Γεννήθηκα στην Αθήνα, στο Παγκράτι, αμέσως μετά την Κατοχή, και μεγάλωσα σε μια «κανονική» αστική οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, η μητέρα μου ήταν μια πολύ δυναμική γυναίκα, που δεν δούλεψε, δυστυχώς, όπως πολλές γυναίκες εκείνη την εποχή. Πήγα σχολείο στο Παγκράτι, και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο
• Οι γονείς μας μας ώθησαν στη μόρφωση και μας παρείχαν οτιδήποτε ζητούσαμε που είχε σχέση με τα γράμματα. Επίσης τους άρεσε πάρα πολύ το σινεμά, το θέατρο, το βιβλίο, η μουσική. Η μητέρα μου τραγουδούσε και έπαιζε πιάνο. Ο μεγαλύτερος αδερφός μου επίσης διάβαζε πάρα πολύ κι έτσι εγώ έπαιρνα από τα βιβλία εκείνου, και γενικά το διάβασμα ήταν πολύ βασικό στοιχείο μέσα στην οικογένεια.
• Επειδή δεν είχα και μεγάλη σχέση με τα θετικά μαθήματα, Μαθηματικά, Φυσική, αντιθέτως, αγαπούσα πολύ την Ιστορία και τη Γλώσσα, τη λογοτεχνία, όταν τέλειωσα το Γυμνάσιο επέλεξα τα θεωρητικά, έδωσα εξετάσεις και πέρασα στη Φιλοσοφική. Στο τέλος του δεύτερου έτους μπορούσες να διαλέξεις ανάμεσα στα φιλολογικά και στην Ιστορία-Αρχαιολογία και διάλεξα Ιστορία-Αρχαιολογία γιατί με ενδιαφέραν και τα δύο πάρα πολύ. Δεν έκανα τίποτα με αυτά στη συνέχεια.
Στην αρχή της δεκαετίας του ’70, ακόμα και του ’80, δεν μας αναγνώριζαν ως επάγγελμα εμάς τους επιμελητές, δεν υπήρχαμε καν για την εφορία, η οποία δεν μπορούσε να βρει τον περίφημο κωδικό για να μας κατατάξει.
• Τέλειωσα το πανεπιστήμιο μες στη Χούντα και κάποια στιγμή γνώρισα τον Φίλιππο Βλάχο, τον οποίον ερωτεύτηκα, γιατί ήταν ένας πολύ γοητευτικός άνθρωπος και είχε όραμα. Είχε εγκαταλείψει το θέατρο και αυτό που ήθελε να κάνει ήταν βιβλία – βέβαια το θέατρο δεν σταμάτησε ποτέ να το παρακολουθεί γιατί του άρεσε πάρα πολύ. Και έτσι ξεκίνησαν οι εκδόσεις Κείμενα. Το θέμα, όμως, δεν ήταν απλώς να εκδίδουμε βιβλία, ήταν επίσης να φτιάχνουμε βιβλία εμείς οι ίδιοι. Κάπως έτσι ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια της τυπογραφίας, παρότι δεν ξέραμε και πολλά πράγματα. Ο Φίλιππος κάτι παραπάνω ήξερε από εμένα, εγώ δεν είχα ιδέα, ούτε πώς φτιάχνεται ένα βιβλίο ούτε ότι υπάρχει κλασική τυπογραφία, στοιχειοθεσία και όλα αυτά. Αλλά είχαμε θέληση να μάθουμε, και μάθαμε.
• Μάθαμε από τους παλιούς μάστορες, πηγαίνοντας σε όλα τα τυπογραφεία για τα πρώτα βιβλία. Και μπήκαμε σε αυτό το υπέροχο ταξίδι σε μια εποχή που όλα γίνονταν με το χέρι. Τα πάντα. Δηλαδή αρχίσαμε να μαζεύουμε τα στοιχεία που έδιναν τα παλιά τυπογραφεία –είχε αρχίσει λίγο να ξεφτάει το πράγμα– και υπήρχαν ακόμα και κάποια στοιχειοχυτήρια, από τα οποία μπορούσες να αγοράσεις. Και έτσι, σιγά σιγά, παίρνοντας τα αναλόγια, τις κάσες και όλα αυτά, φτιάξαμε ένα μικρό τυπογραφείο. Στην αρχή με πολύ λίγες οικογένειες στοιχείων που στη συνέχεια εμπλουτίστηκαν, έγινε έτσι ένα πραγματικά αξιόλογο μικρό τυπογραφείο με πάρα πολύ ενδιαφέρουσες οικογένειες στοιχείων, που έβρισκε ο Φίλιππος δεξιά κι αριστερά, παντού όπου υπήρχε μία τρύπα την ξετρύπωνε για να τα πάρει.
• Έτσι, σιγά σιγά μάθαμε αυτό που λέγεται στοιχειοθεσία και που είναι κάτι σαν ένα πληκτρολόγιο. Οι δύο κάσες, η μία πάνω και η άλλη κάτω, με όλα τα γράμματα, πεζά, κεφαλαία, τόνους. Μόνο το άλφα ήταν ένα μακρινάρι ολόκληρο, με τους τόνους, τις υπογεγραμμένες, τις οξείες, τις βαρείες, τις περισπωμένες. Τέλος πάντων, τη μάθαμε τη δουλειά και τη φτάσαμε σε ένα πολύ καλό σημείο, και γράμμα γράμμα, σελίδα σελίδα, φτιάχναμε τα βιβλία. Δουλέψαμε και με τη μονοτυπία, ένα μηχάνημα που πληκτρολογεί και σου φέρνει χύμα το κείμενο και εσύ πρέπει αυτό το χύμα με απλά στοιχεία ή με πλάγια να το σελιδοποιήσεις και να το συνθέσεις. Αυτό διευκόλυνε πάρα πολύ, γιατί τα μεγάλα βιβλία δεν τα κάναμε πάντα όλα στο χέρι. Παράλληλα, έκανα και τις επιμέλειες και τις διορθώσεις των κειμένων κι ας μην είχα ιδέα τι σημαίνει αυτό. Δηλαδή είχα τα εφόδια ως φοιτήτρια, ήμουν καλή στην ορθογραφία και αυτό παίζει μεγάλο ρόλο, αλλά από εκεί και πέρα δεν είχα εμπειρία. Ένα πρωινό του Αυγούστου βρέθηκα σε μια μικρή αυλή των θαυμάτων, στου Αγησίλαου του Ζουμαδάκη το τυπογραφείο, όπου θα βγάζαμε τη «Ζωή του Γαλιλαίου» του Μπρεχτ. Και μου λένε «ιδού, διόρθωνε!», χωρίς να έχω ιδέα τι πρέπει να κάνω. Έτσι έμαθα και την τέχνη της διόρθωσης και της επιμέλειας.
• Μας άρεσε πάρα πολύ αυτό που κάναμε. Στον Φίλιππο άρεσε σελιδοποιώντας το κάθε βιβλίο να έχει τον δικό του χαρακτήρα, που σημαίνει άλλα πρωτογράμματα, άλλα κοσμήματα, που είχαμε μαζέψει πάλι από παλιά τυπογραφεία και επαναφέραμε αυτό που λέγεται κολοφώνας του βιβλίου – τώρα το λένε ταυτότητα και το βάζουνε μπροστά. Ο κολοφώνας είναι το τέλος του βιβλίου και αυτό υπάρχει από την αρχή της γουτεμβέργειας τυπογραφίας. Εκεί τα δίναμε όλα νομίζω – εκεί όλοι οι συντελεστές, εκεί κι εγώ, τελευταία. Ήταν το αγαπημένο μου σημείο, το οποίο και κράτησα όταν πια βγήκα στο ελεύθερο επάγγελμα.
• Μετά τον θάνατο του Φίλιππου το 1989, όταν έκλεισαν τα Κείμενα αυτήν τη δουλειά ήξερα κι αυτή συνέχισα, η οποία, οφείλω να ομολογήσω, μου άρεσε πάρα πολύ. Δηλαδή ήταν μια δουλειά που δεν με κούραζε. Με ενδιέφερε να δουλεύω με πολλούς και ενδιαφέροντες ανθρώπους. Έτσι κι αλλιώς στα Κείμενα είχαμε γνωρίσει και συγγραφείς και ποιητές – απ’ τους οποίους σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν κανείς.
• Μετά είχα την τύχη να δουλέψω με το ΜΙΕΤ, όσο ήταν ακόμα ο Εμμανουήλ Κάσδαγλης και στη συνέχεια ο Διονύσης Καψάλης. Εκεί ήταν ένα ακόμη σχολείο, γιατί εξέδιδαν μεγάλα βιβλία που πάντα τα προτιμούσα, δηλαδή τα βιβλία με τις παραπομπές, με τις σημειώσεις και με ψάξιμο για τα πραγματολογικά στοιχεία – αν πράγματι ίσχυαν όσα γράφονταν, γιατί πολύ συχνά οι συγγραφείς ανέφεραν ότι κάτι συνέβη το 1970 και μπορεί να ήταν το 1971. Αυτό ήταν το επάγγελμά μου.
• Η τυπογραφία, που είναι μια τέχνη 500 χρόνων, σου χαρίζει πάρα πολλά πράγματα: βλέπεις αλλιώς τη γλώσσα, βλέπεις αλλιώς το κείμενο, βλέπεις τις επαναλήψεις και το ύφος, έχω κερδίσει πάρα πολλά από αυτή την ασχολία μου. Επίσης, είναι μία τέχνη της υπομονής, σιωπηλή, όπως και η διόρθωση, όπου έχεις τον καιρό να σκέφτεσαι. Στην τυπογραφία μπορείς να σκέφτεσαι, δηλαδή συνθέτεις και σκέφτεσαι, οπότε έχεις ένα πεδίο πολύ ελεύθερο.
• Όταν έκλεισαν τα Κείμενα, δηλαδή στην αρχή της δεκαετίας του ’90, τον πρώτο καιρό μού έλειψε πάρα πολύ η δουλειά που έκανα με τα χέρια μου. Ένιωσα ότι μου πήραν κάτι πολύ σπουδαίο, που είχε τελειώσει. Αντιθέτως, δεν μου λείπει η διόρθωση μετά τη συνταξιοδότηση. Κουράστηκα, σαράντα τόσα χρόνια δούλεψα, έφτασε κάποια στιγμή που ένιωσα ότι μπορεί να μην ανταποκρίνομαι κιόλας πια τόσο πολύ. Ότι τα μάτια μου δεν βλέπουν πάρα πολύ καλά, δεν υπήρχε η ίδια προσήλωση που είχα παλιά, από τις 8-10 ώρες που μπορούσα άλλοτε να κάτσω με ένα κείμενο, μπορούσα πια μόνο 2-3. Και ομολογώ πως είχα την τύχη να κλείσω και με ένα δύσκολο βιβλίο του Σεφέρη, το τελευταίο από τις «Μέρες», το «Μέρες Η΄», το οποίο το βρήκα ιδανικό για να σταματήσω. Σταμάτησα στον Ίκαρο πια, με τον οποίο δούλεψα πολλά χρόνια και κάτω από πολύ ωραίες συνθήκες, όπως και στο ΜΙΕΤ. Δηλαδή μου δινόταν η ευκαιρία, η δυνατότητα να κάνω αυτό που μπορώ να κάνω, χωρίς περιορισμούς. Επίσης, δούλεψα, κι αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό για μένα, με τον Μαρωνίτη και τις μεταφράσεις στην «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια». Και αυτό ήταν ένα εξαιρετικό μάθημα.
Και κινηματογράφοι υπάρχουν και θέατρα. Και καλές παραστάσεις γίνονται. Και καλοί μικροί εκδοτικοί έχουν βγει. Αλλά θέλει και κάτι περισσότερο για να υπάρχει μια πνευματικότητα – δεν ξέρω τι.
• Υπάρχει ένα θέμα τού τι ήμασταν εμείς οι επιμελητές. Στην αρχή της δεκαετίας του ’70, ακόμα και του ’80, δεν μας αναγνώριζαν ως επάγγελμα, δεν υπήρχαμε καν για την εφορία, η οποία δεν μπορούσε να βρει τον περίφημο κωδικό για να μας κατατάξει. Στα βιβλία υπήρχε το όνομά μας, αλλά δεν ήταν ότι αν πήγαινες σε έναν άλλο εκδότη και ζητούσες δουλειά και του έλεγες «κάνω επιμέλεια» θα σε προσλάμβανε. Σου έλεγε «σιγά τώρα, δεν χρειάζεσαι εσύ, αρκεί το κείμενο που μου δίνει ο συγγραφέας». Παλιά την επιμέλεια και τη διόρθωση την έκαναν συχνά οι ίδιοι οι συγγραφείς, όπως ο Βάρναλης, ο Σεφέρης, ο Ρένος Αποστολίδης. Δεν υπήρχε η έννοια του διορθωτή. Εδώ δεν πληρώνονταν καλά καλά οι μεταφραστές. Δεν είναι έτσι ακριβώς όμως. Γιατί και οι καλύτεροι έχουν πάντα ανάγκη από κάποιον να διορθώσει γραμματικά λάθη, και συντακτικά και υφολογικά.
• Δεν μου ήταν πολύ δύσκολο να κάνω επιμέλεια σε ένα κείμενο, σεβόμουν πάρα πολύ τον συγγραφέα, ακόμα κι αν ένιωθα ότι δεν έγραφε καλά. Εγώ είχα κληθεί να βοηθήσω όσο γίνεται, και έχω βοηθήσει αρκετές φορές γιατί μπορούσα να συνεργαστώ με αυτούς τους ανθρώπους. Πιστεύω πάρα πολύ στη συνεργασία και μου αρέσουν οι άνθρωποι, τους αγαπάω. Δεν μπορείς να επιβάλεις στον άλλον, αλλά μπορείς σιγά σιγά να περάσεις διάφορα πράγματα. Έχουν δει τα μάτια μου από μεταφράσεις τέρατα, να τραβάω τα μαλλιά μου. Και το θέμα ήταν πώς θα πω έτσι τα πράγματα, ώστε να μη δυσαρεστηθούμε. Είναι δύσκολο, αλλά είμαι και τέτοιος χαρακτήρας που δεν είχα ποτέ δυσκολία. Ο Μαρωνίτης δεν ήταν ο ευκολότερος των ανθρώπων και μου είχαν πει διάφορα προτού συνεργαστούμε. Δεν είχα ποτέ κανένα πρόβλημα, κάθε τόσο μου έλεγε «νομίζεις ότι είναι σωστό έτσι εδώ;». Υπάρχουν όρια σε αυτήν τη συνεργασία. Σέβεσαι τη δουλειά του άλλου και τον ακολουθείς, δηλαδή μπορείς να συζητήσεις, αλλά δεν μπορείς να επιβάλεις. Τέλος πάντων, είχα την τύχη να δουλεύω με αυτούς που ζήταγαν μια καλή επιμέλεια, μια καλή διόρθωση και έτσι πήγαν τα πράγματα. Με τα χρόνια η δουλειά του επιμελητή απέκτησε αξία και πλέον είναι πολύ σημαντικό μέρος της όλης διαδικασίας.
• Πέρασα από όλες τις φάσεις της τυπογραφίας. Από τη φωτοσύνθεση, από το ψηφιακό, όπως και στη διόρθωση πέρασα από το μολύβι και μετά στον υπολογιστή. Αυτή η πορεία άξιζε πολύ. Συναντάς τελείως καινούργια πράγματα, που τα μαθαίνεις.
• Με επηρέασαν πάρα πολύ οι άνθρωποι που γνώρισα μέσα στα Κείμενα. Δεν ήταν ένας, ήταν πολλοί, ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Γιάννης Δάλλας, διαφορετικοί άνθρωποι, η Μάτση Χατζηλαζάρου, ο Άρης Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, σε διάφορα θέματα. Μετά, γίνονταν τόσες συζητήσεις, όλων των ειδών. Υπήρχαν συγκρούσεις για τη λογοτεχνία – για την πολιτική όχι και τόσο συχνά, αλλά οπωσδήποτε υπήρχε και αυτό το θέμα. Ήταν ένα μικρό στέκι ο εκδοτικός οίκος, όπου έρχονταν οι πάντες. Όλα αυτά οπωσδήποτε με διαμόρφωσαν και τους οφείλω πολλά, γιατί η σχέση με αυτούς τους ανθρώπους ήταν πάρα πολύ σημαντική για μένα.
• Ένα βιβλίο στο οποίο θυμάμαι να συμμετέχω δημιουργικά είναι η «Μεσόγειος» του Μπροντέλ που βγήκε από το ΜΙΕΤ, όπου είχα την τύχη να συνεργαστώ με τη φίλη Κλαίρη Μιτσοτάκη η οποία τη μετέφρασε. Αυτό ήταν για μένα πολύ ωραίο σχολείο και επίσης μια ανταλλαγή πολλών πραγμάτων. Υπάρχουν ακόμη βιβλία που δούλεψα, του Καβάφη, του Σικελιανού, μεγάλα βιβλία που χάρηκα τη δουλειά τους. Όπως επίσης ένα βιβλίο με τον Δασκαλόπουλο που χάσαμε φέτος, πάλι για τον Σεφέρη. Είναι κάποια βιβλία που είχαν τη δυσκολία τους, αλλά μου έδωσαν την ικανοποίηση ότι κάτι έκανα.
• Πιστεύω ακράδαντα ότι δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς κανένα λάθος. Υπάρχουν χοντρά λάθη, υπάρχουν μικρότερα λάθη, αλλά δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθη, όσες φορές και να το έχεις δει. Και στη διόρθωση το βλέπαμε και τρεις φορές και καμιά φορά τέσσερις και πέντε, αν μας δίνανε τον χρόνο και δεν είχαμε την πίεση να τελειώσει γρήγορα – συνήθως μας τον δίνανε. Και σαφέστατα έχω κάνει λάθη σε βιβλία.
• Το βιβλίο «Κείμενα 1969-1989, Μια στιγμή στην τυπογραφία» το έβγαλα το 2002 με τη βοήθεια πολλών φίλων και του άντρα μου, του Απόστολου Ηλιάδη. Ήθελα να βγάλω ένα βιβλίο για την τυπογραφία και να μιλήσω βεβαίως και για τις εκδόσεις Κείμενα. Δηλαδή να κάνω έναν κατάλογο των εκδόσεων. Αλλά αυτό που με ενδιέφερε πάρα πολύ ήταν το τυπογραφικό κομμάτι. Ζήτησα από τον τελευταίο τυπογράφο που δούλεψε για μας, τον εξαίρετο Νίκο Κοπάτο, που έχει πεθάνει κι αυτός πια, να μας δανείσει τα χέρια του. Ο φίλος Άγγελος Μίχας φωτογράφισε όλη αυτήν τη σειρά της σύνθεσης, της σελιδοποίησης. Υπάρχει ο χρονολογικός κατάλογος, με την ταυτότητα του κάθε βιβλίου και μερικές ιδιαίτερες παρατηρήσεις για κάποια από αυτά – περιέχονται όλα τα βιβλία που είχαμε βγάλει. Στο τέλος υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες από τον χώρο. Μάλιστα, οι χώροι των τυπογραφείων, και του δικού μας, ήταν πάντα ξεχωριστοί, είχαν πάντα ατμόσφαιρα και μύριζαν μελάνι, βενζίνη και χαρτί.
• Τα «Γαμοτράγουδα» ήταν η μεγάλη λατρεία του Φίλιππου, ο οποίος ήταν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, πολύ γοητευτικός, αναμφισβήτητα, με όραμα. Sui generis άνθρωπος. Κερκυραίος. Πέθανε πολύ νέος, 49 χρονών.
• Έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα και στον εκδοτικό χώρο και στα βιβλιοπωλεία. Δεν υπάρχουν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία και τα εκδοτικά που υπήρχαν –εγώ μεγάλωσα με τον Ελευθερουδάκη, εκεί με πήγαινε η μητέρα μου–, υπήρχε η Εστία, ο Κέδρος μετά κ.λπ. Τώρα είναι διαφορετικά τα πράγματα. Αλλά, οπωσδήποτε, βγαίνουν βιβλία. Βγαίνουν καλά βιβλία, βγαίνουν και κακά. Πάντα γινόταν αυτό. Βγαίνουν βιβλία σωστά φτιαγμένα, άλλα όχι τόσο. Οπωσδήποτε, όμως, έχει φτιάξει η ποιότητα της δουλειάς, κατά τη γνώμη μου. Βρίσκω πράγματα που μου αρέσουν πολύ.
• Η Αθήνα είναι αυτήν τη στιγμή σε μια πολύ περίεργη κατάσταση. Μπορεί να έρχονται όλοι αυτοί οι τουρίστες και να γίνεται χαμός, αλλά είναι μια πόλη σε άθλια κατάσταση. Τη βρόμα της νομίζω ότι δεν την έχουμε ξαναζήσει τα τελευταία χρόνια. Είναι ένα δράμα. Βεβαίως, έχουν γίνει πράγματα, δεν υπάρχει αμφιβολία. Και το 550 που παίρνω είναι καλύτερο λεωφορείο από ό,τι δέκα χρόνια πριν. Και κινηματογράφοι υπάρχουν και θέατρα. Και καλές παραστάσεις γίνονται. Και καλοί μικροί εκδοτικοί έχουν βγει. Αλλά θέλει και κάτι περισσότερο για να υπάρχει μια πνευματικότητα – δεν ξέρω τι. Εγώ είμαι μεγάλη, έχω ζήσει τελείως άλλα πράγματα, και μερικές φορές απογοητεύομαι, αλλά είμαι και λίγο αισιόδοξη. Μέχρι πολύ.
• Μου προσβάλλει την αισθητική το κακό γκράφιτι που δεν είναι γκράφιτι. Κι αυτό είναι μέρος της βρόμας μας. Δεν έχω τίποτα με τα γκράφιτι γενικά, αλλά αυτό το πράγμα, αυτή την μουτζούρα, δεν τη βλέπεις αλλού. Αν πας στο κέντρο, δεν βλέπεις κτίριο καθαρό. Ακόμα και κτίρια που θα έπρεπε να τα φυλάμε σαν θησαυρό ένα χάλι είναι. Και δεν κάνουν τίποτα. Έχουν παραιτηθεί οι άνθρωποι, γιατί τα βάφουν και τα ξαναβάφουν και πάντα τα βρομίζουν.
• Είναι πάρα πολύ δύσκολη πόλη η Αθήνα για να τη ζήσεις και να είσαι ευχαριστημένος. Εγώ προσπαθώ, γιατί κινούμαι εδώ, στο κέντρο. Αλλά είναι αφόρητη. Έχω ζήσει τρία χρόνια στο Παρίσι και ήταν πολύ ωραία. Και στη Ρώμη είναι πολύ ωραία, αλλά στην Αθήνα θέλω να ζήσω, γιατί εδώ γεννήθηκα, εδώ έχω τους φίλους μου, εδώ έχω τα πάντα.
• Μου αρέσει να περπατάω πάρα πολύ. Μου αρέσει να πηγαίνω σινεμά, να ακούω μουσική. Μου αρέσουν οι γάτες. Είχα πάντα γάτες, αλλά η τελευταία μού πέθανε. Μου αρέσουν ασήμαντα πράγματα. Να λύνω σταυρόλεξα. Να βλέπω τους φίλους μου, πάρα πολύ. Ζω πάρα πολύ με τους φίλους μου. Είναι ένα πράγμα που θεωρώ κατάκτηση, να μπορείς να έχεις φίλους, γιατί στενεύουν τα περιθώρια. Δυστυχώς, μεγαλώσαμε. Μου αρέσει η ζωή, η παρέα, το κρασί. Μου αρέσουν πάρα πολύ τα ταξίδια. Από μικρή, ό,τι οικονομία είχα ήταν για να κάνω ένα ταξίδι. Και ευτυχώς αυτό μου το παρείχαν και οι δικοί μου όταν ήμουν πολύ νέα. Και όταν πια είχα περισσότερα χρήματα, πάλι αυτό που σκεφτόμουν ήταν ένα ταξίδι. Υπάρχουν μέρη που τα ονειρεύομαι και που νομίζω ότι δεν θα πάω ποτέ. Και εντός και εκτός Ελλάδας. Δεν πειράζει. Τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να τα κάνουμε κι όλα. Ούτε να διαβάσεις όλα τα βιβλία ούτε να πας παντού. Είναι πολλά βιβλία που θα ήθελα να έχω διαβάσει και δεν το έχω καταφέρει και με πιάνει πότε πότε μια αγωνία. Λέω «αν είναι δυνατόν». Κυρίως με στενοχωρεί που δεν έχω διαβάσει πολλά αρχαία κείμενα. Τώρα, ας πούμε, διαβάζω Βιργίλιο, την «Αινειάδα», και είμαι πολύ ευχαριστημένη που κατάφερα να τη διαβάσω.
• Ένα βιβλίο που διάβασα τελευταία και μου άρεσε πολύ ήταν ο «Κηπουρός και ο θάνατος» του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, του Βούλγαρου, που είναι για τον πατέρα του, ο οποίος ήταν κηπουρός και πέθανε. Ήταν ένα βιβλίο που με συγκίνησε, μια ελεγεία.
• Έχω αρχίσει να δίνω πάρα πολλά βιβλία εδώ και δέκα χρόνια. Δηλαδή προσπαθώ να μειώσω όσο γίνεται τις βιβλιοθήκες μας, γιατί δεν πάει άλλο, αλλά δεν τα καταφέρνω. Γενικά, δεν έχω μεγάλη δυσκολία πλέον να ξεφορτωθώ πράγματα. Δηλαδή, αν αυτήν τη στιγμή μου πείτε «θέλω αυτό», εκτός αν είναι κάτι πολύτιμο για μένα, θα σας πω «πάρτε το». Το λέω με όλη μου την καρδιά σε όποιον έρχεται: «Σας αρέσει; Πάρτε το». «Διαβάστε το». Δεν μπορώ άλλο, γιατί στενεύει το πράγμα. Ωστόσο μου αρέσει να ζω με τα βιβλία μου, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, όπως και με κάποια άλλα πράγματα. Αλλά έχει τελειώσει αυτή η ιστορία τού να μην μπορώ να αποχωριστώ κάτι. Έχω αποχωριστεί τόσους ανθρώπους, που τι να μου πουν τώρα πια τα πράγματα!
• Με φοβίζει η βία. Η καθημερινή βία με τρελαίνει. Με τα μεγάλα τι να φοβηθείς; Ο πλανήτης βρίσκεται σε κρίση. Είναι έτοιμος να τιναχτεί στον αέρα. Να κάθομαι να φοβάμαι γι’ αυτό; Δηλαδή ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει. Αλλά αυτό το πράγμα της βίας, σε όλα τα επίπεδα, η λεκτική, η σωματική, η βία στα νέα παιδιά, στα μικρά, αυτό με τρελαίνει.
• Οι νέοι μού δίνουν ελπίδα. Και υπάρχουν πράγματα που διαβάζω και μου δίνουν ελπίδα. Τα μικρά πράγματα, που σου δίνουν χαρά εκεί που δεν το περιμένεις. Δεν θέλω να ζήσω χωρίς ελπίδα.
• Η ζωή με έχει μάθει να χαίρομαι τα λίγα και να πετάω τα περιττά, και να είμαι περισσότερο ανεκτική με τους ανθρώπους. Επίσης, ο θάνατος σου μαθαίνει πάρα πολλά πράγματα: να κοιτάς να είσαι καλά με τους ανθρώπους που αγαπάς, που σε αγαπάνε. Όχι ότι το καταφέρνω πάντα, διότι κάθε μέρα αντιμετωπίζουμε διάφορα και δεν είναι τόσο εύκολο. Χρειάζεται υπομονή μεγαλύτερη. Δεν είμαι πολύ υπομονετική, αλλά, τέλος πάντων, προσπαθώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.