Η πρώτη αναγνωστική ανάμνησή της, οι «Άθλιοι» του Βικτόρ Ουγκό, έχει τη γεύση του πατημένου χώματος, της ελιάς και του λαδιού και τον ρυθμικό ήχο τακ-τακ-τακ από τον αργαλειό. Ήταν στο αγροτόσπιτο της Σκιάθου όπου παραθέριζε με τα δύο αδέλφια της και τη μητέρα της. Από τις ταινίες του Χίτσκοκ ανακάλυψε τον μυθιστορηματικό κόσμο της Δάφνης ντι Μοριέ, έναν κόσμο ανοίκειο αλλά και πραγματικό. Διάβασε σε μικρή ηλικία Ντίκενς, ένα από τα πιο δύσκολα έργα του, το μυθιστόρημα «Ζοφερός Οίκος». Αναγνωρίζει τον εαυτό της στη λογοτεχνία του μεσοπολέμου, στον Στέφαν Τσβάιχ, στον Γιόζεφ Ροτ. 

 

Της αρέσει ο Μπρούνο Σούλτς αλλά και ο Μάρτιν Βάλζερ. Λατρεύει τον Γιώργο Χειμωνά, ιδιαίτερα τον «Πεισίστρατο» και τις μεταφράσεις του. Τον γνώριζε προσωπικά, καθώς ήταν φίλος των γονιών της και συχνός επισκέπτης στο σπίτι τους. Θυμάται τη θεατρική φιγούρα του ψυχίατρου Χειμωνά να κυκλοφορεί στους διαδρόμους του Αιγινήτειου τυλιγμένος σε μια μπέρτα. Διαβάζει Έρση Σωτηροπούλου αλλά και Κάθριν Μάνσφιλντ. Διαβάζει Ε.Χ. Γονατά. Και βρίσκει θεραπευτικά τα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Η μις Μαρπλ είναι η αγαπημένη της ηρωίδα γιατί έχει πάντοτε ένα ερώτημα. Το βασικό και στοιχειώδες «τι είναι;».