Θα πω ότι έχουμε πάρα πολλούς καλούς ηθοποιούς, όσους δεν μπορούμε να φανταστούμε. Εγώ πιστεύω ότι όλοι οι ηθοποιοί μπορούν να είναι πολύ σπουδαίοι ηθοποιοί, εάν δοθούν οι συνθήκες. Το πρόβλημα είναι ότι καταδικάζουμε τον εαυτό μας να βαδίσει σε συγκεκριμένους δρόμους... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Θα πω ότι έχουμε πάρα πολλούς καλούς ηθοποιούς, όσους δεν μπορούμε να φανταστούμε. Εγώ πιστεύω ότι όλοι οι ηθοποιοί μπορούν να είναι πολύ σπουδαίοι ηθοποιοί, εάν δοθούν οι συνθήκες. Το πρόβλημα είναι ότι καταδικάζουμε τον εαυτό μας να βαδίσει σε συγκεκριμένους δρόμους... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φαίνεται σαν  ψέμα ότι έχουν περάσει 15 χρόνια από το «Καθαροί πιά» του Λευτέρη Βογιατζή και το βάπτισμα του Γιάννου Περλέγκα στο θέατρο. Μετά από αυτά τα 15 χρόνια σήμερα στα 34 του χρόνια, ανάμεσα σε πρόβες, παραστάσεις και εμφανίσεις με τη Λένα Κιτσοπούλου και τους Ραζ Χιτζάζ  ετοιμάζεται να κάνει το επόμενο βήμα της επαγγελματικής του ενηλικίωσης. Σκηνοθετεί το έργο του Τόμας Μπέρνχαρτ "Ιμάνουελ Κάντ" με πρωταγωνιστή τον Μάκη Παπαδημητρίου στο θέατρο Τέχνης.

«Με πάρα πολύ ρίσκο αποφάσισα να φύγω από διάφορες δουλειές που μπορεί να με εξασφάλιζαν για λίγο καιρό, με τρίμηνες ή τετράμηνες συμβάσεις, από πράγματα που μου άρεσαν και τα εκτιμούσα. Μετά από 15 χρόνια έπρεπε κάτι να αλλάξει και αποφάσισα ότι έπρεπε να κάνω κάτι πιο παρακινδυνευμένο,  να οσφρανθώ το κλίμα», λέει.

 

Δε σου αρκούσε να είσαι μόνο ηθοποιός;

Δε μου αρκούσε.  Επειδή  επαναλάμβανα κάποια πολύ συγκεκριμένα πράγματα και οι άνθρωποι με τους οποίους κατά κύριο λόγο δουλεύω, επίσης μου ζητούσαν κάποια πολύ συγκεκριμένα πράγματα, αλλά και γιατί και εγώ φανταζόμουν κάποια συγκεκριμένα πράγματα για μένα, για την εικόνα μου. Αυτό έπρεπε πια να αλλάξει. Με είχε κουράσει και με έβαζε σε μία γκρίνια, η οποία δεν ήταν καλή και δεν ήταν δημιουργική και έπρεπε λίγο να χειραφετηθώ.

 

Το θέατρο πρέπει να είναι περιπέτεια, γιατί ο άνθρωπος που πληρώνει, και ο μορφωμένος και ο αμόρφωτος, θέλει να δει ότι περνάς κάτι.

 

Όμως αυτή η εικόνα σε εξασφάλιζε με ένα τρόπο...

Ναι, αλλά ήταν θανάσιμη,  η ασφάλεια είναι θανάσιμη. Έφτασα να έχω πολύ συγκεκριμένες ιδέες για τον εαυτό μου, έφτασα να νιώθω ότι περνάνε τα χρόνια και κάτι δεν προχωράει επί της ουσίας και αποφάσισα να κάνω ένα επόμενο βήμα. Παρότι θα μπορούσε να πει κανείς ότι τώρα που έχω πια και παιδί θα έπρεπε να εξασφαλιστώ πιο πολύ. Θεωρούσα πιο επίφοβο να γυρνάω με 800 ή με 900 ευρώ στο σπίτι και φοβερή γκρίνια, παρά να γυρνάω με λιγότερα αλλά να είμαι δημιουργικός.

 

Μπορείς να εξηγήσεις τι ήταν αυτό που σου έλειπε;

Δεν έχω παράπονο με τους άλλους, με τον εαυτό μου έχω το παράπονο. Τον κατέτασσα σε πολύ συγκεκριμένες εικόνες, όπως του μελαγχολικού αγοριού, του λίγο καταραμένου. Και αυτό το πράγμα το τροφοδοτούσα και το καλλιεργούσα. Οι άλλοι δε φταίνε που δε σε φαντάζονται αλλιώς. Μεγαλώνω και ήθελα να γελάσω. Και τώρα που παίζω με τον Μάκη Παπαδημητρίου, στο Loot, κάνω  ένα ρόλο που δεν θα φανταζόμουν καν ο ίδιος ποτέ ότι θα τον έκανα. Κάνω έναν επιθεωρητή της Scotland Yard, κάνω τον Πίτερ Σέλλερς, κάνω τον Κλουζώ. Δεν θα μπορούσα να το φανταστώ ποτέ.

 

Αυτή η ανάγκη να είσαι σοβαρός πως προέκυψε;

Προκύπτει τελικά και  από τους δάσκαλους και από τη δική μου πετριά μιας κακώς εννοούμενης σοβαρότητας και απ’ το σύνδρομο του καλού μαθητή και από την κομμουνιστική καταγωγή μου και από αυτή τη μελαγχολική διάθεση που καλλιεργούσα χρόνια γύρω από το άτομό μου.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι η Λένα (Κιτσοπούλου) και ο Νίκος (Καραθάνος) είναι όαση. Γιατί βλέπεις την περιπέτεια. Με όσες αντιρρήσεις και αν έχεις, ακόμα και αν σου φαίνεται συναισθηματικό, δεν έχει και σημασία αυτό... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν είναι τυχαίο ότι η Λένα (Κιτσοπούλου) και ο Νίκος (Καραθάνος) είναι όαση. Γιατί βλέπεις την περιπέτεια. Με όσες αντιρρήσεις και αν έχεις, ακόμα και αν σου φαίνεται συναισθηματικό, δεν έχει και σημασία αυτό... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Και πώς άλλαξε;

Πέρσι, που ήταν μια πολύ κρίσιμη χρονιά, που τέλειωσε η θητεία και του Γιάννη (Χουβαρδά) από το Εθνικό και βρεθήκαμε έξω από το Εθνικό και με το Γιάννη μαζί, και με ανθρώπους που όλα αυτά τα χρόνια δουλεύαμε,  ένιωθα ότι κάτι τελειώνει. Ότι τελείωσε η εποχή των μπαμπάδων, των προπατόρων. Ευτυχώς οι λίγο πιο νέοι έχουν γλυτώσει από αυτά. Έχουν άλλα προβλήματα, αλλά είναι απενοχοποιημένοι,  εμείς δεν είμαστε. Οπότε αποφάσισα να αλλάξω την καθημερινότητά μου για να αλλάξω αληθινά την ποιότητα ζωής μου. Και έπιασα να μεταφράσω το έργο «Ιμμάνουελ Καντ», του Μπέρνχαρτ που θα κάνω. Και ασχολούμαι ενάμιση χρόνο τώρα με αυτό το πράγμα. Άνθισα με την επιλογή μου. Και ας βγάζω τα λεφτά μου με τα μπουζούκια. Με αυτό τον τρόπο θέλουμε μαζί με τον Μάκη (Παπαδημητρίου), μαζί με το Χάρη (Φραγκούλη), να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε ως γενιά λίγο πιο ουσιαστικά, πέρα από το να κάνουμε μία παράσταση.

 

Τι έχει αλλάξει από το να κάνετε απλώς μια παράσταση;

Παλιότερα, το πρώτο πράγμα που μας απασχολούσε ήταν να πούμε καθαρά την ιστορία. Σήμερα θέλω να μιλήσω και για ένα θέμα που μας απασχολεί ως ανθρώπους. Αυτό το διδάχτηκα κυρίως από τη Λένα (Κιτσοπούλου). Διδάχτηκα ότι πρέπει -ό,τι και αν κάνεις-, να φαίνεται ότι υπάρχει ένα θέμα που σε απασχολεί. Και αυτό το πράγμα πρέπει να γίνεται φανερό. Θέλω να βγω και να μιλήσω και να γελάσω και να απελπιστώ με την κατάστασή μου και το βρήκα μέσω αυτού του έργου. 

 

Τι έργο είναι το Ιμμάνουελ Κάντ;

Να μιλήσω πρώτα για τον Μπέρνχαρτ και να πω ότι τον θεωρώ τον σπουδαιότερο συγγραφέα της εποχής μας. Τον αγαπώ από παιδί έχω διαβάσει όλα του τα έργα και είναι ο συγγραφέας που με έχει στοιχειώσει. Στο έργο του βάζει τον Καντ στον 20ο αιώνα, σε ένα υπερωκεάνιο που πηγαίνει στη Νέα Υόρκη. Ενώ ο Καντ είναι γνωστό ότι ποτέ δεν είχε γυναίκα, ποτέ δεν έφυγε από την πόλη του, ήταν μια ζωή Πανεπιστήμιο – σπίτι, σπίτι – Πανεπιστήμιο.  Εδώ ο Καντ έχει μια γυναίκα και έναν παπαγάλο, ο οποίος επαναλαμβάνει μηχανικά όλα του τα φιλοσοφικά τσιτάτα, και πηγαίνει με αυτό το υπερωκεάνιο στην Αμερική. Η αφορμή είναι ότι θα τον βραβεύσει το πανεπιστήμιο της Κολούμπια, θα τον κάνει επίτιμο διδάκτορα, αλλά το βασικό είναι ότι ο Καντ είναι τυφλός, έχει γλαύκωμα, και ελπίζει ότι στην Αμερική που υπάρχουνε φοβεροί γιατροί, θα βρει το φως του. Στο τέλος τον μαζεύει το ψυχιατρείο. Δεν τον περιμένει η Κολούμπια, αλλά τον περιμένει το ψυχιατρείο και τον μαζεύει. Ο συμβολισμός που βάζει ο συγγραφέας είναι ολίγον προφανής, αλλά είναι και πάρα πολύ ωραίος. Ότι ο διαφωτισμός, που έδωσε το φως στους ανθρώπους της ελευθερίας, της βούλησης, εάν πιστεύει ότι θα πάει στην Αμερική να βρει το φως του, είναι θεότυφλος και τρελός. Και όλο το έργο εκτυλίσσεται πάνω σε αυτό το πλοίο, με αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος δεν βλέπει, έχει όλα τα χαρακτηριστικά του υποχόνδριου, τρελού, μισάνθρωπου, κακού, μπερνχαρτικού ήρωα, που συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και βγάζει αυτούς τους ατελείωτους μονολόγους, που είναι όλο γύρω από την προβληματάρα του.

 

Η ασφάλεια είναι θανάσιμη. Έφτασα να έχω πολύ συγκεκριμένες ιδέες για τον εαυτό μου, έφτασα να νιώθω ότι περνάνε τα χρόνια και κάτι δεν προχωράει επί της ουσίας και αποφάσισα να κάνω ένα επόμενο βήμα. Παρότι θα μπορούσε να πει κανείς ότι τώρα που έχω πια και παιδί θα έπρεπε να εξασφαλιστώ πιο πολύ... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η ασφάλεια είναι θανάσιμη. Έφτασα να έχω πολύ συγκεκριμένες ιδέες για τον εαυτό μου, έφτασα να νιώθω ότι περνάνε τα χρόνια και κάτι δεν προχωράει επί της ουσίας και αποφάσισα να κάνω ένα επόμενο βήμα. Παρότι θα μπορούσε να πει κανείς ότι τώρα που έχω πια και παιδί θα έπρεπε να εξασφαλιστώ πιο πολύ... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Θα μου πεις γιατί διάλεξες αυτό το έργο;

Το διάλεξα γιατί με ενδιαφέρει απολύτως αυτό που λέει: Ότι η δυτική σκέψη σήμερα είναι ανάπηρη, άρρωστη, τυφλωμένη και γριά. Και συστρέφεται γύρω από την αυτοαναφορικότητά της, από την κατάθλιψή της, από την αναπαραγωγή του πόνου της, όλα αυτά. Και γιατί το θέμα δεν είναι ο Καντ. Τον χρησιμοποίησε, επί της ουσίας, ο Μπέρνχαρτ για να μιλήσει για όλες του τις δικές του αμφιθυμίες και τις δικές του αντιφάσεις. Ο Μπέρνχαρτ έχει αυτό το πράγμα, έχει αυτή την ταυτόχρονη λατρεία και θαυμασμό για τους πατέρες και τα στερεότυπα και ταυτόχρονα μία τεράστια απέχθεια γιατί θέλει να ελευθερωθεί.

 

Έχεις συμβεί στο παρελθόν να απολογείσαι για τις επιλογές σου στους δικούς σου πατέρες;

Φυσικά. Έχασα πάρα πολλά χρόνια να ελευθερώσω τη δύναμή μου και τα εκφραστικά μου μέσα, επειδή απολογούμουν. Είτε στο Λευτέρη (Βογιατζή), είτε στη μάνα μου, είτε στον πατέρα μου, είτε στο παρελθόν μου, είτε στα δικά μου τα πρέπει. Μοιραία όλο αυτό, η προετοιμασία για τον Μπέρνχαρτ,  με έκανε να σκέφτομαι τον Λευτέρη (Βογιατζή), που είναι ο μπαμπάς μου, με ένα τρόπο και την κατάρα του ότι είχε πάντα δίκιο. Και το δίκιο του το καταλαβαίνεις όταν έχεις πια πολλά κιλά και χιλιόμετρα εμπειρίας και μπορείς και το χρησιμοποιείς για σένα, για να ξεκαθαρίσεις τους λογαριασμούς σου και να βρεις την ελευθερία σου.

 

Εγώ συμμερίζομαι τους αφορισμούς του Μπέρνχαρτ και φοβάμαι ότι οι Έλληνες είναι φασίστες. Ανεξαρτήτως κομμάτων. Η βάση είναι φοβάμαι αυτή.

 

Τους νοσταλγείς τους πατέρες αυτούς;

Πολύ. Φυσικά. Συναντάω κάποιους στο δρόμο και σκέφτομαι ότι σε λίγο δε θα τους έχουμε κοντά μας. Και σκέφτομαι με ποιο τρόπο τα καλά αυτών των ανθρώπων,   θα μπορέσουν να επιβιώσουν και να υπάρξουν και να μεταδοθεί και να χρησιμοποιηθεί αυτή η εμπειρία τους. Να μην εξαφανιστούν. Ας είναι ελεύθερες οι γενιές να τα πετάξουν, αλλά η εμπειρία αυτών των ανθρώπων δεν θα υπάρχει σε λίγο. Υπάρχει ένας πλούτος που κληροδοτήθηκε και ενώ εκδηλώθηκε με αυτό το στέγνωμα πολλές φορές πάνω μας, -ή τουλάχιστον στη δική μου την περίπτωση-, έκρυβε και κρύβει πάρα πολλή δύναμη και πρέπει κάποια ώρα να μπορέσει να ελευθερωθεί.

 

Πώς κάνετε θέατρο χωρίς καθόλου χρήματα;

Στο Loot, στο θέατρο του Νέου Κόσμου είμαστε στην περιπέτεια του ποσοστού. Δηλαδή εκτός από το Εθνικό και τη Στέγη, δεν γίνονται παραγωγές. Εγώ δε το αντέχω πια αυτό το πράγμα, αυτή την πενία, την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να κάνουμε θέατρο χωρίς σκηνικό και χωρίς κουστούμια, χωρίς να υπάρχει κάτι και αυτό να είναι και άποψη πια. Δηλαδή, σκηνικό δεν έχω αλλά πρέπει να φτιάξω έναν κόσμο και μου λείπει όταν δεν υπάρχει. Δε μπορεί να θεωρείται άποψη μεταμοντέρνα το ότι δεν έχεις σκηνικά. Μου λείπει και θέλω να το βλέπω στο θέατρο. Ο Λευτέρης έλεγε μία κουβέντα πάρα πολύ σωστή ότι «για να φτάσω να έχω την ωριμότητα να κάνω κάτι χωρίς σκηνικά…». Εγώ δεν έχω αυτή την ωριμότητα.  Οπότε κάνουμε crowd funding, το οποίο στην Ελλάδα δεν είναι ακόμα διαδεδομένο για να μαζέψουμε τα χρήματα της παραγωγής για τον Καντ. Έχω επτά ηθοποιούς και είναι ένα έργο ας το πούμε φεστιβαλικό. Θα παιχτεί δυο μήνες. Είναι παρακινδυνευμένο οικονομικά ούτως ή άλλως, αλλά μακάρι να πάμε καλά, μακάρι να βγει καλό και να δουλέψει.

 

Από την παράσταση Loot
Από την παράσταση Loot

 

Πάντως φέτος υπάρχουν πολλές παραστάσεις και εγώ τουλάχιστον σαν θεατής χάνω αυτό που θέλουν να μου πουν. Όχι εξαιτίας της ποσότητας, περισσότερο εξαιτίας της αφήγησης.

Θα σου πω ένα πράγμα που έχω αντιμετωπίσει πολύ μέσα στην πορεία μου. Ο «θείος» Μπρεχτ, είχε πει μία πολύ σωστή κουβέντα, ότι «προτιμώ πολλές φορές αυτούς του εμπορικού, που επειδή έχουνε ένα πάρα πολύ καθαρό στόχο, που είναι το ταμείο, δουλεύουν προς αυτή την κατεύθυνση με όλες τους τις δυνάμεις και δεν επιτρέπουν έκπτωση από αυτό το στόχο τους, παρά εμάς του ποιοτικού, που επιτρέπουμε στον εαυτό μας τη θολούρα». Αυτό είναι ένα πράγμα που εγώ το έχω αντιμετωπίσει πάρα πολύ, είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που αποφάσισα να σκηνοθετήσω. Γιατί δεν αντέχω άλλο τη θολούρα.

Είναι ένα σύμπτωμα του ελληνικού θεάτρου που πολύ με έχει απασχολήσει. Λόγω του παλιού κακού παρελθόντος, χρειαζόμασταν κάποια στιγμή να δυναμώσουμε την αφήγησή μας. Ήταν απαραίτητη για να φύγουμε από τα διάφορα «παιξίματα». Φοβάμαι ότι έχουμε κολλήσει στην αφήγηση και δεν μπορούμε να παίξουμε πια ρόλους. Έχουμε ξεχάσει ότι το θέατρο είναι συμπεριφορά, είναι ρόλοι, είναι «βουτάω σε κάτι». Και κονταροχτυπιέμαι είτε με το μεγάλο, είτε με το μικρό ρόλο, βουτάω σε κάτι. Και ενώ έχουμε πολύ καλούς ηθοποιούς πια, ίσως επειδή είναι ευκολότερο, ή προς χάρη μίας υποτιθέμενης «καθαρότητας» έχουμε κολλήσει στην αφήγηση και δεν βλέπεις πια την περιπέτεια. Γιατί ο κόσμος, χωρίς να το ξέρει συνειδητά, έρχεται για να σε δει να περνάς κάτι. Πρέπει να το περάσεις. Δεν λέω να πάθεις ψυχολογίες, αλλά πρέπει να το περάσεις. Αυτό φοβάμαι ότι, στην μεγάλη πλειοψηφία των παραστάσεων που υπάρχουν πια, δεν το βλέπουμε.

  

Εσύ ξεχωρίζεις κάποιους, σου αρέσουν, σε παρασύρουν στον κόσμο τους;

Δεν είναι τυχαίο ότι η Λένα (Κιτσοπούλου) και ο Νίκος (Καραθάνος) είναι όαση. Γιατί βλέπεις την περιπέτεια. Με όσες αντιρρήσεις και αν έχεις, ακόμα και αν σου φαίνεται συναισθηματικό, δεν έχει και σημασία αυτό. Το θέατρο πρέπει να είναι περιπέτεια, γιατί ο άνθρωπος που πληρώνει, και ο μορφωμένος και ο αμόρφωτος, θέλει να δει ότι περνάς κάτι. Αυτό το πράγμα θέλω να κυνηγήσω, από αυτό το πράγμα πρέπει να γλυτώσει το θέατρο, αυτό το πράγμα πρέπει να ξαναδούν οι σκηνοθέτες. Να ξαναδούμε ότι το βασικό δεν είναι να επιβεβαιωθεί η φορμαλιστική εμμονή  ενός σκηνοθέτη, που τη φοράει πάνω στο οποιοδήποτε έργο. Δηλαδή πρέπει νομίζω να ξεφύγουμε από την ταυτολογία και να θυμηθούμε ότι το θέατρο είναι ο ηθοποιός και υπό ποια έννοια ο σκηνοθέτης είναι σκηνοθέτης. Η δουλειά που έχει να κάνει ο σκηνοθέτης είναι να φτιάξει το περιβάλλον, ώστε να μπουν μέσα οι ηθοποιοί και να λειτουργήσουν. Δεν είναι οι ηθοποιοί μεταφραστές της επιθυμίας και μίας θεωρητικής ανάγνωσης του έργου.

 

Βλέπω ότι πάσχουμε πάρα πολύ από τη δικτατορία του σκηνοθέτη, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αυτό, ο πρώτος τίτλος δεν είναι το έργο, δεν είναι ο συγγραφέας, είναι το όνομα του σκηνοθέτη. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, αλλά έτσι μένουμε σε ένα επίπεδο κατά τη γνώμη μου όχι ουσιαστικό, σαν να πρέπει να επιβεβαιωθεί η εμμονή του καθενός.

 

Φοβάσαι το ρίσκο να κάνεις την παράστασή σου;

Έπρεπε να το κάνω, ήταν η ώρα μου. Και έπρεπε να πάρω αυτό το ρίσκο και έπρεπε να το πάρω όλο εγώ. Και στο εγχείρημα με ακολούθησαν οι φίλοι μου. Δεν νιώθω αδικημένος, ούτε έπρεπε να μου χαριστεί κάτι. Και να μη μου βγει, ξέρω ότι είμαι σε ένα δρόμο, ακόμα και αν αποτύχω. Προτιμώ να αποτύχω, παρά να εξασφαλίσω κάτι πασάμπλ ας πούμε και ωραίο. Γιατί αυτό δεν ξέρω να το κάνω.

 

Αν μου πεις κάτι για το ελληνικό θέατρο, τι θα ήταν αυτό;

Θα πω ότι έχουμε πάρα πολλούς καλούς ηθοποιούς, όσους δεν μπορούμε να φανταστούμε. Εγώ πιστεύω ότι όλοι οι ηθοποιοί μπορούν να είναι πολύ σπουδαίοι ηθοποιοί, εάν δοθούν οι συνθήκες. Το πρόβλημα είναι ότι καταδικάζουμε τον εαυτό μας να βαδίσει σε συγκεκριμένους δρόμους. Βλέπω ότι πάσχουμε πάρα πολύ από τη δικτατορία του σκηνοθέτη, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αυτό, ο πρώτος τίτλος δεν είναι το έργο, δεν είναι ο συγγραφέας, είναι το όνομα του σκηνοθέτη. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, αλλά έτσι μένουμε σε ένα επίπεδο κατά τη γνώμη μου όχι ουσιαστικό, σαν να πρέπει να επιβεβαιωθεί η εμμονή του καθενός. Επιμένω ότι το θέατρο θα πρέπει να είναι, με την καλή έννοια, λαϊκό είδος, είναι λαϊκό είδος. Θα πρέπει να έχει απεύθυνση, θα πρέπει να σκέφτεται την απεύθυνση, αλλιώς συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του.

 

Δεν έχω παράπονο με τους άλλους, με τον εαυτό μου έχω το παράπονο. Τον κατέτασσα σε πολύ συγκεκριμένες εικόνες, όπως του μελαγχολικού αγοριού, του λίγο καταραμένου. Και αυτό το πράγμα το τροφοδοτούσα και το καλλιεργούσα... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν έχω παράπονο με τους άλλους, με τον εαυτό μου έχω το παράπονο. Τον κατέτασσα σε πολύ συγκεκριμένες εικόνες, όπως του μελαγχολικού αγοριού, του λίγο καταραμένου. Και αυτό το πράγμα το τροφοδοτούσα και το καλλιεργούσα... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Θα μιλήσουμε για τις εκλογές;

Κοίταξε να δεις, πάνω από το 50% έτσι κι αλλιώς είναι δεξιά. Αν αθροίσεις τη Ν. Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, τη Χρυσή Αυγή, τους Ανεξάρτητους, όλο αυτό είναι πάνω από 50%. Εγώ συμμερίζομαι τους αφορισμούς του Μπέρνχαρτ και φοβάμαι ότι οι Έλληνες είναι φασίστες. Ανεξαρτήτως κομμάτων. Η βάση είναι φοβάμαι αυτή. Τώρα, όσον αφορά στον ΣΥΡΙΖΑ, εγώ αναρωτιέμαι γιατί ένα κόμμα, το οποίο είναι αριστερό υποτίθεται, λέει μόνο τη λέξη «Ευρώπη» και δεν αναφέρονται ποτέ οι λέξεις «Αριστερά», δεν αναφέρεται η λέξη «σοσιαλισμός». Και τώρα αν ακούσεις την προσωδία του λόγου του Τσίπρα, είναι Ανδρέας Παπανδρέου κανονικά, κατά τη γνώμη μου.  Εγώ δεν πιστεύω στην Ευρώπη. Δηλαδή πιστεύω σε μια Ευρώπη, αλλά όχι σε αυτήν. Φοβάμαι ότι αυτή η Ευρώπη μας έχει λιανίσει, και οικονομικά και γενικά. Εγώ έχω ανάγκη, ένα πράγμα που λέει ο Καρούζος, ότι η ζωή δεν υπάρχει για να εξυπηρετήσει τις ιδεολογίες, δεν επιβεβαιώνει η ζωή τις ιδεολογίες. Οι ιδεολογίες υπάρχουν, αν υπάρχουν, για να βοηθήσουνε να είναι η ζωή λίγο καλύτερη. Οπότε, δεν μπορώ να αποκοπώ από αυτό και  να σκεφτώ μόνο το εφικτό. Πρέπει να μπορέσουμε να ξανασυνδεθούμε με μεγαλύτερες αφηγήσεις από αυτές τις μικρές που είμαστε αναγκασμένοι να βιώνουμε και μας βουλιάζουν σε ένα μαρασμό.

 

Θα μου πεις και την ιστορία σου με τα ρεμπέτικα;

Θα πω ότι τώρα τα έβαλα πιο πολύ στη ζωή μου. Με μία μεγαλύτερη εξωστρέφεια και μία μεγαλύτερη πίστη και με μία μεγαλύτερη απενοχοποίηση. Όχι ως αναπαραγωγή των βιωμάτων μου πια και των αναμνήσεων. Τα ρεμπέτικα τα κόλλησα από τον πατέρα μου που ήταν συλλέκτης και επειδή τον έχασα και νωρίς, όλο αυτό το πράγμα είχε μυθοποιηθεί, αλλά και αυτό με ένα βάρος. Για να επιβεβαιωθεί το βάθος μου και η μελαγχολία μου. Τα ρεμπέτικα είναι επίσης ένα πράγμα που έρχεται από το παρελθόν μου, είναι το πρώτο πράγμα ίσως που θυμάμαι σαν ήχο και σαν αίσθηση. Ήταν η απελευθέρωση σε σχέση με έναν άλλο ψυχαναγκασμό που είχα με το πιάνο και με το να γίνω πιανίστας που ήθελα όταν ήμουν μικρός ή που νόμιζα ότι ήθελα ή που ήθελε η μάνα μου και τα λοιπά. Έχω αυτούς τους δύο φίλους που είμαστε μαζί απ’ το σχολείο (Στράτος Γκρίντζαλης και Μπάμπης Παπαδημητρίου), και το συγκρότημα, τους Ραστ Χιτζάζ, το έχουμε από 16 χρονών. Είναι 20 χρόνια ιστορία και αυτό. Και κάποια στιγμή προέκυψε και η Λένα (Κιτσοπούλου) σε αυτό, γιατί επίσης είναι ρεμπετομανής. Και είναι ο τρόπος με τον οποίο βγάζουμε χρήματα για να ζήσουμε. Με φοβερό τίμημα βέβαια, έχω διαλυθεί από την κούραση, αλλά είναι κάτι που αγαπάω, το χαίρομαι πάρα πολύ και  περνάμε πάρα πολύ ωραία.

 

Όταν τραγουδάτε, ξέρετε ότι κάποιοι δε σας αναγνωρίζουν;

Το ξέρουμε και καλύτερα έτσι. Τι θα κάνουμε; Θα παριστάνουμε τους ηθοποιούς εκεί πάνω; Δεν νιώθουμε ότι πρέπει να επιβεβαιώσουμε την παρουσία μας από αυτό το πράγμα . Λαϊκά τραγούδια είναι, πρώτα από όλα για να χαρούμε εμείς παίζουμε. Εμένα με έχει ξελασπώσει το τραγούδι, έχω βγάλει πολλά καλοκαίρια σαν μουσικός. Γιατί παλιότερα επιδίωκα να μην δουλεύω  τα καλοκαίρια στο θέατρο. Πολύ πανηγύρι. Καθάριζα με τρία πανηγύρια με τη Σούλα Βαζούρα, μια τραγουδίστρια δημοτικών, όλο το καλοκαίρι.

 

Οι ιδεολογίες υπάρχουν, αν υπάρχουν, για να βοηθήσουνε να είναι η ζωή λίγο καλύτερη. Οπότε, δεν μπορώ να αποκοπώ από αυτό και  να σκεφτώ μόνο το εφικτό. Πρέπει να μπορέσουμε να ξανασυνδεθούμε με μεγαλύτερες αφηγήσεις από αυτές τις μικρές που είμαστε αναγκασμένοι να βιώνουμε και μας βουλιάζουν σε ένα μαρασμό... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Οι ιδεολογίες υπάρχουν, αν υπάρχουν, για να βοηθήσουνε να είναι η ζωή λίγο καλύτερη. Οπότε, δεν μπορώ να αποκοπώ από αυτό και να σκεφτώ μόνο το εφικτό. Πρέπει να μπορέσουμε να ξανασυνδεθούμε με μεγαλύτερες αφηγήσεις από αυτές τις μικρές που είμαστε αναγκασμένοι να βιώνουμε και μας βουλιάζουν σε ένα μαρασμό... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Γιατί τα ρεμπέτικα τα αγαπάμε τόσο πολύ;

Γιατί η γνησιότητα του αισθήματος αναγνωρίζεται ακόμα και σήμερα. Αυτά τα τραγούδια, που κατά βάση είναι ερωτικά, εκφράζουν μία γνησιότητα. Όταν το βλέπεις, σε σκλαβώνει. Άμα δεις αυτή την αλήθεια, θα δεις να εκφράζεται κάτι προσωπικό. Πέρα απ’ το ότι ειδικά αυτά τα τραγούδια, ακόμα πιο πολύ και από τα καλά λαϊκά, που τα αναγνωρίζω, αλλά δεν με κερδίζουν όπως με κερδίζουν τα ρεμπέτικα, έχουν έναν τρόπο να εκφράζουν τον πόνο τους, χωρίς να κλαίνε. Και αυτό το πράγμα ενώ είναι λαϊκό είναι ταυτόχρονα και πάρα πολύ αριστοκρατικό, είναι πολύ ευγενές. Είναι γνήσια. Οπότε αυτό διαχρονικά δεν γίνεται να μην αναγνωριστεί.

 

Με ποιές αποσκευές προχωράς σήμερα;

Με κάτι από τη μέθοδο του Λευτέρη (Βογιατζή), κάτι από την ακρίβεια και την στοχοπροσήλωση του Γιάννη (Χουβαρδά), από την έμπνευση του Νίκου (Μαστοράκη), με κάτι από την ιδεολογική θωράκιση της Μαρίας (Πρωτόπαππα), και την ελευθερία της Λένας (Κιτσοπούλου). Αν καταφέρω και κλέψω κάτι από τον καθένα από αυτούς και τα κολλήσω θα είμαι πολύ χαρούμενος, θα έχω πάει πολύ καλά. Θα έχω αρχίσει να κάνω κάτι που δεν τελειώνει, συνεχίζεται όσο υπάρχεις.

 

Info: 

Θέατρο του Νέου Κόσμου

"Loot - Τα λάφυρα" του Τζο Όρτον

Σκηνοθεσία: Μάκης Παπαδημητρίου

Παίζουν: Γιώργος Μακρής, Κατερίνα Λυπηρίδου, Δημήτρης Πασσάς, Όμηρος Πουλάκης, Γιάννος Περλέγκας

Kάθε Δευτέρα και Τρίτη

 

Θέατρο Τέχνης-Φρυνίχου

Immanuel Kant του Τόμας Μπέρνχαρτ

Σκηνοθεσία: Γιάννος Περλέγκας

Παίζουν (αλφαβητικά): Γιάννης Καπελέρης, Σύρμω Κεκέ, Κατερίνα Λυπηρίδου, Χρήστος Μαλάκης, Μάκης Παπαδημητρίου, Γιάννος Περλέγκας, Μιχάλης Τιτόπουλος

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου – Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Μπορείτε να υποστηρίξετε την παράσταση στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.indiegogo.com/projects/immanuel-kant-thomas-bernhard-theatro-technis--2 

Κάθε Παρασκευή, η Λένα Κιτσοπούλου & οι Ραστ Χιτζάζ ζωντανά στην Αγία Φιάλη.

Κάθε Κυριακή μεσημέρι στα Μπριζολάκια gr.