ΤΙ ΛΕΣ ΜΑΡΙΑ;

 

−Ἄχ, μ' ἔλεγ' ἕνας κ' ἔκλαιγε πικρά,
Εἶναι προδότις.
Θὲ νὰ χαθῶ, μὲ πῆρε ἡ σκληρὰ
Εἰς τὸν λαιμό της.
−Δὲν εἶχ' ἀλήθεια τρέλλα περισσή;
Τί λὲς Μαρία;
Ἄν μ' ἔπαιρνες εἰς τὸν λαιμό σου ἐσύ,
Τί εὐτυχία!

 

1878

 

Ν.Γ.Καμπάς, Ποιήματα και Πεζά, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2002

 

____


Με έλκει κάπου η περίπτωση του ποιητή Νίκου Καμπά. Η περίπτωση -όχι η ποίηση. Τα λίγα ποιήματά του είναι μάλλον τυχαία, πότε παρνασσίζουν, πότε μοντερνίζουν. Αλλά η στάση του είχε μια μαγκιά. Μετά την πρώτη του συλλογή, έπαψε να γράφει, αν και τον επαινούσε ως κι ο Παλαμάς. Έφυγε και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου αφιερώθηκε στη δικαστική του καριέρα. 

 

Από την Αλεξάνδρεια, όπου κορυφώθηκε η νομική σταδιοδρομία του Καμπά με την εκλογή του ως προέδρου των μεικτών δικαστηρίων της πόλης, έγραψε κάποτε με χαρακτηριστικό σπαραγμό στον Παλαμά: «Μην ελπίσεις παρ' εμού ούτε στίχους ούτε άλλο τι. Μόνον διά της λύπης είμαι εισέτι ποιητής. Ολοι οι άλλοι παράγοντες εξέλιπον».

 

Τα ίδια χρόνια, ζούσε στην ίδια πόλη ο Καβάφης.

 

Πολλοί συνειρμοί.

 

Πολλά του ποιήματα τα υπέγραφε με ένα Νίκος. Σκέτο.