Στη στήλη ''Πώς Έγραψα το Πρώτο μου Βιβλίο'', ζητώ από Έλληνες συγγραφείς να μου περιγράψουν τις αναμνήσεις τους για το πρώτο τους έργο, το βιβλίο που τους άλλαξε τη ζωή - και τους έκανε συγγραφείς.

 

Σήμερα, καλεσμένος μου ο Βασίλης Αμανατίδης

 

===

 

 

Στα 21
Στα 21

 

Το πρώτο μου:

νόστοι, μνήμες, σπλήνες + ένα παλιό ημερολόγιο

 

 

[ «Υπνωτήριο. Εννιά νυχτικές παραβολές», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 1999 ]

 

 

Αν και το πρώτο μου βιβλίο ονομάζεται «Υπνωτήριο. Εννιά νυχτικές παραβολές», για χρόνια ο τίτλος εργασίας ήταν άλλος – ο εξής: «Γιορτή». Μάλλον κατά το «Black Celebration» των τότε μαγικών Depeche Mode.

 

Ήδη από το 1995, από τα εικοσπέντε μου δηλαδή, είχα θελήσει να το εκδώσω, στην πρωτόλεια μορφή που είχε τότε, μα εννοείται πως οι εκδότες στους οποίους αποτάθηκα διόλου πρόθυμοι δεν υπήρξαν (ποιητικό βιβλίο; πρωτοεμφανιζόμενος; κ.λπ.). Μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, στην εξαρση του ελλαδικού ευδαιμονισμού, όταν ο ειδικός τύπος και η κριτική μιλούν για κενό γενεάς και απουσία νέων ποιητών. Κάθισα λοιπόν κι έφτιαξα δέκα χειροποίητα αντίτυπα, με εξώφυλλα δικά μου, κολλάζ πραγμάτων που αγαπούσα, κανονική χαρτορραπτική, και τα μοίρασα στους φίλους μου με αυστηρότητα, οίστρο και ελπίδα. Κόρεσα έτσι λίγο την πείνα μου για έκδοση Βιβλίου, αυτού του μαγικού –τότε– αντικειμένου, μα όπως και να το κάνουμε τα πράγματα που μοίρασα βιβλίο δεν ήταν. Από το αδιέξοδο με έβγαλε ο ευγενής εντευκτήριος Κορδομενίδης, από τις εκδόσεις του οποίου κυκλοφόρησε τελικά τον Μάρτιο του 1999. Με αυστηρή επιλογή δεκαεννέα ποιημάτων από τα κοντά τριακόσια που ’χα κιόλας γράψει απ’ την στιγμή που με βάρεσε κι εμένα η πετριά της ποίησης.

 

Υπήρχε λοιπόν εδώ συσσωρευμένο υλικό ετών, με πρόθεση σύνθεσης, αλλά και ανάγκη αποκάλυψης όλων των πρώιμων πυρήνων και θεματικών μοτίβων μου. Βαρύγδουπη η έκφραση, μα το βιβλίο αυτό είναι για μένα κάτι σαν αντεστραμμένη διαθήκη. Το αποκαλώ και «βιβλίο της ομορφιάς», γιατί ακόμη και οι απώλειες για τις οποίες μιλά καθαγιάζονται από την ομορφιά των έργων τέχνης που αγαπούσα, με επηρέαζαν και στα οποία λοξά αναφερόμουν. Πίστευα τότε πολύ –μαγεμένος και εγώ από την τέχνη– στη μαγική και παραμυθητική διάσταση της τέχνης (όχι μόνο της γραφής). Έχω όμως την έντυπωση πως μέσα στα εννέα χρόνια που μου πήρε να το γράψω, να ξεφοβηθώ, να εκτεθώ και να εκδώσω, πέρασα αργά αργά από την αθωότητα στην υποψία. Για να το πω και λιγάκι ψυχαναλυτικά: το «Υπνωτήριο» είναι ο φαντασιωσικός μου χώρος του μονίμως ανηλίκου, η ευτυχία του να είσαι ένα («θαυματοποιό;») παιδί, ένας τόπος όπου το τραυματικό είναι ήδη τετελεσμένο, μόνο που το βιβλίο ακόμη δεν το καλοξέρει (κι ακόμη λιγότερο ο τότε εαυτός μου). Ναι, στο βιβλίο εκείνο, το τραύμα ονομαζόταν ακόμη ομορφιά.

 

 

 

Για εξώφυλλο θέλησα ένα από τα δύο έγχρωμα σχέδια που από παιδί έβλεπα ένθετα μέσα στην εκλαϊκευμένη μίνι ιατρική εγκυκλοπαίδεια του Ζακόπουλου, που στεκόταν κόκκινη, ντούρα κι ορθή σ’ ένα χαμηλό ράφι της βιβλιοθήκης του μπαμπά μου: Ένας άντρας και μία γυναίκα σε αντικριστές σελίδες, σε αυστηρό προφίλ, γυμνοί μα ασεξουαλικοί, τυπωμένοι λαμπερά πάνω σε επάλληλες ζελατίνες, μέσα από τις οποίες μπορούσες να δεις την κάτοψη του «εσωτερικού μας κόσμου»: καρδιές, σπλήνες, συκώτια, γεννητικά όργανα και τα λοιπά. Οι εικόνες αυτές –η μία ειδικά– ασκούσαν –ακόμη το θυμάμαι– ανυπολόγιστη έλξη πάνω στον παιδικό μου νου. Αναζητώντας όμως ξανά το βιβλίο στα είκοσι οκτώ μου, ανακάλυψα ως υπαρκτή μόνο τη σελίδα με τη γυναίκα: μία νηφαλίως γκροτέσκα «Εύα». Δίπλα της, ο «Αδάμ» πουθενά: η πλαϊνή σελίδα ήταν σκισμένη μαζί με τις ζελατίνες της. Υπέθεσα πως κάποια στιγμή, πολύ μικρός, θα είχα αφαιρέσει τον άντρα, ώστε να κρατήσω το φετίχ της εικόνας του, ποιος ξέρει όμως πού θα ήταν καταχωνιασμένος ή πεταμένος τώρα αυτός και η σκισμένη του σελίδα. Τι σημασία; Μου ξέμεινε η κλινική Εύα, αυτήν είχα, αυτή μπήκε στο εξώφυλλο. Και διόλου αταίριαστα, τώρα που το σκέφτομαι. Το επόμενο βιβλίο μου, έβδομο πια, ονομάζεται «μ_otherpoem: μόνο λόγος». Κι έτσι όλα κάπως βγάζουν νόημα, αν και μπερδεύονται γλυκά ή γλυκόπικρα.

 

Τώρα (Φωτο: Πάνος Μιχαήλ)
Τώρα (Φωτο: Πάνος Μιχαήλ)

 

Ένα χρόνο πριν την χαροποιό έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, και αφού είχα ήδη ξεκινήσει να γράφω το δεύτερο, κάθισα και κατέγραψα, με τη σχεδόν αφελή σοβαρότητα που με διακατείχε (και με γλώσσα κρυφά εν απορία τελούσα) μια μικρή αναδρομή τού ποιος ήμουν ώς εκείνη τη στιγμή μες στη γραφή. Την παραθέτω σχεδόν αυτούσια, είναι κείμενο γραμμένο το 1998, άρα ήδη ένα δεκαεξάχρονο πράγμα, έφηβο κι αυτό, παλιό μα υπαρκτό.

Νά το:

 

 

ΑΝΩΡΙΜΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΓΡΑΦΗΣ (1990-1998)

 

[...]

Ας εξαιρέσω τη γνωστή ιστορία «καλός-μαθητής-γράφει-καλές εκθέσεις» ή κι ότι από εννιά χρονώ έγραφα μικρά "διηγήματα" επηρεασμένα κυρίως από θεατρικές παραστάσεις της τηλεόρασης ή σήριαλ. Αυτά, ναι, έχουν πλάκα. Τα κράτησα γιατί έχω μια δαιμόνια τάση να θεωρώ πως όλα πρέπει να κρατηθούν. Έχω βασίσει στη γραφή και τη συνέχισή της μέρος της ισορροπίας μου, όσο και αν κάτι τέτοιο μπορεί και να είναι επικίνδυνο.

 

Ξεκίνησα το 1990, ήμουν είκοσι χρονώ. Είχε προηγηθεί το 1987 ένα εκτεταμένο κομμάτι που το ήθελα μυθιστόρημα. Και τότε, το 1990, έγινε η ερωτική ιστορία που μου έμεινε σαν ορόσημο και άρχισα να γράφω έντονα, πριν κι από εκείνο το απόγευμα στο «Φρουτότυπο», όταν «απέδειξα» στον εαυτό μου πως μπορώ να γράφω πολύ, να γράφω ίσως καλά, να γράφω σαν τρελός. Άρεσαν και στον Γιάννη και στους άλλους, πήρα ώθηση. Ήρθαν οι δυο δημοσιεύσεις στο «Εντευκτήριο», τα λόγια του Μαρωνίτη, νόμισα πως κάτι είμαι. Σχεδίαζα τάχα βιβλίο, έγραφα και έγραφα, πειραματιζόμουν με διάφορους τρόπους γραφής, αν και χωρίς να τα βασανίζω σπουδαία, νόμισα πως είναι εύκολη δουλειά, γοητευτική ανυποψίαστη περίοδος. Τι ήθελα να κάνω ούτε ήξερα. Με γοήτευε ο Μάτεσις, ο Χειμωνάς, παλιότερα η Καραπάνου, αλλά και ο Δημητριάδης. Μετά ήρθε ο Γονατάς, ένιωθα συγγένειες με πολλούς, η ανακάλυψη του Σαχτούρη, και πάει λέγοντας. Ήταν όμως κυρίως το θέατρο, οι εικόνες, τα εικαστικά, ο κινηματογράφος, κι η ταπεινή τέχνη των βιντεοκλίπ που με επηρέασαν τότε αισθητικά. Κι έτσι πρέπει με τον καιρό, ως τώρα, να ’γραψα καμμιά τριακοσαριά κείμενα ξανά και ξανά, με μια μικροαστική επιμονή στη λεπτομέρεια και στις διορθώσεις που κάποτε με κούρασε και με καταπόνισε, με έφερε σε αδιέξοδο. Δεν ισχύουν σήμερα πολλά από αυτά τα κείμενα, πάντως λίγα δεν είναι. Καθοριστικό ρόλο όμως έπαιξε ο Γιάννης κι η στήριξή του, αργότερα και ο Δημήτρης. Αυτό μου έκανε και καλό και κακό. Το 1995 ετοιμάζω το πρώτο βιβλίο –ήδη 25 χρονώ μικρομέγαλος– και αρχίζω να το στέλνω σε εκδότες. Απαντήσεις δεν έρχονται, αρνήσεις, με κάθε εμπόδιο νά και η καταστροφή, πτώση του εγωισμού, ανασφάλεια, άρνηση να πολεμήσω, τρόμος αποτυχίας, φόβος του φόβου, χωρίζω, είμαι ήδη μπουκωμένος από τον εαυτό μου, δεν εμφορούμαι ή εμφορούμαι αρνητικά, νιώθω πως είμαι μια στιμμένη λεμονόκουπα, γέρος στα 26-27 του, περίπτωση χαμένη. Γίνομαι μυγιάγγιχτος ακόμη πιο πολύ. Η παράλογα παρατεινόμενη ερωτική μου ιστορία με πνίγει, μου κάνει κακό. Στο μεταξύ έχω πάρει την υπόθεση της γραφής πολύ στα σοβαρά, έχω χάσει το χιούμορ μου, διαβάζω λεξικά, βιβλία βιβλία βιβλία, γράφω ξανά και ξανά το ίδιο κείμενο, ωραία αλλά αποχυμωμένα. Μερικά καλά αποτελέσματα μου αποδεικνύουν πως η πολλή δουλειά μπορεί κάποτε να τρώει τον αφέντη, αλλά αποδίδει κιόλας. Όμως ποτέ τα βιβλία που θέλεις ή που πρέπει να διαβάσεις δεν τελειώνουν, ο κατάλογος ατελείωτος και αρχίζω να καταλαβαίνω πως πρέπει να χαλαρώσω για να ξαναβρώ το χιούμορ μου. Συνεχείς και τώρα ακόμη οι παλινδρομήσεις διαθέσεων, εύθραυστη η ισορροπία και διαρκώς απειλούμενη από εξωγενείς παράγοντες ή κάποια αρνητική κριτική, ακόμη και νύξη. Αυτό πρέπει να το αποβάλλω, ελπίζω με τον καιρό και με προσπάθεια. Πρέπει να έχεις και αλλού βασισμένο τον εαυτό σου, αλλιώς χάθηκες.

 

Μετά ήρθε η «φοβερή» περίοδος. Γι’ αυτήν την περίοδο ακόμη δεν θέλεις πολλά να λες, αν και λες πάντα. Σε στιγμάτισε, ελπίζεις όμως να άφησε δυνάμεις. Στειρότης εαυτού και γραφής, που κράτησε σχεδόν μισό χρόνο (Ιούλιος 1997 μέχρι Φλεβάρη 1998). Μα το «Υπνωτήριο» επιτέλους ετοιμάζεται τώρα να βγει στο «Εντευκτήριο». Λίγο πριν μάθω όμως το καλό νέο, έχω αρχίσει να ξαναγράφω κάτι, το ονομάζω «Σπίτι από πάγο όλο». Μου αρέσει.

 

Εδώ και δυο χρόνια έχουν προστεθεί στους επιδραστικούς πάνω μου συγγραφείς ο Μπέκετ –αν και τον έχω διαβάσει πολύ λίγο- (στην παραληρηματική εκφορά, στην μαρτυρία του πάσχοντος την ώρα που παθαίνει) και ο Πάβιτς (στη δομή, στη φόρμα της κατασκευής, στην πρόταση για μια αινιγματική εικονοποιΐα). Είναι όμως και οι Παραβολές του Ευαγγελίου ή τα Πάθη, και πρόσφατα κι ο Φώκνερ. Σ’ αυτά, πρόσθεσε στους λογοτέχνες και τη Λένα Πλάτωνος, ναι, ή άλλους ανθρώπους που γράφουν στίχους, Έλληνες, ξένους – ένα ευγενές μίξερ.

 

Το «Σπίτι από πάγο όλο», που τώρα γράφω, είναι πιο γλωσσοκεντρικό, οι εικόνες υποβάλλονται περισσότερο μέσω του λόγου και της αυτή-τη-στιγμή-δράσης-του-πάσχοντος. Έχω βρει ίσως μια φόρμουλα που προς το παρόν με βοηθά, μέχρι να εξαντληθεί κι αυτή. Όλο και πιο πολύ ρέπω στο θέατρο, εκεί είναι ο χώρος μου, αλλά νομίζω σ’ ένα θέατρο που υπάρχει μέσα στο ποίημα το οποίο δεν είναι φτιαγμένο για θεατρική χρήση. Γράφω καλύτερα τώρα, ο λόγος μου έσπασε, είναι πιο λιτός και μαζί πιο μπιρμπιλωτός, αλλά με λιγότερη προσπάθεια. Θα δούμε.  Έχω μπροστά μου πολλή δουλειά.

 

Εδώ και έναν χρόνο, δεν μου αρκεί ούτε με ικανοποιεί η φόρμα του πεζού ή του ποιήματος ή του πεζού ποιήματος κλπ. Ιδέα και μορφή πρέπει να τιθασεύονται διαρκώς και να αποτελούν μέσα και όχι αυτοσκοπό. Πάντως, θέλω επειγόντως να δοκιμαστώ και σε περίπλοκα συνθετικά εγχειρήματα, γιατί μου δίνουν την δυναμική της περιπέτειας, και επιπλέον ανταποκρίνονται στην εμμονή μου για δημιουργία ενός κειμένου-αντικειμένου, ενός είδους τέχνης που ξεφεύγει από την τρανή λογοτεχνικότητα. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Νομίζω πως προτιμώ να αποτύχω ή να με αγνοήσουν όταν γράφω έτσι, παρά αλλιώς.

[...]

 

(1998)