«Ο Στέφαν Τσβάιχ γράφει ακόμα από έναν κόσμο και για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Το ιδανικό του είναι άσκοπο, μη ρεαλιστικό, γελοίο, επικίνδυνο. Οι αναλογίες του δεν είναι κατάλληλες για ένα παρόν στο οποίο ο εχθρός έχει το πάνω χέρι. Σε τι χρησιμεύει η ανεκτικότητα σε έναν κόσμο όπου κινδυνεύει κανείς να χαθεί, μαζί με όλα αυτά για τα οποία ζει και γράφει;


"Ή πολεμήστε ή σωπάστε" του γράφει ο Γιόζεφ Ροτ. Ο Τσβάιχ δεν θέλει να πολεμήσει. Θέλει να κρατήσει το στόμα του κλειστό τα πρώτα χρόνια μετά την άνοδο των Εθνικοσοσιαλιστών στη Γερμανία, ακόμα και όταν τα βιβλία του καίγονται στην πλατεία της Όπερας στο Βερολίνο. Κρατάει το στόμα του κλειστό – για να μπορέσει να συνεχίσει με την ησυχία του τη δουλειά του, τη ζωή του. Για να μπορέσει ίσως να συνεχίσει να πουλάει τα βιβλία του στη Γερμανία, εξασφαλίζοντας έτσι και στο μέλλον επιρροή στους εκεί ανθρώπους, στους αναγνώστες του. Για ένα διάστημα μάλιστα αυτή η τακτική φάνηκε σαν να είχε αποτέλεσμα. Τα πρώτα χρόνια του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία τα βιβλία του Τσβάιχ εξακολουθούσαν να πωλούνται στα γερμανικά βιβλιοπωλεία.


(...) Ο Στέφαν Τσβάιχ ήταν ένας άνθρωπος που έψαχνε, έψαχνε διαρκώς τον πόλο της ηρεμίας μέσα του, την αυτοπεποίθηση. Άνθρωπος που θαύμαζε πάντα τους άλλους, για την ακλόνητη στάση τους στη ζωή και στον κόσμο. Ο ίδιος ήταν αναγκασμένος να καταβάλλει προσπάθειες για να στέκεται στα πόδια του χωρίς να παρατηρεί συνεχώς τον εαυτό του, παραμονεύοντας το λάθος, το παραστράτημα· ανησυχώντας μήπως δεν ήταν αρκετά καλός, αρκετά σωστός, αρκετά αξιοπρεπής και δυνατός. Για έναν τέτοιο άνθρωπο η απειλή της εξορίας αποδεικνύεται μοιραία. Η ύπαρξή του όλη ήταν βασισμένη στην πατρίδα του, στην ασφάλεια που του πρόσφερε η πατρίδα του, οι φίλοι του».

Από το βιβλίο του Volker Weidermannn Οστάνδη 1936, Στέφαν Τσβάιχ και Γιόζεφ Ροτ, το καλοκαίρι πριν από το σκότος (μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Άγρα).


Αντί για κείμενο σήμερα επιλέγω αυτά τα αποσπάσματα που αναφέρονται σε έναν επιφανή συγγραφέα του εικοστού αιώνα. Γιατί; Επειδή ο Τσβάιχ είναι για μένα το ίδιο πνεύμα της αμηχανίας. Ένας άνθρωπος δηλαδή που στάθηκε τελικά αδύνατον να διαπραγματευτεί τις τερατώδεις πλευρές και τη βία της πολιτικής πραγματικότητας του καιρού του. Δεν είχε όμως και τη στόφα της «αγωνιστικής πένας». Δεν μπόρεσε να μπει στον ρόλο του αντιφασίστα συγγραφέα που φτιάχνει το φρόνημα και διδάσκει. Ένας συγγραφέας με ήρωες τον Έρασμο και τον Μοντένιο δεν θα μπορούσε να επιζήσει για πολύ στον καιρό των σφαγών και των στρατοπέδων. Και ένας αστός καθηλωμένος στα ψυχολογικά δράματα της μη πολιτικής ζωής θα ήταν αδύνατο να αντέξει στο σοκ του χιτλερικής βαρβαρότητας.

 

Και αν δεν έχεις το θάρρος του πολεμιστή ούτε το σθένος της απόλυτης σιωπής, αν θέλεις να μιλήσεις, αλλά αυτά που λες δεν έχουν πια ενδιαφέρον για την ιστορική στιγμή, τι κάνεις; Αυτοκτονείς. Φεύγεις. Αποχωρείς από τη σκηνή, όπως έκανε και ο Τσβάιχ στη μακρινή Βραζιλία.

 

Είναι αναπόφευκτο να ψάχνουμε τον «πόλο της ηρεμίας» μέσα μας. Να αρνούμαστε, για παράδειγμα, να ακούσουμε ηχητικά, να διαβάσουμε δηλητηριασμένα μηνύματα. Ξέρουμε όμως πως την επόμενη στιγμή και στην άλλη γωνία θα πέσουμε πάνω σε αυτό που απωθήσαμε.


Διαβάζοντας ένα βιβλίο σαν αυτό του Βάιντερμαν, νιώθω φυσικά ξανά ευγνωμοσύνη για τη λογοτεχνία. Γιατί μόνο αυτή μπορεί να φανερώσει την ανθρώπινη πολυπλοκότητα και να σεβαστεί το αυθεντικό χάος που κατοικεί στις ιστορίες των επιφανών και των άσημων.


Μιλώντας έτσι για τον Τσβάιχ ο Βάιντερμαν αναφέρεται ουσιαστικά σε μια πολύ γνώριμη αυταπάτη: στην αυταπάτη ότι μπορεί να διαφυλαχτεί μια σφαίρα πνευματικής ελευθερίας όταν γύρω ο κόσμος σκοτεινιάζει και τα περιθώρια φυγής συρρικνώνονται. Αυτή είναι όμως η βαθύτερη παρηγοριά όλων των ανθρώπων που θέλουν να απαλλαγούν από τον κανιβαλικό φανατισμό που τους κυκλώνει. Νιώθουν πως η αποθέωση της πολιτικής περιέχει πάντα την κολακεία στη βία και στη στιγμιαία ανακούφιση που χαρίζει η βία.


Ήταν αυταπάτη πως η ζωή μπορούσε να συνεχιστεί με μικρές προσαρμογές και πως το κακό θα περάσει (από μόνο του ή από κάποια μαγική παρέμβαση). Αλλά σε κάθε εποχή επιστρέφει ο πειρασμός να το δούμε έτσι το πράγμα. Να κλείσουμε τα μάτια και όταν τα ανοίξουμε να έχουμε βρεθεί σε μια άλλη χώρα, σε μια καλύτερη στιγμή. Χωρίς τους γελοίους και εφιαλτικά κενούς τύπους που απασχολούν τη δημοσιότητα, τροφοδοτώντας μας ανελλιπώς με κύματα θυμού.


Είναι αναπόφευκτο να ψάχνουμε τον «πόλο της ηρεμίας» μέσα μας. Να αρνούμαστε, για παράδειγμα, να ακούσουμε ηχητικά, να διαβάσουμε δηλητηριασμένα μηνύματα. Ξέρουμε όμως πως την επόμενη στιγμή και στην άλλη γωνία θα πέσουμε πάνω σε αυτό που απωθήσαμε. Θα προσκρούσουμε στα ίδια πρόσωπα και κυρίως στις ίδιες επικίνδυνες ιδέες. Θα σκοντάψουμε πάνω στα ίδια λόγια που, όπως έγραψε ωραία ο Ανδρέας Πετρουλάκης, θυμίζουν πια τον κώδικα του υποκόσμου.

 
Πώς βάζεις τους διάφορους υποκόσμους στη θέση τους χωρίς να δανειστείς κάτι από τις μεθοδολογίες τους; Νομίζω πως ακόμα δεν έχουμε απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Ούτε ατομικά, ούτε, πολύ περισσότερο, συλλογικά και πολιτικά.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO