Γεννήθηκα στην Αθήνα, στο Παλαιό Ψυχικό, σε ένα αστικό περιβάλλον, προστατευμένο· είχαμε όμως την αίσθηση της γειτονιάς. Τα αυτοκίνητα δεν ήταν ακόμα τόσο πολλά και η κοινωνικοποίησή μας ήταν διαφορετική, δεν ήταν play date. Όταν τελειώναμε το σχολείο, ο αδελφός μου, εγώ και άλλα παιδιά από τη γειτονιά, από διαφορετικές ηλικίες, βγαίναμε στον δρόμο και παίζαμε όλοι μαζί κάτι ομαδικό.
• Η μητέρα μου είχε σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης, αλλά ανέλαβε τις επιχειρήσεις του πατέρα της. Ο παππούς μου είχε σχέση με την τέχνη γιατί ήταν συλλέκτης και μεγαλώνοντας στο σπίτι του έβλεπα κάθε τόσο άλλα πράγματα, άλλες ιστορίες, γιατί ορισμένοι από τους καλλιτέχνες που αγόραζε ήταν Γάλλοι. Το πιο βασικό ήταν το στίγμα του, το προσωπικό του γούστο, γιατί δεν υπήρχαν τότε art advisors ούτε πήγαινε να πάρει τα «σιγουράκια», έπαιρνε αυτά που του άρεσαν.
• Ήμουν σπασίκλας, παιδί που είχε καλούς βαθμούς σε όλα τα μαθήματα. Μου άρεσε το σχολείο και τα κατάφερνα εξίσου καλά στην Ιστορία και στην Έκθεση όσο και στα Μαθηματικά και στη Φυσική, οπότε ήταν δύσκολο να επιλέξω τι δρόμο να ακολουθήσω, ειδικά όταν στις Πανελλαδικές έπρεπε να διαλέξουμε δέσμη. Μου διάλεξαν την Α’ Δέσμη, και το πιο εύκολο ήταν να γίνω μηχανολόγος. Ήταν προβολές της εποχής, των γονιών μου, που έλεγαν ότι «το παιδί θα γίνει μηχανολόγος μηχανικός».
• Βέβαια, στη Νευροεπιστήμη και τη Γενετική λένε ότι όλα αυτά κληρονομούνται και ότι, πέρα από τη μεταφυσική, ερχόμαστε εδώ να επιτελέσουμε και κάποιο άλλο έργο. Πιστεύω ότι, όσο και να αρίστευα στα μαθήματα, το γεγονός ότι ήμουν γεννημένος καλλιτέχνης κάποια στιγμή θα αποκαλυπτόταν. Αυτή η αποκάλυψη ήρθε όταν ήμουν στο τέλος της εφηβείας· σπούδαζα στο εξωτερικό και αντί να πάω να κλαμπάρω, πήγαινα πολύ περισσότερο σε μουσεία και σε γκαλερί, αυτή ήταν η ψυχαγωγία μου. Όλοι πήγαιναν στο Λονδίνο, αλλά οι γονείς μου ήθελαν κάτι πιο δύσκολο. Το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης είχε ένα ιδιαίτερο στάτους, και επειδή και ο αδελφός μου κι εγώ ήμασταν γερμανόφωνοι, πήγα στη Ζυρίχη.
«Η Αθήνα μού φαίνεται τραγική γιατί το ατελιέ μου είναι στην Κυψέλη και βλέπω τι γίνεται εκεί, δεν βρίσκω τραπέζι για να πιω τον καφέ μου στην πλατεία. Όλο αυτό το hype και η τσαπατσουλιά με αφήνουν παγερά αδιάφορο».
• Συνέχισα τις σπουδές μου στην Αμερική, αλλά στο μάστερ μου κατάφερα να ασχοληθώ περισσότερο με τη φωτογραφία και μάλιστα με τη μικροσκοπική φωτογραφία υψηλών ταχυτήτων. Αυτό μου άνοιξε μια τεράστια πόρτα προς τα εικαστικά και την έκφραση.
• Όταν ήμουν φοιτητής στο Rensselaer Polytechnic, ξαφνικά άρχισα να κερδίζω διαγωνισμούς και κάποιοι άρχισαν να ενδιαφέρονται για το έργο μου – χωρίς να έχω δώσει ιδιαίτερη βάση. Στη Νέα Υόρκη πήγα την τελευταία χρονιά των ’80s, αλλά ήταν αποκαλυπτική γιατί βρέθηκα μέσα σε μια μεγάλη πάρα πολύ inclusive ομάδα με πολύ γνωστούς καλλιτέχνες. Ήταν πάρα πολύ εύκολα προσβάσιμοι, ήμασταν στα ίδια πάρτι που τραγουδούσε η Ντέμπι Χάρι των Blondie. Δεν υπήρχαν privé πάρτι, τα μόνα που ήταν κάπως δύσκολα ήταν αυτά του Studio 54, αλλά στο τέλος της δεκαετίας του ’80 είχε αρχίσει να παρακμάζει. Πιο πολλή πλάκα είχε να πας στο πάρτι της Ιβάνα Τραμπ που τότε ήταν hip –και δεν ξέραμε τι ήταν–, παρά να πας στο Studio 54. Αυτή ήταν η Νέα Υόρκη του ’89. Από την άλλη, βέβαια, ήταν πάρα πολύ δύσκολα τα πράγματα, λόγω της επιδημίας του HIV, που έφευγε πάρα πολύς κόσμος. Οπότε ένα μαύρο σύννεφο κάλυπτε όλο αυτό το ανυψωτικό συναίσθημα που έδινε η Αμερική και τις πόρτες που ανοίγονταν.
• Στην Αμερική κατάφερα να δω ποια είναι τα πράγματα που με ενδιαφέρουν ως θεματολογία και άρχισα να κάνω για πρώτη φορά το πρώτο οργανωμένο σώμα έργων μου που ήταν το «My Fair Malady». Ήταν πορτρέτα έγχρωμης φωτογραφίας, πάρα πολύ δύσκολα τότε, γιατί τα τυπώματα γίνονταν στο χέρι, οπότε έπρεπε να ξέρεις πάρα πολύ καλά από σκοτεινό θάλαμο για να μπορέσεις να βγάλεις μεγάλα τυπώματα και σωστά χρώματα. Όλο αυτό μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί υπήρχε και το χειροποίητο μαζί με την τεχνολογία από την οποία προερχόμουν. Αυτή η δουλειά ήταν και η πρώτη ατομική έκθεσή μου στην Ελλάδα, στην γκαλερί Ζουμπουλάκη το 1997.
• Με ενδιέφερε το σινεμά, αλλά επειδή ήμουν καλό παιδί και ίσως λίγο παραπάνω από ό,τι έπρεπε αστός, θεωρούσα ότι δεν έπρεπε να κάνεις το σπορ της εποχής και να κυνηγάς τον καλό παραγωγό, αυτό δεν το είχα. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεις, εκτός από θεματολογία, και χρηματοδότηση. Έπρεπε να ανταγωνιστείς τους Αμερικανούς συναδέλφους, οι οποίοι είχαν έμφυτο ένα γονίδιο τυχοδιωκτισμού που εγώ δεν το είχα. Έκανα εντυπωσιακό ξεκίνημα, αλλά κατάλαβα ότι δεν είμαι φτιαγμένος γι’ αυτό. Αυτό που συνειδητοποίησα ήταν ότι σε μια ταινία πρέπει, εκτός από άρτια σκηνοθεσία, να έχεις και πολύ καλή φωτογραφία και πολύ καλό σενάριο, πρέπει να συνεργαστείς σε όλα αυτά τα επίπεδα και ο καθένας να κάνει ένα μικρό αριστούργημα για να μπορέσει το όραμά σου να γίνει άξιο για πρώτο βραβείο. Έχω παίξει και σε ταινίες άλλων σκηνοθετών, μικρούς ρόλους, έχω συνεργαστεί και ως διευθυντής φωτογραφίας σε ταινίες άλλων συναδέλφων, και κατάλαβα πόσο εύκολα μπορεί η ιδέα ενός πεπειραμένου σκηνοθέτη να πάει στράφι αν δεν έχουν όλοι οι συμμετέχοντες ένα συγκεκριμένο ποσοστό επαγγελματισμού.
• Βρέθηκα στη Νέα Υόρκη σε μια εποχή που ήταν πραγματικά πεδίο μάχης για το φύλο και την ταυτότητα. Έβλεπα τις αντιδράσεις του πλήθους απέναντι στην κυβέρνηση, δηλαδή τις διαδηλώσεις που έκαναν οργανώσεις όπως η ACT UP και πώς διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους για ζωή, για έκφραση και για ελευθερία – για μένα αυτά ήταν πολιτικά μαθήματα. Ήμουν μικρός όταν έγινε το Πολυτεχνείο, οπότε το έχω απλώς ως μια ανάμνηση, ότι κάποτε έγινε, δεν είχα τα βιώματα που είχαν άλλοι, οι οποίοι τη δεκαετία του ’70 ήταν 17 και 18 χρονών. Οπότε για μένα αυτή ήταν η περίοδος αφύπνισης σε κοινωνικά και σε πολιτικά ζητήματα και αυτό αμέσως είχε αντίκτυπο στα πρώτα έργα μου.
• Με ενδιέφερε πολύ το περιθώριο, γιατί ένας αστός έχει δύο διεξόδους: ή θα πάει στην «υπερ-αστικότητα» ή θα πάει στο άλλο άκρο, δηλαδή πρέπει να εξερευνήσει κάτι μέσα στο οποίο δεν έχει μεγαλώσει και δεν το ξέρει. Εξερευνώντας ακριβώς αυτά τα άκρα, έκανα κάποια στιγμή μια σειρά έργων πάνω στην αισθητική της εξουσίας που ήταν κορόνες, και μάλιστα ιστορικές – μόλις είχε βγει το Photoshop και καθόμουν ώρες πάνω στο κομπιούτερ για να γίνουν αυτές οι εικόνες ακόμα πιο υπερρεαλιστικές. Σχεδόν ζωγραφική γινόταν πάνω στην οθόνη για να βγουν αυτές οι μεγάλες εκτυπώσεις. Η πόλη ήταν η «υπερ-αστικότητα», δηλαδή αυτή η υπερεξουσία, βασιλείς και αυτοκράτορες και τα λοιπά. Μέσα σε αυτά τα αντικείμενα που παρουσίαζα ήταν και τα κοσμήματα του αυτοκράτορα και της αυτοκράτειρας του Ιράν, όμως είχα ξεκινήσει από τα ρωμαϊκά χρόνια. Υπάρχει μία κορόνα των Βησιγότθων που είχαν φτιάξει οι Βυζαντινοί για να τους δώσουν κάποιο τίτλο πολιτικό, η οποία δεν είχε κανέναν βυζαντινό χαρακτήρα, καμία πολύτιμη πέτρα δεν ήταν κομμένη, ήταν εντελώς goth όλο αυτό το πράγμα. Τους είπαν «ξέρετε, είσαστε άξεστοι και αυτό σας αξίζει». Από την άλλη μεριά, έβαλαν έναν σταυρό πάνω στον κεντρικό πολύτιμο λίθο για να τους πουν «είσαστε υποταγμένοι στον χριστιανισμό». Τέτοια πράγματα με ενδιέφεραν, ειδικά η αισθητική της εξουσίας και οι εκφάνσεις της. Η πρόσβαση στο περιθώριο για μένα ήταν πολύ πιο σκοτεινή, πολύ πιο επικίνδυνη, αν και κάποιες βασιλικές οικογένειες που είχα γνωρίσει στην Αμερική είχαν την ίδια θαμπάδα γιατί ήταν εξόριστες, π.χ. η βασιλική οικογένεια του Ιράν στην καθημερινότητά της στη Νέα Υόρκη είχε τα ίδια προβλήματα με κάποιον που ζούσε στο δικό του περιθώριο, εκτός μιας συγκεκριμένης κοινωνικής συνθήκης. Αυτά τα πράγματα έχουν πολλούς κοινούς παρονομαστές, γι' αυτό το τραγικό στοιχείο υπάρχει και στους δύο αυτούς συναισθηματικούς τόπους. Π.χ. η πριγκίπισσα Λέιλα, η κόρη του Σάχη, αυτοκτόνησε, όπως και ένας άλλος γιος του.
• Όταν είσαι 20, λόγω των ερεθισμάτων αλλά και της βιοχημείας, δεν κάθεσαι να εξετάσεις αν αυτό που κάνεις είναι πολιτικό, κατά τη θεωρία της Σούζαν Σόνταγκ. Τη Σούζαν την ξέραμε από τα πάρτι της Άνι Λίμποβιτς και ήταν πολύ συμπαθής. Βεβαίως διαβάζαμε τη θεωρία της για το camp και, μάλιστα, την πρώτη μου έκθεση στην Ύδρα, στο Hydra School Projects, την είχα εμπνευστεί από αυτήν. Λεγόταν «Camp Summer» και νόμιζαν όλοι ότι κάνω κατασκήνωση για παιδάκια. Ναι μεν επηρεαζόσουν από τα μυαλά και από τους συγγραφείς που ήταν γύρω σου, αλλά δεν είχες τον χρόνο να αναλύσεις τι είναι πολιτικό και τι όχι, γιατί απλούστατα η τεστοστερόνη σου και όλο το excitement επειδή είσαι σε μια τέτοια πόλη, γνωρίζεις και κάνεις συζητήσεις με τους συγκεκριμένους ανθρώπους είναι κάτι τόσο μεγάλο που αναγκαστικά πρώτα δρας και ύστερα βλέπεις. Δρας και αντιδράς. Ύστερα συγκεντρώνεις κάποιες σκέψεις και αναλύσεις πάνω σε ό,τι έχει γίνει.
• Κατέγραφα τα πάντα. Στη Νέα Υόρκη κατέγραφα πώς χόρευε η Ιβάνα Τραμπ στο ίδιο πάρτι που ήταν και η RuPaul. Υπήρχαν εξωπραγματικές συμπεριφορές και εξωπραγματικές οντότητες, και προσπαθούσα όντως να καταλάβω πώς δρα αυτός ο παραμυθένιος κόσμος που ήταν η Νέα Υόρκη στο τέλος των ’80s με αρχές των ’90s.
• Καταλαβαίνεις ότι κάτι έχει χωνευτεί από το σύστημα όταν βλέπεις διαφημίσεις προϊόντων μαζικής κατανάλωσης να προβάλλονται μέσα από το περιθώριο, που ξαφνικά χρησιμοποιείται για λόγους μάρκετινγκ και ανάλωσης εικόνας, πολλές φορές κάτω από την ομπρέλα της συμπερίληψης. Οι ανθρωπολόγοι που συνάντησα και σπούδαζαν τότε στην Αμερική είχαν μια εντελώς διαφορετική αντίληψη των διάφορων κοινωνιών απ' ό,τι οι ανθρωπολόγοι τώρα. Είναι φοβερό πώς σε ορισμένες επιστήμες αυτή η κατάργηση των περιθωρίων έχει φοβερό αντίκτυπο. Πλέον τα όρια θα μετατεθούν, όχι τόσο στα περιθώρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Πλέον θα καταργηθούν και τα όρια μεταξύ μηχανής και ανθρώπου. Το νέο όριο θα οριστεί από το τι θα γίνει με το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και των κατασκευασμένων πάνω στο ρομπότ μηχανών, των σκεπτόμενων μηχανών.
• Το Λας Βέγκας ήταν επίσης πολύ σημαντική πόλη για μένα, μου έδωσε μεγάλη έμπνευση, γιατί εκεί όλα ήταν τεχνητά. Τότε το μεγάλο θέμα ήταν «artificial nature», η τεχνητή φύση, και ό,τι έβλεπα το θεωρούσα θέμα για τη δουλειά μου. Πήγαινα σε περφόρμανς των Siegfried & Roy και μας έκαναν ξενάγηση στους κήπους, στους οποίους διατηρούσαν τα ζώα τους, και όλα τα φυτά ήταν πλαστικά. Tο άσπρο λιοντάρι ήταν στη «φύση», αλλά η φύση ήταν από πλαστικούς φοίνικες, μια πλαστική ζούγκλα. Όλο αυτό το πράγμα είχε μια παράνοια, αλλά ήταν και προπομπός του πώς φεύγουμε από το φυσικό και μπαίνουμε σε μια άλλη ζώνη, που είναι φοβερά ελκυστική για το θέαμα.
• Δεν θέλω να πω πολλά για το camp, γιατί πλέον μόνο οι παππούδες μιλάνε για το camp. Κάποια στιγμή υπήρξε φοβερά επαναστατικός όρος, αλλά τα πράγματα έχουν εξελιχθεί τόσο ραγδαία και έχει πλέον συζητηθεί τόσο πολύ ο όρος, που βλέπεις μόνο κάποιους εξηντάρηδες και εβδομηντάρηδες να αναφέρονται σε αυτό. Ως αισθητική έχει διαβρώσει τη ματιά μου και αυτό το κρατάω, γιατί πολλά πράγματα τα έβλεπα μέσα από αυτό το πρίσμα.
• Μία από τις εκθέσεις στις οποίες δεν τηρείται αυτή η συνθήκη είναι αυτή που παρουσιάζω τώρα. Η «Περιτονία» είναι τόσο μίνιμαλ και τόσο γιαπωνέζικης αισθητικής, όσο δεν ήταν άλλες δουλειές μου. Φαίνεται ότι όσο μεγαλώνω τόσο βλέπω πράγματα με μια καινούργια προοπτική. Περιτονία (fascia) είναι το πλέγμα που συγκρατεί όλα τα όργανα μας. Είναι σημαντικό γιατί αυτό δίνει την πληροφορία για το τι κάνει το κάθε όργανο, δίνει ένα μικρό σινιάλο. Η έκθεση αυτή συνδυάζει πάρα πολλά πράγματα, μνήμες από τον πατέρα μου και τον πατέρα του, τον παππού μου, ο οποίος ήταν μεταξέμπορος από το Σουφλί – έκαναν παραγωγή μεταξιού και εμπόριο. Το πολύ ιδιαίτερο είναι πως θυμάμαι με μεγάλη μελαγχολία ότι πάντα στο σπίτι κάθε Μάιο είχαμε αυγά μεταξοσκώληκα και κάναμε μια μικρή εκτροφή, την οποία εγώ πήγαινα στο σχολείο για να πάρω το 10 από τη δασκάλα. Βέβαια, έκανα με αυτούς και διάφορα πειράματα, δοκίμαζα αν μπορούσαν να φάνε, εκτός από φύλλα μουριάς, και φύλλα από τον περιβάλλοντα χώρο του σχολείου· είχα καταφέρει μια ομάδα από μεταξοσκώληκες να τρώνε και φύλλα από λιγούστρα. Αυτή η έκθεση, βέβαια, είναι πολύ πιο εσωτερική. Τα χυτά γλυπτά είναι κλαδιά από δέντρα, τα οποία οι Υδραίοι χρησιμοποιούν στην αρχιτεκτονική των παλιών σπιτιών· τα λένε σχίζες. Όλα αυτά έχουν χυτευτεί σε αλουμίνιο και συνδέονται με βιομηχανικούς συνδέσμους. Πάνω τους υπάρχουν γνάθαλα και μετάξι και κουκούλια από μεταξοσκώληκες. Όλα είναι από φετινή παραγωγή. Ταυτόχρονα υπάρχουν και κάποια ταψιά με ζωντανούς μεταξοσκώληκες, οι οποίοι ήδη έχουν μπει στον τελευταίο ύπνο τους και αρχίζουν και κάνουν τα κουκούλια τους. Μου αρέσει να έχει η φύση το πάνω χέρι στη σύνθεση του τελικού γλυπτού. Μ' αρέσει πάρα πολύ και παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια όλο αυτό το κίνημα που λέγεται διαισθητική επικοινωνία μεταξύ ειδών (intuitive interspecies communication). Πιστεύω ότι πλέον έχουμε εξελιχθεί τόσο που μπορούμε να συναισθανθούμε τι γίνεται σε έναν ζωικό οργανισμό. Και αυτό το δοκιμάζω τώρα με τη δική μου γλυπτική.
• Ένα από τα έργα που με είχαν συγκινήσει ως πιτσιρικά μηχανολόγο ήταν μια περφόρμανς του Γιόζεφ Μπόις, που τον είχαν περί πολλού οι Ελβετοί και ήταν σούπερ σταρ εκείνη την εποχή. Τη δεκαετία του 1960 είχε κάνει μια καταπληκτική περφόρμανς, «πώς να εξηγήσεις εικόνες σε έναν νεκρό λαγό», που όταν την είδα σφράγισε τη ζωή μου. Η δικιά μου «Περιτονία» είναι μια απάντηση σε αυτήν τη σφραγίδα, σε αυτή την αποτύπωση. Επίσης είναι και μια απάντηση στη «Βουγονία» του Λάνθιμου, όπου υπήρχαν μέλισσες αντί για μεταξοσκώληκες.
• Παλαιότερα, επειδή πατούσε πάνω στο camp, η αισθητική μου ήταν πιο αμερικανική. Δηλαδή και το «Family Matters», που ήταν οικογένειες παιδιών με άλλη ταυτότητα στον χώρο που μεγάλωσαν, ήταν ένα έργο βίαιο που είχα προσεγγίσει με ψυχολογικούς όρους. Τότε η δουλειά μου ήταν όντως πιο αμερικανική, τώρα είναι πιο ασιατική. Και μέσα σε όλα αυτά έχω περάσει και από το ελληνικό, με την έννοια του φολκλόρ, της υφαντικής, των τσολιάδων. Καθόμουν κι έβλεπα τους τίτλους των διάφορων εκθέσεών μου και είναι σαν μια μικρή βιογραφία, γιατί για μένα όλα έχουν κάποιο νόημα.
• Έγινα curator έγινα επειδή πιστεύω στη συγχρονικότητα. Όταν σου παρουσιαστεί μια ευκαιρία, πρέπει να τη δοκιμάσεις και να δοκιμαστείς. Οπότε βρέθηκα στη Γερμανία και μου πρότειναν να οργανώσω και να στήσω κάποιες εκθέσεις υπό την αιγίδα της ελληνικής πρεσβείας. Ο τίτλος τους ήταν «Μέρες Ελληνικού Πολιτισμού στη Γερμανία». Η πρεσβεία ήταν ακόμη στη Βόννη, εγώ έμενα στο Αμβούργο, στην πόλη που θα φιλοξενούσε αυτά τα πολιτιστικά δρώμενα. Η μορφωτική ακόλουθος στην πρεσβεία μας γνώριζε τη φωτογραφική μου δουλειά που είχε παρουσιαστεί στο Μουσείο της Βόννης εκπροσωπώντας κάποια στιγμή την Ελλάδα, πάλι με ένα πορτρέτο από τη σειρά «My Fair Malady», και μου είπε «εφόσον είσαι στο Αμβούργο, θέλεις να ασχοληθείς με αυτό;». Απάντησα «ναι, αλλά οι όροι θα είναι δικοί μου, με ενδιαφέρει η φωτογραφία, αλλά δεν θέλω να δείξουμε κάτι με το οποίο δεν έχω απόλυτη σχέση». Δηλαδή κάτι που θα έδειχνε η Εθνική Πινακοθήκη τότε. Οπότε στήσαμε την πρώτη έκθεση στον παλιό και κατεστραμμένο από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο καθεδρικό ναό του Αμβούργου, την Αγία Αικατερίνη, και συμπεριέλαβα πορτρέτα μοναχών από το Άγιο Όρος δύο Γερμανών φωτογράφων.
• Αυτή η έκθεση είχε τέτοια επιτυχία που ο δήμαρχος του Αμβούργου συνεχάρη και το προξενείο και όλη την ομάδα. Βασικά μού άνοιξε τους ορίζοντες, δείχνοντάς μου ότι και στην επιμέλεια εκθέσεων μπορεί κανείς να είναι φοβερά δημιουργικός. Πλέον κατάλαβα πώς κινείται το όλο σύστημα με τις χορηγίες, με τους δανεισμούς από καλλιτέχνες, από μουσεία κ.λπ. Η δεύτερη έκθεση φωτογραφίας που κάναμε με το προξενείο ήταν φωτογραφίες από την Κατοχή, της θρυλικής Βούλας Παπαϊωάννου, που επιλέξαμε να παρουσιαστούν όχι σε γκαλερί αλλά στον χώρο του Πανεπιστημίου του Αμβούργου, ώστε οι νέοι Γερμανοί να βλέπουν πώς πέρασαν τα χρόνια της Κατοχής οι Έλληνες.
• Εκεί ξεκίνησε αυτό και επειδή οι προτάσεις μου είχαν γνωρίσει επιτυχία, θέλησα να το συνεχίσω. Έτσι, ερχόμενος πλέον στην Ελλάδα, και αφού εργάστηκα για τρία χρόνια για τη συλλογή της Pauline Karpidas που είχε έναν χώρο στην Ύδρα, αποφάσισα να κάνω το δικό μου βήμα και να αρχίσω τις δικές μου εκθέσεις, υπό τους δικούς μου όρους: θα έδειχνα πάρα πολλούς ξένους καλλιτέχνες, δεν θα εκπροσωπούσα καλλιτέχνες – τότε συνήθιζαν οι γκαλερί να έχουν καλλιτέχνες από το δικό τους «στάβλο». Ήθελα να δείξω όσο πιο πολλές δουλειές μπορούσα. Έτσι, αυτήν τη χρονιά, που είναι η 27η του Hydra School Projects –πρέπει να ευχαριστήσω και τους τρεις δημάρχους της Ύδρας που έχουν συμβάλει σε αυτήν τη σχεδόν 30ετία–, μπόρεσα να δείξω σχεδόν 350 ξένους καλλιτέχνες συν πολλούς Έλληνες, από πιτσιρικάδες ως καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών.
• Το Hydra School Projects γεννήθηκε από βαρεμάρα. Ήμουν στην Ύδρα, εργαζόμουν στον χώρο της γκαλερί της Pauline Karpidas, και κάποια στιγμή έρχεται ο Δάκης Ιωάννου και μου λέει «βρε Δημήτρη, πάρα πολύ ωραίες είναι οι εκθέσεις και όσα γίνονται εδώ» –τότε ο Δάκης είχε ανοίξει το ΔΕΣΤΕ στο Ψυχικό και είχε συμπεριλάβει τη δουλειά μου, μάλιστα είχε αγοράσει έργα τα οποία είχε δείξει στην εναρκτήρια έκθεση, την οποία είχε επιμεληθεί η Κατερίνα Γρέγου–, «αλλά stop babysitting Pauline's collection». Με ενόχλησε αυτό, αλλά με ταρακούνησε κιόλας. Βασικά μου έλεγε «περιμένουμε κάτι περισσότερο από σένα, από το να τρέχεις τον συγκεκριμένο χώρο». Και πρέπει να σου πω ότι από την πρώτη κιόλας χρονιά είχαμε έργα διεθνών καλλιτεχνών που είχαν παρουσιαστεί στην Μπιενάλε της Βενετίας. Νομίζω ότι κάθε χρόνο ο πήχης ανεβαίνει ακόμα πιο ψηλά. Και πάντοτε τα θέματα αφορούν εμένα, είναι αυστηρά προσωπικά, ό,τι υπάρχει στο κεφάλι μου την εκάστοτε περίοδο, γι' αυτό διευρύνω τον κύκλο επικοινωνίας των θεμάτων που με απασχολούν και με άλλους συναδέλφους. Έτσι λειτουργεί αυτό. Και από ένα ανεξάρτητο πρότζεκτ που νομίζαμε ότι θα είναι για το κέφι του καλοκαιριού έχουμε κάνει δύο εκδόσεις, γύρω στις 750 σελίδες συνολικά, και προχωράμε. Τελικά κανείς δεν μπορεί να πει από πριν τι θα είναι αυτό που θα ριζώσει και τι θα είναι αυτό που θα έχει βραχύ βίο.
• Με τη γλυπτική ασχολήθηκα γιατί είχα το πάθος με τη φωτογραφία. Πιστεύω ότι η φωτογραφία είναι πιο κοντά στη γλυπτική παρά στη ζωγραφική, και όταν ξαφνικά είδα όλοι να έχουν μια πολύ καλή φωτογραφική μηχανή στο κινητό τους, όλοι να βγάζουν τις δικές τους φωτογραφίες κ.λπ., και να υπάρχει ένας υπερκορεσμός στην προσφορά εικόνας, άρχισα να αποτραβιέμαι. Είδα ταυτόχρονα ότι, όπως το περιθώριο γίνεται mainstream, έτσι και η φωτογραφία ξαφνικά έγινε προσβάσιμη στον καθένα και όλοι, πάνω κάτω, επειδή βλέπουν, ζουν με την εικόνα πλέον, μεγαλώνουν με αυτήν, ξέρουν τους κανόνες του παιχνιδιού, τι είναι φωτογραφία. Δεν ξέρουν όμως τους κανόνες της γλυπτικής. Και επειδή ως Έλληνας θεωρώ ότι έχουμε ένα ιδιαίτερο DNA όσον αφορά τη γλυπτική, ξαφνικά έγινε αυτή η μετατόπιση, και έκανα τα πρώτα μου γλυπτά με μεγάλη χαρά.
• Μ’ αρέσει ο σκοτεινός θάλαμος, ο χώρος του χυτηρίου, οπότε μ’ αρέσει η ιδέα του χειροποίητου. Μάλιστα, τώρα που στο χυτήριο υπάρχει μια ομάδα που εργάζεται για κάτι τέτοιο, μ' αρέσει πάρα πολύ. Έτσι, από το 2011 και ύστερα παρουσιάζω περισσότερο γλυπτική και λιγότερο φωτογραφία. Φέτος, ας πούμε, έκανα ένα πρότζεκτ πάνω στους ψαραετούς, συγκεκριμένα ένα ζευγάρι ψαραετών που έρχονται κάθε χρόνο στην Ύδρα για να φωλιάσουν. Αυτοί ερωτοτροπούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ανεβαίνουν ψηλά στον ουρανό, αλληλογραπώνονται με τα νύχια τους και αρχίζουν και στροβιλίζονται σε μια σπείρα με τέτοιον τρόπο που αν δεν απομακρυνθούν συντονισμένα τα νύχια του ενός από του άλλου, θα σκάσουν στα βράχια. Πρόκειται για τον απώτατο συντονισμό δύο σωμάτων, για έναν όρκο πίστης. Αυτό το θεωρώ πάρα πολύ ποιητικό κι έτσι έκανα μια σειρά από φάσεις αυτής της ερωτοτροπίας. Είναι φωτογραφία που τυπώθηκε πάνω σε αλουμίνιο, γλυπτική πάλι.
• Μένω τα καλοκαίρια στην Ύδρα γιατί το περιβάλλον είναι πάρα πολύ γνώριμο, δεν μου κρύβει εκπλήξεις. Καταφέρνω να απομονώνομαι, να σκεφτώ και να εργαστώ. Δεν έχω καμία ρίζα στο νησί, πήγα ως πιτσιρικάς με ιστιοπλοϊκό, αλλά είναι πού θα ρίξεις άγκυρα τελικά στη ζωή. Στην Ύδρα βρίσκω τη γειτονιά που μεγάλωσα, υπάρχουν αυτοί που θα βγω και θα πούμε ένα σωρό καλημέρες πηγαίνοντας στο ταχυδρομείο να πάρω την αλληλογραφία μου. Αυτό μου αρέσει πάρα πολύ. Και επίσης μ’ αρέσει ο αργός, ράθυμος ρυθμός. Αυτό μου πάει. Και αυτό το λέω αφού έχω ζήσει μια δεκαετία στο Μανχάταν. Νομίζω ότι λειτουργώ καλύτερα σε αυτούς τους ρυθμούς και είναι πιο ανθρώπινο για μένα. Όχι ότι δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω σε μεγαλύτερη ταχύτητα, αλλά αυτό επέλεξα και μ’ αρέσει. Έχω τον χρόνο να ζυμωθούν μέσα στο κεφάλι μου διάφορα πρότζεκτ και διάφορες ιδέες, βλέπω ότι τα αποτελέσματα βγαίνουν αβίαστα, χωρίς deadlines, που σε ένα δυτικότροπο lifestyle θα τα είχα αναγκαστικά.
• Η Αθήνα μού φαίνεται τραγική γιατί το ατελιέ μου είναι στην Κυψέλη και βλέπω τι γίνεται εκεί, δεν βρίσκω τραπέζι για να πιω τον καφέ μου στην πλατεία. Όλο αυτό το hype και η τσαπατσουλιά με αφήνουν παγερά αδιάφορο. Και είμαι πολύ χαρούμενος που κάνοντας ένα βήμα πίσω, πηγαίνοντας στην Ύδρα, είμαι τελικά μπροστά. Έτσι το αισθάνομαι.
• Το πιο μεγάλο μου όφελος από αυτό που κάνω είναι η ψυχική ηρεμία. Αλλά για να φτάσεις να είσαι καλά, πρέπει να έχεις κάνει διάφορες επιλογές. Και μία από αυτές που έχω κάνει είναι να είμαι μόνος. Ξέρεις, να μην έχω οικογένεια. Υπάρχει αντίτιμο, σε όλα.
• Μου αρέσει να ασχολούμαι με τα ζώα, με τα φυτά. Να μην κάνω τίποτα και να κοιτάζω τη θάλασσα. Και να κλέβω συνέχεια μούρα, μουρόφυλλα και τους μεταξοσκώληκες. Αυτές είναι οι ουσιαστικές χαρές. Να πηγαίνεις να δεις την Τίλντα Σουίντον και να χαίρεσαι που πάρκαρες κάτω από μια καταπληκτική μουριά, και που έφαγες τα μούρα.
• Με ενοχλεί που έχουμε ξεχάσει ως Έλληνες την ταπεινότητα και την απλότητα. Όλοι είμαστε περίπλοκοι, λειτουργούμε με αναβαθμισμένα προγράμματα, με περίπλοκες συμπεριφορές και δυστυχώς με υπεροψία. Ίσως γι' αυτό και οι δουλειές μου πλέον είναι πιο ταπεινές και πιο εύθραυστες. Για μένα η ευθραυστότητα είναι συν, δεν είναι πλην.
• Πολλή δύναμη μου δίνει η τέχνη, γιατί πάντα υπάρχουν καλλιτέχνες που με ενδιαφέρουν. Η τέχνη είναι ένας αστείρευτος χώρος όπου ανακαλύπτω συνέχεια καινούργια πράγματα. Δύναμη μου δίνει το νοιάξιμο και η αγάπη που βλέπω ότι ακόμα υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων. Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι ότι θα υπερισχύσουν οι ηλίθιοι.
• Η ζωή με έχει μάθει μια συγκεκριμένη χορογραφία: πώς να κάνω καλό σλάλομ και να αποφεύγω τις κακοτοπιές. Πιστεύω ότι σε μια άλλη φάση θα μπορούσα να είμαι πολύ καλός διπλωμάτης. Ξέρω πώς να αποφεύγω την τοξικότητα αλλά και αυτό που λέμε κακοτοπιά. Το σημαντικό είναι να ακούω τη διαίσθησή μου και όταν η διαίσθηση συνδέεται με κάποιο έργο, να το κάνω εκείνη τη στιγμή. Να μην περιμένω, να μην αναβάλλω την ώρα που πρέπει να γίνει κάτι. Βέβαια, το άλλο που μου έχει μάθει είναι ότι, δυστυχώς, ειδικά στην Ύδρα, οι φίλοι φεύγουν, οι άνθρωποι φεύγουν, και τα σπίτια μένουν.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την εικαστική έκθεση «Περιτονία» εδώ.
Το Hydra School Projects σε επιμέλεια του Δημήτρη Αντωνίτση, που φέτος έχει τίτλο «Hydor/ Onar (Water of Dreams)», θα πραγματοποιηθεί από τις 20/6 ως τις 6/9 στο Λύκειο της Ύδρας.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.