Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Μετρονόμο η μελέτη του Γιώργου Ξεπαπαδάκου «Ο Πρώτος Επαγγελματίας Στιχουργός», που είναι αφιερωμένη στον Χαράλαμπο Βασιλειάδη ή «Τσάντα», όπως έγινε γνωστός στη μουσική πιάτσα.
Ο Βασιλειάδης γεννήθηκε το 1903 στο Ερένκϊοι (Οφρύνιο), στην περιοχή της Τρωάδoς, στη Μικρά Ασία και πέθανε εκεί όπου ζούσε για πολλά χρόνια, στη Νέα Φιλαδέλφεια, στις 17 Μαΐου 1970, στα 67 χρόνια του. Είχε προλάβει, όμως, με τα στιχουργήματά του να χαρακτηρίσει την τελευταία φάση τού (προπολεμικού) ρεμπέτικου και κυρίως να δώσει τεράστια πνοή στο (μεταπολεμικό) λαϊκό τραγούδι, του οποίου, για πολλούς, υπήρξε ο μέγιστος στιχουργός του – χωρίς να παραγνωρίζεται, βεβαίως, η προσφορά, σε αυτό, της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, του Κώστα Βίρβου, του Χρήστου Κολοκοτρώνη (και ορισμένων ακόμη).
Εν αντιθέσει, όμως, με την Παπαγιαννοπούλου (1893-1972) η ζωή της οποίας ερέθιζε από πολύ νωρίς (από τα σίξτις εννοώ) τη δημοσιογραφική ομήγυρη, με τον θάνατό της να αποτελεί «γεγονός» για ’κείνα τα χρόνια –και αφήνω εδώ κατά μέρος τα θεατρικά, κινηματογραφικά και εκδοτικά έργα, των τελευταίων ετών, που μεγέθυναν κι άλλο τη μνήμη της– η ζωή του Βασιλειάδη στην Ελλάδα υπήρξε πεζή, χωρίς εξάρσεις, και χωρίς τον μύθο να τη σιγοντάρει. Το ίδιο και ο θάνατός του, προφανώς, που θα περνούσε απαρατήρητος στην εποχή του.
Το μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι φτιάχνεται στο Μπαράκι του Μάριου, που ανοίγει το 1943. Ο Βασιλειάδης εκεί είναι βασικός θαμώνας. Η δερμάτινη τσάντα-χαρτοφύλακας είναι πάντα στα χέρια του ή δίπλα του και σ' αυτήν μπαινοβγαίνουν μόνον αριστουργήματα.
Μάλιστα, το γεγονός πως ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος υπήρξε γαμπρός του, καθώς είχε νυμφευθεί την αδελφή τού «Τσάντα» Νίκη Βασιλειάδη το 1942 (θα χώριζαν επίσημα το 1969, παρότι ο Παπαδόπουλος συζούσε με την Δέσποινα Σερέτη-Γάσπαρη ήδη από το 1959), «βοήθησε» στο να σκεπαστεί ακόμη περισσότερο η μνήμη του Βασιλειάδη στα χρόνια της πρώιμης μεταπολίτευσης.
Και ήταν, βεβαίως, κι εκείνη η διαχρονική φράση επευφημίας του πραξικοπηματία από τους χουντόφρονες (όπως θα αποδεικνυόταν στην πορεία), το διαβόητο «ωρέ Γιώργο Παπαδόπουλε», που προερχόταν από ένα δημοτικοφανές παρατράγουδο των Γιώργου Κόρου-Χαράλαμπου Βασιλειάδη («Το λεν οι πετροπέρδικες, το λέει και τ’ αηδόνι / ωρέ Γιώργο Παπαδόπουλε / για σένα μιλάει ο ντουνιάς, για σένα καμαρώνει»), τραγουδισμένο το 1968, σ’ ένα δισκάκι της Odeon, από τους Ανδρέα Βάσσιο-Νίντα Κανάκη, που, οπωσδήποτε, δεν άφηνε πολλά περιθώρια ανάκαμψης του ονόματος του «Τσάντα» – με το ενδιαφέρον, για την περίπτωσή του, να ανεβαίνει κάπως παραπάνω κυρίως την τελευταία δεκαπενταετία, με ορισμένα αφιερώματα σε τηλεοπτικές εκπομπές (Σπύρος Παπαδόπουλος), κάποια κείμενα (Κώστας Μπαλαχούτης), και βεβαίως, τώρα, με την έκδοση της βιογραφίας του.
Κι επειδή αναφέρθηκε η ερμηνεύτρια του λαϊκο-δημοτικού Κανάκη προηγουμένως, να σημειωθεί πως την ίδια εποχή (1968) οι Κόρος & Βασιλειάδης θα τύπωναν και το διαχρονικά επιτυχημένο συρτό «Είσαι νινί ακόμα / δεν ξέρεις πώς χαϊδεύουνε και πώς φιλούν στο στόμα» (πρώτη εκτέλεση: Νίντα Κανάκη-Θεόδωρος Θωμάς), σ’ ένα ακόμη δισκάκι της Odeon – τραγούδι, που ακούγεται ακόμη και σήμερα στα πανηγύρια και που κάποιοι το μάθαμε από την αξεπέραστη εκτέλεση της Έλενας Γιαννακάκη το 1977. Φυσικά, ο Ξεπαπαδάκος δεν στέκεται σ’ αυτά, γιατί αν όχι η ζωή τότε σίγουρα το έργο του Βασιλειάδη έχει άλλα σημεία να επιδείξει, που θα τα χαρακτήριζες μεγαλειώδη.
Ο συγγραφέας ακολουθεί τον δικό του τρόπο αφήγησης, που χοντρικά είναι γραμμικός, αν εξαιρέσεις α. το πρώτο κεφάλαιο («Εφ’ όλης της ύλης»), που είναι κάπως... προπαρασκευαστικό και β. κάποιες μικρές παρεμβολές, στα επόμενα κεφάλαια, που δεν ακολουθούν μιαν αυστηρή χρονολογική σειρά.
Εκείνο που ξεκαθαρίζεται από την αρχή είναι πως ο Βασιλειάδης υπήρξε ένας πολύ μορφωμένος άνθρωπος για την εποχή του – και βασικά πολύγλωσσος, καθώς μπορούσε να χειριστεί 4-5 γλώσσες. Επίσης, πως κατόρθωσε να γράψει περισσότερα από 2.000 τραγούδια –στην ΑΕΠΙ υπήρξαν καταχωρισμένα 1840(!) δικά του στιχουργήματα–, πως συνέβαλε στον εξευγενισμό των ρεμπέτικων στίχων μετά από την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου (1936), πως διάφοροι δικοί του στίχοι καταχωρίστηκαν σε άλλους (στον Στράτο Παγιουμτζή ή και στον Απόστολο Χατζηχρήστο), πως μπαίνει στο δημόσιο πριν από τον Πόλεμο (θα παραιτείτο αργότερα, για να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη στιχουργική), πως στήριξε όσο λίγοι την εβραϊκής καταγωγής τραγουδίστρια Στέλλα Χασκίλ, πως βοήθησε αποφασιστικά τον Στέλιο Καζαντζίδη στο δύσκολο ξεκίνημα της δισκογραφικής διαδρομής του και άλλα πολλά.
Ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης υπήρξε φοιτητής της ΑΣΟΕΕ (δεκαετία του 1920) και όπως γράφει ο Ξεπαπαδάκος «συμμετέχει ενεργά στο πολυτάραχο τότε φοιτητικό κίνημα και στις κοσμογονικές ιδεολογικές ζυμώσεις του Μεσοπολέμου». Μεταφράζει δε από νωρίς Ντοστογιέφσκι, Νίτσε, Φρόιντ, Γκαίτε, Σοπενχάουερ κ.ά. (για τους εκδοτικούς οίκους Γκοβόστη και Αναγνωστίδη), ενώ πολιτικά κινείται-μετακινείται σ’ ένα ευρύ φάσμα, από τον βενιζελισμό αρχικά, στον αρχειομαρξισμό-τροτσκισμό στη συνέχεια, υποστηρίζοντας, μετά από το μέσο της δεκαετίας του ’30, περισσότερο εθνικιστικές θέσεις (δεν θα ήταν ο μόνος).
Όλα αυτά περιγράφονται με λεπτομέρειες και σε επόμενα κεφάλαια (στο #3, «Ζώον πολιτικόν»), ενώ γίνεται ειδική αναφορά (στο #2, «Το τραύμα του ξεριζωμού») στην πρώτη 20ετία της ζωής του, στην Μικρά Ασία, όταν ο μικρός Χαράλαμπος χάνει τη μάνα του και τρία αδέλφια του – με τον ξεριζωμό του ’22 και τον ερχομό του στην Ελλάδα να διαμορφώνουν, αποφασιστικά, τον χαρακτήρα και την ψυχολογία του.
Από το κεφάλαιο #5 («Με τους ρεμπέτες του ντουνιά») και μετά, ο Ξεπαπαδάκος ξετυλίγει κυρίως την καλλιτεχνική διαδρομή του Βασιλειάδη, ο οποίος πριν ακόμη και από τον Πόλεμο, επιβάλλεται ως στιχουργική προσωπικότητα στην τελευταία φάση του ρεμπέτικου. Τότε γνωρίζεται με τους Βασίλη Τσιτσάνη, Απόστολο Χατζηχρήστο, Δημήτρη Σέμση, Μανώλη Χιώτη κ.ά. και τότε δίνει τους πρώτους σπουδαίους στίχους του.
Το μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι φτιάχνεται στο Μπαράκι του Μάριου, που ανοίγει το 1943, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, στην Ίωνος 8, κάτω από την Ομόνοια. Ο Βασιλειάδης εκεί είναι βασικός θαμώνας – αν και όταν ο θόρυβος θεριεύει μετακομίζει παραδίπλα, για να έχει την ησυχία του, προκειμένου να ολοκληρώσει κάτι που γράφει ή να διορθώσει κάτι άλλο. Η δερμάτινη τσάντα-χαρτοφύλακας είναι πάντα στα χέρια του ή δίπλα του και μέσα μπαινο-βγαίνουν μόνον αριστουργήματα.
Ο «Τσάντας» κερνάει τους πάντες με καταπληκτικά λόγια, πολλές φορές όντως τους κερνάει, δηλαδή τους τα χαρίζει, και κάπως έτσι όλοι οι μεγάλοι συνθέτες της εποχής θα βρεθούν με δικούς του στίχους στη δισκογραφία. Γιάννης Παπαϊωάννου, Βασίλης Τσιτσάνης, Γεράσιμος Κλουβάτος, Γιώργος Μητσάκης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Μανώλης Χιώτης, Στέλιος Χρυσίνης, Απόστολος Καλδάρας, Θόδωρος Δερβενιώτης, Γιάννης Τατασόπουλος, Γιώργος Ζαμπέτας, Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι μερικά από τα ονόματα, ενώ από τα χέρια του περνάνε όλοι οι μεγάλοι ερμηνευτές και ερμηνεύτριες της περιόδου (Σωτηρία Μπέλλου, Στέλλα Χασκίλ, Ρένα Στάμου, Στελλάκης, Ιωάννα Γεωργακοπούλου, Πρόδρομος Τσαουσάκης, Οδυσσέας Μοσχονάς, Στέλιος Καζαντζίδης, Πάνος Γαβαλάς, ακόμη και η Μαρίκα Νίνου, η Πόλυ Πάνου, η Γιώτα Λύδια, ο Στράτος Διονυσίου και άλλοι πολλοί).
Στο κεφάλαιο #8 («Παράδοση και αλλοτρίωση») ο Ξεπαπαδάκος επικεντρώνεται στις συνεργασίες του στιχουργού με τον Ζαμπέτα (τον «βοηθά» επ’ αυτού η μνημειακή βιογραφία της Ιωάννας Κλειάσιου), τον Πάνο Γαβαλά, τον Μιχάλη Μενιδιάτη, αλλά και στο «όψιμο ενδιαφέρον του Βασιλειάδη για τον οριεντάλ συρμό της ελληνικής δισκογραφίας», που οφειλόταν «σε λόγους βιοποριστικούς». Συνεργασίες με Γεράσιμο Κλουβάτο, Στράτο Ατταλίδη, Στέλιο Χρυσίνη, και με τον Ζαμπέτα να είναι ο μόνος, τελικά, που αντιτίθεται σε όσους «“κλέβανε τις Ινδίες, την Τουρκιά, την Αραπιά”».
Ο Ξεπαπαδάκος πιάνει τη σχέση κουνιάδου-γαμπρού, που υφίστατο μεταξύ των Χαράλαμπου Βασιλειάδη-Γεωργίου Παπαδόπουλου σε διάφορα κεφάλαια – μα κυρίως στο #9, που έχει τίτλο «Περασμένα μεγαλεία». Συνομιλητής του συγγραφέα είναι εδώ ο γιός του Παπαδόπουλου Χρήστος (ένα από τα παιδιά του με τη Νίκη Βασιλειάδη) και ανιψιός φυσικά του Χαράλαμπου. Ο Χρήστος Παπαδόπουλος, που ζει στην Αμερική σχεδόν εξήντα χρόνια, όπως διαβάζουμε, επισκεπτόταν συχνά τον θείο του με τον οποίο είχε πολύ καλή σχέση. Μπορεί ο Χ. Παπαδόπουλος να μην μιλάει για τον πατέρα του, σε σχέση με την πολιτική δράση του (λογικό), αλλά για τον θείο του λέει διάφορα, τα οποία καταγράφει ο συγγραφέας:
«Ως νεαρός επισκεπτόμουν τακτικά τον θείο μου. Από τις αρχές του 1960 και μέχρι το ’68, που έφυγα στην Αμερική (σ.σ. για σπουδές στο Northwestern University του Σικάγου). Ο λόγος ήταν ότι απολάμβανα κάθε συζήτηση μαζί του. Κουβεντιάζαμε για πολλά και διάφορα. Μου διάβαζε καινούργιους στίχους και τους διόρθωνε επί τόπου. Τον απασχολούσε η υγεία της γυναίκας του που ήταν εύθραυστη ή το νερό που η πίεσή του μειώθηκε στην κοντινή δημόσια βρύση. Κι όταν άφηνε τα καθημερινά περνούσε σε δύσκολα θέματα, που απαιτούσαν ειδικές γνώσεις. Τον ενδιέφερε η διάσπαση του ατόμου, η κατάκτηση του Διαστήματος από τους Ρώσους, η βιοχημεία του σπόρου τη στιγμή που φυτρώνει».
Ο Χρήστος Παπαδόπουλος μιλάει και για τον πατέρα του, σε σχέση με τον θείο του όμως:
«Ο μακαρίτης ο πατέρας μου εκτιμούσε πολύ τον κουνιάδο του. Χαιρόταν να τον συναντά. Συζητούσε διάφορα μαζί του, μα δεν γνωρίζω περισσότερα. Πήγαινε τακτικά πάντως, ακόμη και με τα μέσα συγκοινωνίας. Πριν λάβει υπηρεσιακό αυτοκίνητο».
Ο Ξεπαπαδάκος λέει πως ο Βασιλειάδης δεν επωφελήθηκε σε τίποτα από τη συγγενική σχέση του με τον Παπαδόπουλο, και πως είχε αρνηθεί ακόμη και να μετακομίσει σε καλύτερο σπίτι και καλύτερη γειτονιά. Απεναντίας βοηθούσε για κάτι καλό, όταν μπορούσε. Το επιβεβαιώνει και ο συνάδελφός του Λευτέρης Παπαδόπουλος αυτό (πολλοί Παπαδόπουλοι μαζεμένοι), ενώ ένα σχετικό περιστατικό θυμόταν και ο Ζαμπέτας (από το βιβλίο της Κλειάσιου):
«Μετά το ’67 είχανε πιάσει τον λογιστή μου, έναν οικογενειάρχη με παιδιά και τον στείλανε στη Γυάρο. Ήταν κομμουνιστής. Πήγα στον Βασιλειάδη τον “Τσάντα” και του λέω φρόντισε να βγει από ’κει. Μπάμπη μου, έχει οικογένεια ο άνθρωπος, τι σημαίνει που είναι κομμουνιστής, είναι καλό παιδί. Την άλλη μέρα ήτανε έξω».
Μετά από ένα αποτυχημένο επιχειρηματικό σχέδιο, περί το μέσο του ’60, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης πήρε την κάτω βόλτα. Δεν ήταν πολύ μεγάλος, ήταν λίγο επάνω από τα 60, αλλά εκείνα τα χρόνια το «πάνω από τα 60» ήταν κάπως σαν τα σημερινά... πάνω από 80. Οι άνθρωποι είχαν ζήσει πολύ δύσκολη ζωή. Ακόμη και όσοι είχαν καταφέρει κάπως να ορθοποδήσουν οικονομικά είχαν θυσιάσει μεγάλο κομμάτι του εαυτού τους. Όπως σημειώνει και ο Ξεπαπαδάκος: «Απογοήτευση, θλίψη, ασταμάτητο κάπνισμα, παραπανίσια κιλά και επιδείνωση της κλινικής του εικόνας συνοδεύτηκαν από γενικότερη παραίτηση και αδιαφορία». Το τέλος δεν θα ήταν μακριά...
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια σειρά στίχων του Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Μέχρι αυτό το σημείο δεν έχω αναφερθεί σε κανένα από τα τεράστια τραγούδια που έγραψε τα τριάντα πάνω-κάτω χρόνια της στιχουργικής διαδρομής του – μελοποιημένα από ιστορικούς συνθέτες και τραγουδισμένα από σπουδές φωνές, σε πρώτες, δεύτερες, τρίτες, τέταρτες ή... εκατοστές εκτελέσεις. Εδώ επιλέγω μόνον κάποια. Πάρτε βαθιά ανάσα...
«Η άμαξα μες στη βροχή / τράβα αμαξά, μη μου βραχεί / το κορίτσι που ’ναι μέσα / όμορφο σαν πριγκιπέσσα / μη μου βραχεί»
(1946)
«Ένα μήνα σ’ έχω χάσει βρε μπαμπέσα / κι όποιο κέντρο και να ιδώ μπουκάρω μέσα / θα σε βρω, πού θα μου πας κι αν έχεις φύγει / το βουνό με το βουνό μόνο δε σμίγει»
(1946)
«Βουνό με βουνό» - Στελλάκης Περπινιάδης, Μανώλης Χιώτης 1946
«Η νύχτα είναι παγερή / και σιγοψιχαλίζει / κι απ’ την απέναντι γωνιά / το καπηλειό φωτίζει»
(1947)
«Πριν το χάραμα μονάχος εξεκίνησα / και στο πρώτο μας το στέκι την αυγούλα γύρισα / Κάποια άλλη μ’ είχε μπλέξει με καμώματα / σ’ αγαπώ κι ήρθα κοντά σου πριν τα ξημερώματα»
(1947)
«Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί / αργά σαν σουρουπώνει / όταν θα πει το μπιρ Αλλάχ / το στήθος μου ματώνει»
(1947)
«Μπιρ Αλλάχ» - Στέλλα Χασκίλ 1947 (Γ.Σταμούλη)
«Τρελέ τσιγγάνε, για πού τραβάς / μέσα στη νύχτα μόνος πού πας / ο χωρισμός σου είναι καημός / μες στην καρδιά μου παντοτινός»
(1947)
«Το παράθυρο κλεισμένο / σφαλισμένο, σκοτεινό / για ποιο λόγο δεν τ’ ανοίγεις / πεισματάρα να σε ιδώ / Άνοιξε, άνοιξε, γιατί δεν αντέχω / φτάνει πια, φτάνει πια να με τυραννάς»
(1948)
«Με τούτη ’δω την παγωνιά κι αυτό το ξεροβόρι / τι έχει και στέκει στη γωνιά το πικραμένο αγόρι / Με σηκωμένο το γιακά, στην τσέπη του το χέρι / τι τον κρατά στην παγωνιά, ένας θεός το ξέρει»
(1948)
«Σιγά-σιγά φίλε μου, τ’ αμάξι / έφτασ’ η πεντάμορφη τις καρδιές να κάψει / Σε εξοχικό ήρθε να μεθύσει / και σαν ρεμπέτισσα μια βραδιά να ζήσει»
(1949)
«Η Πεντάμορφη», 1949, A. Χατζηχρίστος
«Απόψε μ’ εγκατέλειψες / πώς βάσταξε η καρδιά σου / και μες στη νύχτα χάνονται / αργά τα βήματά σου»
(1950)
«Απόψε μ' εγκατέλειψες», 1950, Σ. Χρυσίνης, Ρ. Στάμου
«Όταν κοιμάται ο δυστυχής κανείς μην το ξυπνήσει / ξεχνάει τα πάντα ο άνθρωπος τα μάτια του σαν κλείσει»
(1951)
«Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω, να με σκεπάσει το νερό / τη δύστυχη ζωή που κάνω να την αντέξω δεν μπορώ / Θα ξεχαστώ από τους φίλους, θα με ξεχάσουν συγγενείς / και θα χαθώ σ’ αυτά τα βάθη, που δεν τα πάτησε κανείς»
(1954)
«Σιγανοψιχάλισμα / δάκρυ-δάκρυ πέφτουνε της βροχής οι στάλες / πού να είσαι, χάθηκες, να με σκάσεις βάλθηκες / έχω λίγες συμφορές, θα μου φέρεις κι άλλες / με χτυπούν στο πρόσωπο σιγανοψιχάλες»
(1956)
«Σε πόνεσ’ η καρδιά μου και σε γουστάρει / θέλω τα δυο σου χέρια για μαξιλάρι / άσε να γείρω απόψε στην αγκαλιά σου / πες μου το ναι, καλέ μου, κι όλα δικά σου»
(1958)
«Ξεκινάμε, πάμε μακριά / σ’ άλλες χώρες, σ’ άγνωστα νερά / στο μουράγιο μένεις μόνη εσύ / πάντα ο νους μου θα ’ναι στο νησί / Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει / κι από τα μάτια σβήνει η στεριά / μες στα κατάρτια πετούνε οι γλάροι / κι εγώ σου λέω “έχε γεια”»
(1959)
«Οι γλάροι» - Πάνος Γαβαλάς & Βούλα Γκίκα
«Ένα καιρό που μ’ έστελνε η μάνα μου σχολείο / κι ο δάσκαλός μου μ’ έβαζε στο πρώτο το θρανίο / Ο πιο καλός ο μαθητής ήμουν εγώ στη τάξη / κι οι δάσκαλοί μου με είχανε μη βρέξει και μη στάξει»
(1961)
«Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου / να τραγουδήσω στερνή φορά / αύριο φεύγω, όλα τελειώνουνε / σβήνει για μένα κάθε χαρά / Ειν’ η καντάδα η τελευταία μου / μέσα στης νύχτας τη σιγαλιά / κλαίνε μαζί μου τα σκαλοπάτια σου / κλαίνε μαζί μου και τα πουλιά»
(1961)
«Έφυγες και πήγες μακριά / σύννεφα σκεπάσαν την καρδιά / σβήσαν απ’ τα χείλη τα τραγούδια / γύρω μαραθήκαν τα λουλούδια / και τα δειλινά / μια φωνή μου ψιθυρίζει μυστικά / δε θα γυρίσεις πια»
(1965)
«Τα Δειλινά» - Βίκυ Μοσχολιού
«Μη μου ξυπνάς το παρελθόν, μη μου μιλάς θλιμμένα / στη λήθη και στη μοναξιά ας παν’ τα περασμένα / δεν θέλω πια να με κοιτάς, με μάτια δακρυσμένα»
(1966)
«Η καρδιά μου πληγωμένη / σαν καμπάνα ραγισμένη / μυστικά με βασανίζει με μανία / η ζωή πριν μας χωρίσει / προσπαθώ να βρω μια λύση / αγωνία, αγωνία, αγωνία, αγωνία»
(1968)
«Αγωνία» - Τόλης Βοσκόπουλος
Και λίγο πριν από το τέλος... Ζαμπέτας (από το βιβλίο της Κλειάσιου):
«Ήμουνα στην Αμερική και δεν άντεχα άλλο, είχα κουραστεί κι όταν τελείωσα από κει, πήγα να ξεκουραστώ λίγο στο Λονδίνο. Με παίρνουνε τηλέφωνο τα παιδιά μου και μου λένε, μπαμπά πέθανε ο κύριος Βασιλειάδης. Κόκαλο εγώ. Πέθανε ο Μπάμπης. Κοκάλωσα. Μου ’λειψε ένα κομμάτι από πάνω μου. Γύρισα αμέσως και πάω στο σπίτι τους. Μου λέει η κυρα-Άννα ότι την ώρα που πέθανε άνοιξε την τσάντα του και έδωσε ένα τραγούδι για μένα. Το Πού ’σαι Θανάση. Σημαδιακό τραγούδι. Με έλεγε γιο του ο Τσάντας. Δεν είχε παιδιά, άκληρος ήταν. Αφού τα ποσοστά του απ’ τα τραγούδια που κάναμε ήτανε κανονικά το 50% κι ο γέρος ήθελε το ένα τρίτο. Έλεγε πως τα άλλα ανήκουν στα εγγόνια του, τα δικά μου παιδιά δηλαδή. Χρυσός άνθρωπος, μας αγαπούσε πάρα πολύ. Μεγάλος θησαυρός για το ελληνικό τραγούδι, απ’ τους μεγαλύτερους!».
«Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά όλες τις συνοικίες / δε θέλω πολυτέλειες και πολυκατοικίες / Είχα ένα παλιόφιλο, τα ίχνη του έχω χάσει / σ’ ένα στέκι απόμερο, το στέκι του Θανάση / Πού ’σαι Θανάση, πού ’σαι Θανάση / ήθελα να σ’ αντάμωνα / η γρουσουζιά να σπάσει...»
(1973)
Ωρέ Χαράλαμπε Βασιλειάδη... αυτή η κουβέντα σου, η τελευταία...
«Πριν το χάραμα μονάχος» - Στέλιος Καζαντζίδης