κομψή. Αέρινη. Φορούσε ένα πουλόβερ κασμιρένιο. Καφέ φούστα, παπούτσια κόκκινα όπως η Παναγία ή η Άτοσσα. Είχε πουδράρει το πρόσωπό από το σπίτι της, ενώ το συνεργείο, στο σαλόνι συνέδεε καλώδια με φώτα και κάμερες, καφέδες, τσιγάρα. Έκανε κάτοψη στο σπίτι και είδε τα CD στη θήκη.

 

Της άρεσαν Πρέπει να γράφεις μ’ αυτή τη μουσική καλά. Είπε.

 

Καθίσαμε στην κουζίνα. Οι άλλοι δούλευαν στο σαλόνι. Τα σκυλιά ήταν κλεισμένα στο μικρό δωμάτιο.Ζήτησε να έρθουν όταν γυρίζουμε. Ας μην το κάνουμε καλύτερα μόνοι μας. Είπα. Δέχτηκε.

 

Μαλβίνα, γιατί ασχολείσαι συνέχεια μαζί μου, τι συμβαίνει; Την ρώτησα πάνω από την ηλεκτρική κουζίνα καθώς ψηνόταν ο καφές. Κι αυτή μου είπε: Γιατί σ’αγαπώ! Κατέρρευσα γιατί ήξερε πως είχα γράψει αρνητικά όταν έλεγε τη φράση στην TV –έξω π.....από την παράγκα.

 

Αύριο, είπε πρέπει να εγχειριστώ. Μου το παν τέσσερις γιατροί! Πες μου ότι δεν είναι τίποτα; Θα γίνω καλά; Πες μου ότι είσαι καλά με την εγχείρηση σου; Δεν έχεις τίποτα; Ναι δεν έχω τίποτα . Είπα. Θα γίνεις καλά!Είσαι καλά!

 

Είχε καθίσει σαν μαθήτρια στην καρέκλα,εδώ που γράφω αυτό το χαρτί, και δυο κορίτσια την έβαφαν. Έδινε οδηγίες. Πάλι ίσα τις βλεφαρίδες της να γεμίζουν ρίμελ, λάσπη του Λούσιου, άμμο με μελάνι του Εύηνου. Την είδα να μεταμορφώνεται. Κάπνιζε το ένα τσιγάρο, slim, μετά το άλλο. Όχι βαθιές εισπνοές. Απλά ήταν το σήμα της –ο καπνός- στο Extra κανάλι στην εκπομπή της Mea Culpa.

 

Έγινε το γύρισμα. Παραθέτω από την συνέντευξη μόνο τα λόγια της. Μιλήσαμε και για το Νεκροταφείο, που δίπλα του μένω και τώρα μου κρατά συντροφιά-πίσω από το μαντρότοιχο της οδού Υμηττού κοιμάται. Η κουζίνα μου έχει στοιχειώσει.

 

Άνοιξα την πόρτα βγήκαν τα σκυλιά- τότε ζούσε η δηλητηριασμένη Ρούντυ. Το συνεργείο μάζεψε τα πράγματα Πήρε ένα μήλο και άρχισε να το δαγκώνει. Ο μεγάλος σκύλος-Τζώνυ, σηκώθηκε να την φτάσει. Τι θέλει; Ρώτησε. Θέλει από το μήλο σου. Είπα. Του το πέταξε.

 

Άλλες δυο εκπομπές, μετά την Τετάρτη 14, του Αγίου Βαλεντίνου, μαζί μου, έκανε. Την εκπομπή της 15ης, 16ης Φεβρουαρίου. Πέμπτη και Παρασκευή. Δεν εγχειρίστηκε στην Ελλάδα. Έφυγε για την Αμερική του Κλίντον και της Μαντλίν Ωλμπράϊτ, επειγόντως την Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2001. Η Μαλβίνα-Μαίριλυν πήγαινε στη μοίρα της. Η επικίνδυνη ταξίδευε προς το τέλος. Δεν της επετράπησαν νέες μεταμορφώσεις. Νέα μοντέλα της τέχνης της ποτέ ξανά. Εξ’ άλλου είχε τολμήσει, όπως και η Μοσχολιού, να βγει- με τον κόσμο στο Σύνταγμα, να πανηγυρίσει την νίκη της Νέας Δημοκρατίας, το βράδυ των εκλογών, πριν τα αποτελέσματα αλλάξουν, παραδόξως, μες τη νύχτα.

 

Η γενναία γυναίκα-Μαλβίνα –σ’ αυτό μοιάζει με την Λιλή Ζωγράφου- άλλαζε δυναμικά. Τραγική και μόνη, Έντιθ Πιάφ, όχι πια.

 

Σ’ ένα καφενείο στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στο ξενοδοχείο που έμενα, στο Βαρδάρη, έμαθα από μια γυναίκα, πως έσβησε η Μαλβίνα. Την προηγούμενη μέρα, στο σπίτι της οικογένειας Φωτιάδη, μιλούσαμε γι’αυτήν συνέχεια.

 

Το βράδυ της Παρασκευής 7 Ιουνίου, μια μέρα πριν την ταφή της, μετά την έκθεση βιβλίου, με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Βασίλη Δημητράκο, πήγαμε σε μια ταβέρνα. Ρώτησα τον Κύριο Χριστιανόπουλο να μου πει κάτι γι’ αυτήν. Κι αυτός μου είπε: Εκτιμώ πολύ την Μαλβίνα. Ζητούσε πολύ καιρό να με δει. Κάποτε ήρθε στο σπίτι. Μου ζήτησε να της γράψω ένα ποίημα μου. Το έγραψα. Μόλις της το έδωσα, έσκυψε και μου φίλησε το χέρι...

 

Φάγαμε χωρίς να μιλάμε. Μια φαγωμάρα. Μια λύπη είχε πέσει για μέρες μεταξύ μας. Το κρασί το ήπιαμε για κείνη.

 

Από το παράθυρο του δωματίου μου βλέπω το μνήμα της. Έτσι να κάνω τον μαντρότοιχο έφτασα. Ανάμεσα στα ψηλά του κυπαρίσσια, δίπλα στη θορυβώδη λεωφόρο, κοιμάται.

 

Δυο χρόνια μετά τον ανεξήγητο, παράξενο, θάνατο στο Παρίσι του Γιώργου Χειμωνά, ήρθε ο χαμός του Βασίλη Ραφαηλίδη, του Τάκη Παππά, λίγο αργότερα της γυναίκας του και τέλος ο θάνατος της Μαλβίνας Κάραλη έφερε άλλη φτώχια στο μέγα Πανελλήνιον.

 

Έπεσε μια ήσυχη, κυβερνητική, ησυχία παντού,