«ΑΝΑΠΟΛΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ / σε ένα θέατρο των Αθηνών / τριανταπέντε χρόνια πριν / σε μια συναυλία του Θεοδωράκη / με όλα εκείνα τα υπέροχα τραγούδια / είχε αποκοιμηθεί / καθισμένη δίπλα μου / στο υπαίθριο θέατρο / είχε φτάσει εκείνη τη μέρα / από το Μόντρεαλ / και η παράσταση είχε αρχίσει / γύρω στα μεσάνυχτα / και αποκοιμήθηκε ανάμεσα / σε μαντολίνα / ανερχόμενες μελωδίες / και εξαιρετικά τραγούδια / Ήμουν νέος / δεν είχα ακόμα τα παιδιά μου / Δεν ήξερα πόσο μεγάλη / μπορούσε να είναι η αγάπη σου / Δεν ήξερα / ότι μπορούσες να είσαι τόσο κουρασμένη».
Το παραπάνω ποίημα, «Η μάνα μου αποκοιμήθηκε», είναι του Λέοναρντ Κοέν και περιλαμβάνεται με δεκάδες άλλα στο –εξαντλημένο, δυστυχώς– «Βιβλίο του πόθου» (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, Ιανός, 2009). Εν αναμονή του αφιερώματος που διοργανώνει στις 12/9 το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για τον δημοφιλή τροβαδούρο, με αφορμή τα δέκα χρόνια από τον θάνατό του, αξίζει να θυμηθούμε αυτήν τη συλλογή όπου οι λέξεις δένονται αρμονικά με αυτοσαρκαστικά συνήθως σκίτσα και όπου οι μπαλάντες εναλλάσσονται με κομμάτια υπερβατικού διαλογισμού, αυτοβιογραφικά κείμενα και ερωτικές εξομολογήσεις.
Στο «Βιβλίο του πόθου» ο Κοέν δηλώνει πολύ γέρος για να μάθει «τα ονόματα των νέων φονιάδων», των ισχυρών του πλανήτη, των διεφθαρμένων κέντρων εξουσίας.
Τα περισσότερα από τα 167 ποιήματα του «Βιβλίου του πόθου» γράφτηκαν μεταξύ 1994 και 1999, όταν ο δημιουργός του θρυλικού «Suzanne» ζούσε ως… μονίμως ερωτοχτυπημένος μοναχός σ’ ένα μοναστήρι ζεν στο όρος Μπόλντι της Καλιφόρνιας και απολάμβανε μια σωτήρια γι’ αυτόν ρουτίνα πλάι στον βουδιστή δάσκαλό του Ρόσι. Κάποια έχουν εμπνεύσει στον Φίλιπ Γκλας ένα μουσικό έργο που παρουσιάστηκε το ’99 ζωντανά στην Αθήνα, και όλα τους αποκαλύπτουν έναν Κοέν ευθύ, ανήσυχο, τρυφερό και καυστικό μαζί, με «χαμόγελο ηττημένου» και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Όπως παραδέχεται, «τακτοποιώ επιτέλους λογαριασμούς της ψυχής»…
Γόνος εύπορης εβραϊκής οικογένειας του Μόντρεαλ που βρήκε τον εαυτό του ως μποέμ διαλέγοντας για καταφύγια την Ύδρα και τη Νέα Υόρκη, ο Λέοναρντ Κοέν (1934-2016) πήρε «τον δρόμο που οδηγεί από το χάος στην τέχνη», πλάθοντας ιστορίες και μουσικές από μια δεξαμενή μοτίβων που, ως τα γεράματά του, έμοιαζε αστείρευτη. Οι γυναίκες, η επιθυμία, ο έρωτας, η μοναξιά και η παρηγοριά που δίνει η θρησκεία δίνουν τον τόνο και σ’ αυτήν τη δωδέκατη στη σειρά ποιητική του συλλογή. Μόνο που εδώ, η φθορά, τα γηρατειά και το φάσμα του θανάτου τού τριβελίζουν το μυαλό όσο ποτέ.
«Αρμένισα σαν κύκνος, βυθίστηκα σαν βράχος / Μα πέρασε ο καιρός / το γέλιο είναι παρελθόν», γράφει στο ομότιτλο με το βιβλίο ποίημα, πριμοδοτώντας αντί για το χιούμορ τη λεπτή ειρωνεία.
Στο «Βιβλίο του πόθου» ο Κοέν δηλώνει πολύ γέρος για να μάθει «τα ονόματα των νέων φονιάδων», των ισχυρών του πλανήτη, των διεφθαρμένων κέντρων εξουσίας. Υπενθυμίζει ωστόσο πως «όλοι εκείνοι με τα αιματοβαμμένα χέρια, όλοι εκείνοι οι σπλαχνοφάγοι, αυτοί που πήρανε κεφάλια, χόρευαν με τη μουσική των Μπιτλς, λάτρευαν τον Μπομπ Ντίλαν». Για τον ίδιο, η φρίκη από τις εχθροπραξίες κάθε λογής φανατισμένων «ταπείνωσε την εξέλιξη και ξέρασε τις προσευχές».
Μέσα στη γαλήνη του μοναστηριού, ο μελαγχολικός τροβαδούρος αναπολεί παλιές του αγάπες και ηλιόλουστες βόλτες στο Καμίνι, υποκλίνεται στον ανοιχτόμυαλο δάσκαλό του, αν και παραβαίνει συχνά τις σοφές συμβουλές του, και επιμένει να ζωγραφίζει το χαρακωμένο από τις ρυτίδες πρόσωπό του, αμφιβάλλοντας για το «αν υπήρξε κάποια βελτίωση». Δεν παραδίδει, όμως, τα όπλα. Λυτρωμένος από τις καταχρήσεις μισού αιώνα, σαν να υπόσχεται πως τη ζωή που του απομένει θα την αγαπήσει όσο περισσότερο μπορεί. «Εδώ είναι ο πόθος, εδώ και το βιβλίο».