Ο Kill_mR_DJ -κατά κόσμον Παντελής Ρόπαλης, φιλόλογος στο επάγγελμα ταιριάζει τα αταίριαστα.

Εκτός όλων των άλλων, πέρσι έκανε ένα mashup που παίχτηκε στα ραδιόφωνα και το βάλαμε και μεις σε ένα καλοκαιρινό playlist που ανέβηκε στο LIFO.gr.

 

Kill_mR_DJ, για πες για τα mashups και τη θέση τους στη σημερινή μουσική...

Το sampling χρησιμοποιείται έτσι κι αλλιώς στη μουσική εδώ και δεκαετίες. Για συγκεκριμένα είδη είναι σχεδόν κανόνας. Όχι τόσο γιατί δεν υπάρχει έμπνευση, αλλά κυρίως γιατί το «μπαστάρδεμα» και η έξοδος από φόρμουλες και κανόνες δίνουν πάντα εξαιρετικά ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Κυρίως όταν προκύπτουν μετά από διαδικασίες με δημιουργικό κίνητρο. Από τον Frank Zappa, στον Moby, στους Verve, στον Avicii, στο hip-hop. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Αμέτρητα εξαιρετικά κομμάτια χτιστήκαν με βάση κάποιο εξωγενές sample. Οι μουσικοί παραγωγοί των τελευταίων δεκαετιών έχουν το sampling σα βασικό τους εργαλείο.

Το mashup κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ενδιαφέροντα. Δίνει ένα καινούριο αποτέλεσμα με τη συγχώνευση ήδη υπαρκτών πηγών. Αποδομεί και καταργεί τα είδη και τις αποστάσεις μεταξύ τους. Τάση που τελευταίως παρατηρείται γενικότερα και πέρα από τη μουσική. Στο μπλέντερ του εκάστοτε παραγωγού, όλα μπορούν να συνυπάρξουν. Το αποτέλεσμα βέβαια κρίνεται από τον κόσμο αναλόγως. Και τα τελευταία χρόνια η σκηνή ελκύει όλο και περισσότερο κοινό. Πολλά mashups έχουν περάσει σε ραδιοφωνικά playlists, παίζονται σε μαγαζιά και κάνουν επιτυχία σα να πρόκειται για καινούριες επίσημες κυκλοφορίες. Είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα «εργαλεία» της σύγχρονης μουσικής παραγωγής, αλλά κι ένας τρόπος προώθησης των κομματιών, ακριβώς όπως γινόταν πάντα με τo remix, με επιπλέον διαφορά ότι στο mashup υπάρχει εντονότερο το στοιχείο του «παιχνιδιού».

 

Η αλήθεια είναι πως τη μουσική τη βλέπω πολύ περισσότερο από απλό χόμπι, χωρίς άγχος όμως ότι πρέπει οπωσδήποτε να φτάσει κάπου όλο αυτό.

 

Ποια ήταν η σχέση σου με τη μουσική όταν ήσουν μικρός; Πότε κατάλαβες ότι ήθελες να γίνεις παραγωγός;
Μουσική άκουγα πάντα. Ο πατέρας μου, μου είπε πως με το που περπάτησα πήγα πάνω από μια στοίβα με βινύλια του και τα κατούρησα. Έτσι «μάρκαρα» τον τομέα μου από τότε. Τα πρώτα ακούσματα συνεπώς ήταν επιλογές του πατέρα μου. Λαϊκά, ρεμπέτικα και νέο κύμα. Οι δικές μου επιλογές αφορούσαν ξένη μουσική, και κυρίως ότι ήταν δημοφιλές τότε μετά τα μέσα των '80s: U2, Pet Shop Boys, Bon Jovi, αλλά και μπόλικη italo disco, όπως και τα «πλαστικά» χιτάκια των Stock Aitken Waterman, μέχρι να προτιμήσω μεγαλώνοντας περισσότερο την κιθαριστική μουσική, τη soul τη blues, κι ακολούθως την εναλλακτική και την ηλεκτρονική.

Τα πρώτα δικά μου «πειράγματα» σε τραγούδια ξεκίνησαν στο τέλος των φοιτητικών χρόνων. Δεν ήταν το ότι ήθελα να γίνω παραγωγός, παρά το να αλλάξω το ύφος κάποιων κομματιών που μου άρεσαν και να τα ακούω και κάπως διαφοροποιημένα. Βγήκαν κάποια πρόχειρα homemade remixes τότε. Tα επόμενα χρόνια έμαθα τη mashup σκηνή, που αμέσως μου τράβηξε την προσοχή κι έτσι ξεκίνησα να ασχολούμαι περισσότερο με αυτό το αντικείμενο.

 

Τι σε ενέπνευσε να φτιάξεις το πρώτο σου mashup; 
Ήταν και πάλι η διάθεση να βγει ένας μπασταρδεμένος ήχος. Ήθελα να «πειράξω» το «Murderers», ένα κιθαριστικό ορχηστρικό του John Frusciante. Σκέφτηκα ότι τα κρουστά και ο club ήχος από το «Edony» του Martin Solveig θα ταίριαζαν με τις κιθάρες του Frusciante. Τελείως διαφορετικά ως προς το ρυθμό. Και η παραγωγή βγήκε αρκετά πρόχειρη. Αν και αρχικά το χάρηκα, αργότερα το διέγραψα από τις σελίδες στις οποίες ανέβηκε, γιατί δε με ικανοποιούσε σαν αποτέλεσμα. Ωστόσο, την ιδέα για το εν λόγω πάντρεμα τη βρίσκω ακόμα ενδιαφέρουσα, και σε κάποια στιγμή άμεσα θα επιχειρήσω να τα «πειράξω» ξανά. Το πιο παλιό δικό μου mashup που υπάρχει στο διαδίκτυο είναι μια μίξη από το 2007, Prodigy με Bollywood, πάλι με διάθεση ανάμειξης ανόμοιων ήχων:

 

Από πού έρχεται η ιδέα να ενώσεις διαφορετικά τραγούδια;
Όταν ακούς ένα κομμάτι και αυτόματα σου έρχεται κάποιο άλλο ή κάποια άλλα στο μυαλό. Είτε γιατί σου θυμίζει κάτι στη μελωδία, ή στο ρυθμό, ή ίσως στη θεματολογία των στίχων, είτε γιατί αδιευκρίνιστα απλώς προκύπτει η ιδέα. Το τελευταίο είναι και αυτό που συμβαίνει συχνότερα. Από την άλλη, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που απλώς βγαίνει μια συγκεκριμένη έντονη διάθεση και θες να την εξωτερικεύσεις με μουσικές. Μόνο που αντί να γράψεις καινούριες χρησιμοποιείς ήδη υπαρκτές, τις αναμιγνύεις και φτιάχνεις κάτι νέο.

 

Ποια είναι η διαδικασία της δημιουργίας ενός mashup;
Πρωτίστως υπάρχει η αρχική ιδέα. Ακολούθως πρέπει να είσαι τυχερός να βρεις (αν δεν έχεις ήδη) το υλικό σε καλή ποιότητα. Και πιο συγκεκριμένα, χρειάζεται να έχεις τα master tracks, ή απλώς το instrumental και το vocal track. Δοκιμάζεις να τα ταιριάξεις και βλέπεις ποιες αλλαγές χρειάζονται ίσως στον τόνο ή στο ρυθμό, κι αν αυτές μπορούν να γίνουν σωστά και αποτελεσματικά. Αν το mashup είναι πιο πολύπλοκο, με περισσότερες πηγές κι εναλλαγές μεταξύ τους, τότε χρειάζεται να βρεις και μια καλή δομή.

 

Απ' αυτά που έφτιαξες, με ποια είσαι περισσότερο ικανοποιημένος; 
Αν κρατήσω το «ικανοποιημένος» θα σου πω αναγκαστικά τα πιο πρόσφατα μου, αφού όσο πιο πίσω δω βρίσκω λάθη που σήμερα δε θα τα έκανα. Εντούτοις θα σου πω 5 από τα αγαπημένα μου, ασχέτως περιόδου:

 


Ο Παντελής είχε ενώσει τους Doors με τους Asaf Avidan και The Mojos στο One Day I 'm Gone Away.

 

Strange Waves Sailing (Κωνσταντίνος Βήτα vs Awolnation vs The Doors)



Video Game Love (Lana Del Rey vs Bob Marley)

 

Can't Hold The Firestarters (Macklemore & Ryan Lewis / Prodigy / To Kool Chris / Busta Rhymes feat. Pharrell / The Trammps / Talking Heads)

 

 

The Way You Hurt (Eminem/ Deep Purple/ Johnny Cash) 

 

Απ' την παγκόσμια μουσική παραγωγή ποιο πιστεύεις ότι είναι το ένα και μοναδικό καλύτερο mashup όλων των εποχών;
Δεν υπάρχει το ένα και μοναδικό. Έχουν βγει πολλά και εξαιρετικά δείγματα δουλειάς. Με πολλή σκέψη μπορώ να αναφέρω δύο που τα θεωρώ πολύ ενδεικτικά για δύο διαφορετικά στυλ μίξης, από τους δύο ίσως πιο κορυφαίους mashup παραγωγούς σήμερα. Το ένα είναι το «In The Mood For Some Killing» του DJ Schmolli από την Αυστρία, ως υποδειγματικό genre-clash mashup με απόλυτα ανόμοιες πηγές (Glenn Miller Orchestra με Rage Against The Machine) και με φοβερό αποτέλεσμα!

 

 

Το άλλο είναι το «The Missing One» του Έλληνα Robin Skouteris, ο οποίος μιξάρει Faithless, Everything But The Girl και Opus III, προσθέτοντας ένα κιθαριστικό μέρος από Radiohead, κι επιπλέον αποσπασματικά μια καινούρια ηχογράφηση με βιολί, παίρνοντας το bootlegging ακόμα ένα επίπεδο πιο μπροστά. Αριστούργημα!

 

  

Κάνεις και άλλου είδους παραγωγές; Πόσο εύκολο είναι για έναν remixer να εκμεταλλευτεί οικονομικά τη δουλειά του, όταν όλα τα mashups δίνονται δωρεάν στο ίντερνετ;
Δεν έχω δοκιμάσει άλλου είδους παραγωγές για την ώρα. Τίποτα δεν αποκλείεται όμως. Φτάνει να υπάρξει κάποια ιντριγκαδόρικη ιδέα.
Οικονομικά δε μπορείς να εκμεταλλευτείς τα mashups ή τα unofficial remixes, δεδομένου ότι ως bootlegs δεν είναι εμπορεύσιμο υλικό. Τα χρησιμοποιείς όμως σαν promo της δουλειάς σου, σε μαθαίνει κόσμος και σε καλούνε σε μαγαζιά για να παίξεις, όπου και προφανώς πληρώνεσαι.

 

Το κάνεις για το κέφι σου ή θεωρείς πως θα παρουσιαστούν ευκαιρίες μέσω των mashups;
Για το κέφι μου, πρωτίστως. Κάνεις κάτι δημιουργικό στον ελεύθερό σου χρόνο και μετά το βλέπεις να φτάνει σε διάφορα μέρη της γης, κι αυτό από μόνο του είναι έτσι κι αλλιώς εντυπωσιακό. Διαβάζεις το feedback από τον κόσμο, ακούς προτάσεις, παίρνεις καινούριες ιδέες, εξελίσσεις τις δεξιότητες σου κι εμπλουτίζεις τα ακούσματα και τη δουλειά σου. Ευτυχώς μπορώ να ασχολούμαι με τη μουσική ελεύθερα χωρίς κάποια αγωνία να βγάζω λεφτά από αυτήν, δεδομένου ότι είμαι αποκατεστημένος επαγγελματικά (είμαι φιλόλογος κι εργάζομαι σε σχολείο).
Η αλήθεια ωστόσο είναι πως τη μουσική τη βλέπω πολύ περισσότερο από απλό χόμπι, χωρίς άγχος όμως ότι πρέπει οπωσδήποτε να φτάσει κάπου όλο αυτό. Εκτός από τις δικές μου παραγωγές, παίζω ντραμς και σε μια μπάντα που έχουμε με τρεις φίλους. Έτσι δε με βλέπω να μην ασχολούμαι ποτέ με τη μουσική με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, κι οποιαδήποτε ευκαιρία προκύπτει είναι καλοδεχούμενη.