ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ΠΩΣ ΞΕΠΕΣΑΤΕ. Ας υποθέσουμε πως είστε πνιγμένος στα χρέη. Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ; Θα τα επιστρέφατε τα ξένα λεφτά ή θα τα κρατάγατε; Ιδού το δίλημμα με το οποίο φέρνει αντιμέτωπο ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του «Η πόλη και η σιωπή» (Καστανιώτης, 2014). Γέννημα-θρέμμα και ακτινοβολία ταυτόχρονα όλων των εκφάσεων της ηθικής, οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης που ξέσπασε στα τέλη της δεκαετίας του 2000, το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη είναι η ιστορία ενός τσακισμένου ανθρώπου που παλεύει να διατηρήσει την ακεραιότητά του, μένοντας πιστός στον κώδικα αξιών που του κληροδοτήθηκε.
Ο Αργύρης Τρίκορφος –έτσι τον βάφτισε ο συγγραφέας–, πρώην καλοστεκούμενος βιοτέχνης, μικροπαντρεμένος από έρωτα και, λίγο μετά τα σαράντα του, πατέρας τριών παιδιών, μολονότι μεροκαματιάρης ταξιτζής πια, ζωσμένος από τοκογλύφους, δεν ταλανίζεται ιδιαίτερα, επιστρέφει τα χρήματα εκατοντάδες σελίδες προτού το βιβλίο ολοκληρωθεί. Δεν υπάρχει εδώ το στοιχείο του σασπένς. Άλλα είναι που μετράνε στο «Η πόλη και η σιωπή»: όσα πιάνουν οι κεραίες του ήρωα τις ατέλειωτες ώρες που διασχίζει την Αθήνα οδηγώντας, η «ανταμοιβή» που του επιφυλάσσεται όταν η πράξη του γίνεται γνωστή, το πώς ενώ καταρρέει γύρω του το σύμπαν εκείνος επιμένει ότι «σε δίσεκτους καιρούς δεν αρκεί να ελέγχουμε τους άλλους, πρέπει να εποπτεύουμε και τη συνείδησή μας». Δεν πτοήθηκε ο Τζαμιώτης από το ότι το καλό στη λογοτεχνία εκλαμβάνεται συνήθως ως βαρετό;
Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης δεν μιλάει για κάποιον εγκλωβισμένο στον μικρόκοσμό του, αλλά ανοίγει το κάδρο και βγαίνει στους δρόμους, στο καζάνι της αγοράς. Εδώ, αποδίδει τον κυνισμό, τη βία και τη σήψη που εδραιώθηκαν στην καθημερινότητά μας, χωρίς να παίζει τον εισαγγελέα.
Όπως ομολογούσε ο ίδιος, «όταν είπα στους φίλους μου τι γράφω, σχεδόν άπαντες με συμβούλεψαν να μη δώσω συνέχεια. Χαίρομαι που δεν τους άκουσα. Ελπίζω τα τέσσερα χρόνια που πέρασα δουλεύοντάς το να έκαναν κι εμένα λίγο καλύτερο άνθρωπο. Το 2009 είδα την εποχή να με βάζει στη θέση μου. Ένιωσα την ανάγκη να πλάσω κάποιον ανώτερό μου, έναν νοικοκύρη που πατούσε γερά πάνω στο τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, ανύποπτο ότι αποτελεί ένα μικρό, απειροελάχιστο κομμάτι του κόσμου που θα διαλυόταν σύντομα συθέμελα. Ο Τρίκορφος βιώνει τη σιωπή της Ιστορίας μέσω της καταβαράθρωσης της χώρας, τη σιωπή του Θεού, στο μέτρο που η καλή του πράξη δεν επιβραβεύεται, αλλά και τη σιωπή του Έρωτα, με την αριστοτελική έννοια του όρου, καθώς όσοι αγαπάει τον εγκαταλείπουν. Κάποιοι θα οικειοποιούνταν τα ξένα χρήματα. Το ότι ο ίδιος δεν το κάνει, δικαιώνει κι εκείνους που επίσης θα τα επέστρεφαν. Γι’ αυτό και ως το τέλος παραμένει αισιόδοξος. Δεν υπάρχει ανώτερη δικαίωση απ’ αυτήν του εσώτερου εαυτού».
Γεννημένος στη Λάρισα το 1970, με σπουδές κινηματογράφου στη Σταυράκου και θητεία στον χώρο της διαφήμισης και των περιοδικών, ο Τζαμιώτης γρήγορα συνειδητοποίησε πως δεν του ταιριάζει η συλλογικότητα του σινεμά. Ούτε στη διαφήμιση στέριωσε. Έπειτα από μια μεγάλη καμπάνια για στεγαστικά δάνεια-παγίδες, τα βρόντηξε και αναζήτησε καταφύγιο για την ψυχή του στο περιοδικό «Αντί». Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 βρέθηκε επικεφαλής ιλουστρασιόν επιθεώρησης τέχνης, του «High Lights», με μισθό ασύλληπτο ακόμα και για τα μέτρα εκείνης της εποχής. Ωστόσο, το 2007 αποφάσισε να ξεφορτωθεί όλες τις «ψευτοανάγκες» του. Ξανάστησε τη ζωή του στη βάση «γράφω κι όπου με βγάλει» κι έτσι πορεύεται έκτοτε, δίνοντας πρόσφατα το καλύτερο, ίσως, έργο του, το «Θα πέσει η νύχτα» (Μεταίχμιο, 2025). «Η λογοτεχνία δημιουργεί ένα κέλυφος αξιοπρέπειας και σε προστατεύει από πολλούς πειρασμούς».
Στη γενέτειρά του, μέχρι να τελειώσει το σχολείο, τον λογάριαζαν για ποδοσφαιριστή. «Ήταν σπουδαίο πράγμα να είσαι στα δεκαπέντε σου αρχηγός της τοπικής ομάδας! Κι ίσως όντως να με κέρδιζε η μπάλα, αν η Δημοτική Βιβλιοθήκη δεν στεγαζόταν στην ίδια πολυκατοικία με το φροντιστήριο όπου μάθαινα αγγλικά. Επί ενάμιση χρόνο δανειζόμουν βιβλία που τα έχωνα στον διπλό πάτο του σάκου προπόνησης, μην τυχόν και με πάρουν μυρωδιά. Δεν είχα εμφάνιση διανοούμενου για να κινδυνεύω, αλλά έτσι και η… ρωγμή γινόταν ορατή, σίγουρα θα γινόμουν περίγελως».
Έμπλεος θαυμασμού για τους μεγάλους γερμανόφωνους πεζογράφους του 20ού αιώνα –από τον Κανέτι και τον Μπέρνχαρντ ως τη Γέλινεκ– που του άνοιξαν τα μάτια κριτικάροντας το «θανατηφόρο ον που είναι ο Δυτικός άνθρωπος», ο Τζαμιώτης χρωστάει πολλά και στον «κοσμοπολιτισμό του Τσίρκα, στην αδαμάντινη καθαρότητα του Φραγκιά, στον λοξό ανθρωπισμό του Βουτυρά, στο θαυμαστό μοντερνισμό του Πικρού».
Στα πρώιμα έργα του («Η συνάντηση», «Η εφεύρεση της σκιάς», «Παραβολή») οι ήρωές του διαπνέονται από ένα κοινό αξιακό σύστημα, ανεξάρτητα από το αν το επιβουλεύονται ή το υπηρετούν. Στο «Η πόλη και η σιωπή», όμως, δεν μιλάει για κάποιον εγκλωβισμένο στον μικρόκοσμό του, αλλά ανοίγει το κάδρο και βγαίνει στους δρόμους, στο καζάνι της αγοράς. Εδώ, αποδίδει τον κυνισμό, τη βία και τη σήψη που εδραιώθηκαν στην καθημερινότητά μας, χωρίς να παίζει τον εισαγγελέα και αποφεύγοντας συνειδητά να κάνει αναφορές σε πρόσωπα της τότε επικαιρότητας. «Το θέμα είναι να μην συνηθίσουμε στη δυστυχία των άλλων», επέμενε. «Να μη νικηθούμε από το φόβο ότι είμαστε τα επόμενα θύματα. Να επιστρέψουμε σε συλλογικότητες, όποια μορφή κι αν έχουν. Και, κυρίως, να αναχαιτίσουμε τον ραγδαίο εκφασισμό της κοινωνίας, είτε εκφράζεται εμμέσως είτε πιο ξεδιάντροπα».