Ο Γερμανός ομότιμος καθηγητής Χάιντς Γίργκεν Αξτ εξηγεί στη DW τι συμβαίνει με το Σκοπιανό και εκφράζει την άποψη ότι θα εκπλήσσονταν αν έκλεινε το ζήτημα της διένεξης για την ονομασία της ΠΓΔΜ μέχρι τέλος του χρόνου, αλλά η «ευκαιρία είναι εκεί».

Την ίδια ώρα σε εξέλιξη βρίσκονται διπλωματικές προσπάθειες μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ για το θέμα του ονόματος. Σήμερα ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ επισκέπτεται τα Σκόπια, ενώ έπεται στη Νέα Υόρκη η τριμερής συνάντηση εκπροσώπων από τις δύο χώρες με τον διαμεσολαβητή Μάθιου Νίμιτς.

 

Η κινητικότητα καταγράφεται θετικά στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, γιατί είναι η πρώτη φορά που οι δύο πλευρές ομιλούν απευθείας χωρίς προϋποθέσεις.

 

«Σε αυτό συνέβαλε η αλλαγή στην κυβέρνησης της ΠΓΔΜ, που δεν αναζήτησε την μακεδονική ταυτότητα στην αρχαιότητα» υποστηρίζει ο Χάιντς Γίργκεν Αξτ, ομότιμος καθηγητής Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης στο πανεπιστήμιο Ντούισμπουργκ-Έσσεν. «Η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την εποχή που ήταν αντιπολίτευση εμφανίζονταν συναινετική στο ζήτημα της ονομασίας χωρίς όμως να αναλαμβάνει σοβαρές προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση, όταν το 2015 αναρριχήθηκε στην εξουσία, προφανώς λόγω αντίδρασης των ΑΝΕΛ του κυρίου Καμμένου».

 

Το εγχείρημα δεν είναι απλό και συναντά εμπόδια και στις δύο χώρες, παραδέχεται ο γερμανός καθηγητής. Από την πλευρά της ΠΓΔΜ υπάρχουν οι οπαδοί του εθνικιστικού VMRO που έχουν αναγάγει το θέμα του ονόματος σε υπαρξιακό ζήτημα. Εκείνο που ζητούν είναι οικονομικές και κοινωνικές βελτιώσεις. Εάν επιτευχθούν από την κυβέρνηση, η πλευρά των Σκοπίων θα είναι πιο διατεθειμένη για συμβιβασμούς.

 

«Αλλά και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πιο έτοιμη για συμβιβασμούς. Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμούμε τον κίνδυνο αντιστάσεων» λέει ο Χάινς Γίργκεν Αξτ παραθέτοντας ποιες είναι αυτές. «Στις πρόσφατες σφυγμομετρήσεις 7 στους 10 Έλληνες αντιτίθενται στη χρήση του ονόματος ΄Μακεδονία΄.

 

Από τον φανατισμό στη ψυχραιμία

 

Αλλά χωρίς τη χρήση αυτής της ονομασίας ακόμη και η νέα κυβέρνηση των Σκοπίων δεν θα μπορούσε να διαπραγματευτεί συμβιβαστική πρόταση. Διαφορά καταγράφεται ανάμεσα στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ» συνεχίζει ο γερμανός καθηγητής. «Ποσοστό 54% από τους οπαδούς του πρώτου κόμματος δεν εμφανίζεται δεκτικό στη χρήση του ονόματος Μακεδονία από την άλλη πλευρά, για το δεύτερο το ποσοστό αυξάνεται στο 67%. Τέλος δεν θα πρέπει να παραβλέπονται οι ενδοιασμοί της ορθόδοξης εκκλησίας, όπως διατυπώθηκαν στην επιστολή του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου».

 

Υπάρχουν όμως και διαφορετικές συγκυρίες στο διεθνοπολιτικό σκηνικό σε σχέση με παλαιότερες προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος, θυμίζει ο γερμανός ομότιμος καθηγητής: οι αυξημένες προσδοκίες των δύο λαών και η πολυπλοκότητα στα Βαλκάνια, με παλιές άλυτες διενέξεις να ξαναβγαίνουν στο προσκήνιο. Και ίσως, όπως επισημαίνει ο Αξτ στη Deutsche Welle, να έχει έρθει η στιγμή στα Βαλκάνια που συνειδητοποιούν οι πολιτικοί, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, ότι θα πρέπει να πάρουν τη λύση των προβλημάτων στα χέρια τους χωρίς να περιμένουν θαυματοποιούς από έξω. «Η πλευρά των Σκοπίων θα είχε να κερδίσει περισσότερα, κάτι που από την ελληνική οπτική γωνία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα» εξηγεί ο γερμανός εμπειρογνώμων. «Η Αθήνα μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία της διεθνώς, αν και ορισμένες αποφάσεις που πήρε, όπως αυτή με τη σχεδιαζόμενη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, για την οποία δεν τήρησε την ενδιάμεση συμφωνία του 1995, δεν την έβλαψε ιδιαίτερα».

 

Πόσος χρόνος θα διαρκέσει η διαδικασία επίλυσης της διένεξης; Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι θα αποτελούσε θαύμα, αν ολοκληρώνονταν μέχρι τέλος του χρόνου, γιατί, ακόμη και η διαφωνία για το πώς θα γίνει η διαπραγμάτευση, είναι «φορτωμένη» με τακτικισμούς. «Η ευκαιρία υπάρχει. Πάντως και οι δύο πλευρές δεν θέλουν επ΄ουδενί να πληγεί το κύρος τους, κάτι που προϋποθέτει ένα ελάχιστο καλή θέλησης», εκτιμά ο Χάινς Γίργκεν Αξτ.

 

«Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι στο ζήτημα της ονομασίας για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης υπάρχει φανατισμός στους πολίτες και των δύο χωρών, έτσι ώστε θα πρέπει να αναζητηθούν τρόποι επιστροφής σε μια ψύχραιμη θεώρηση. Η κυβέρνηση των Σκοπίων έχει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με την ελληνική κυβέρνηση, επειδή δεν βρίσκεται τόσο καιρό στην εξουσία, όσο αυτή του κ. Τσίπρα.

 

Πηγή: Deutsche Welle

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr