ἐν δὲ λοισθίῳ τυμβεύματι
τὴν μὲν κρεμαστὴν αὐχένος κατείδομεν,
βρόχῳ μιτώδει σινδόνος καθημμένην
(Σοφοκλή «Αντιγόνη», στ. 1220-1222)
«Αδέλα: Κανείς δε θα με κρατήσει εδώ!»
(Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»)
Ο Χρήστος Μαρκίδης στάθηκε μεγάλος προδότης της ζωγραφικής. Εδώ και είκοσι χρόνια την είχε εγκαταλείψει για χάρη της ποίησης. Στη δική του όμως περίπτωση, το νόημα του γνωστού ρητού αντιστρέφεται: την προδοσίαν ουδείς ηγάπησε, αλλά τον Μαρκίδην πολλοί. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, στην Gallery Art Project Space, ο ζωγράφος έδειξε τα έργα του και τιτλοφόρησε την έκθεσή του με την απέριττη και ποιητικότατη επιγραφή «Αναδρομή», που παραπέμπει στον τεχνικότερο και πιο βαρύγδουπο όρο «αναδρομική», προσδίδοντάς του υπαινικτικά την έννοια της αναπόλησης. Παράλληλα εξέδωσε ιδίοις αναλώμασιν ένα λεύκωμα με τα έργα του, συνοδευτικό της έκθεσης αλλά και ανεξάρτητο από αυτήν. Τώρα πια η τραγική του μοίρα, παρόμοια μ’ εκείνη της Αντιγόνης ή της Αδέλας από το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», επιτάσσει να αναφερθούμε χωρίς αισθηματολογία στη ζωγραφική του Μαρκίδη και να επικεντρωθούμε σ’ ένα και μόνο έργο του. Ας είναι αυτό ένα μνημόσυνο.
Ο Μαρκίδης εξελίχθηκε σε βαθύ γνώστη της εικαστικής γλώσσας και κατόρθωσε να αποδώσει τα στοιχεία της με εξαιρετική φειδώ, με απώτερο σκοπό να φέρει στην επιφάνεια το βάθος της υπαρξιακής του αγωνίας και να εξερευνήσει το μυστήριο του ανθρώπινου βίου.
Το πλούσιο ταλέντο του και η δεινή καλλιτεχνική του κατάρτιση –αποτέλεσμα σοβαρών σπουδών στη Σχολή Καλών Τεχνών– σε άλλες εποχές τού επέτρεπε να ρίχνει το γάντι αμιλλώμενος καταξιωμένους ομοτέχνους του και ταυτόχρονα να οικειοποιείται με άνεση εμβληματικούς μέχρι κορεσμού τρόπους έκφρασης, όπως για παράδειγμα η ζωγραφική των πορτρέτων του Φαγιούμ. Από την αρχή ο Μαρκίδης εξίσταται και ίσταται μπροστά στο ανθρώπινο πρόσωπο, είτε πρόκειται για τους ταριχευμένους νεκρούς της ελληνιστικής Αιγύπτου είτε για τις κέρινες φυσιογνωμίες των βυζαντινών εικόνων και της τέχνης του Αντρέι Ρουμπλιόφ, ενώ έχει κατανοήσει βαθιά τη δυναμική του βλέμματος, από την αρχαία ελληνική τέχνη (και τα πομπηιανά απομεινάρια της) μέχρι τις κορυφές του εικοστού αιώνα, όπως ο Τζιακομέτι και ο Μπέικον. Ο Μαρκίδης εξελίχθηκε σε βαθύ γνώστη της εικαστικής γλώσσας και κατόρθωσε να αποδώσει τα στοιχεία της με εξαιρετική φειδώ, με απώτερο σκοπό να φέρει στην επιφάνεια το βάθος της υπαρξιακής του αγωνίας (τον συνόδευε εξάλλου μέχρι το οδυνηρόν τοις φίλοις τέλος) και να εξερευνήσει το μυστήριο του ανθρώπινου βίου.
Ο θεατής θα μπορούσε να διακρίνει δύο γκάμες στο έργο του. Η πρώτη είναι η σκούρα, όπου κυριαρχεί το μαύρο χρώμα του χώρου. Εκεί, είτε αναδύονται φιγούρες και αντικείμενα είτε το μαύρο περιέχεται μέσα σε αυτά. Μέσα σε αδιαπέραστη μαυρίλα τυλίγεται η ανθρώπινη μορφή, σαν σε σουδάριο, από όπου ολόφωτο προβάλλει το πρόσωπο. Άλλοτε πάλι, στην ίδια γκάμα, δυνατός και υποβλητικός μαύρος τόνος ντύνει ή περικλείει, εν είδει αυστηρού και γενικού περιγράμματος, το σώμα της κάθε φιγούρας εν μέσω φωτεινότερου εσωτερικού και απροσδιόριστου χώρου. Η σκούρα γκάμα κυριαρχεί ολοκληρωτικά στις νεκρές φύσεις, όπου ο Μαρκίδης πετυχαίνει (κατά τες συνταγές του Μπρακ) να αντιστρέψει και να ξαναγεννήσει τη φύση των πραγμάτων. Εδώ, τα πέπλα του ερέβους αποκτούν πυκνότητα και βάρος, σε απολύτως ισορροπημένη αντίθεση, τα αντικείμενα εξαϋλώνονται μέσα από διαφάνειες και φωτεινές αντανακλάσεις και ακτινοβολούν υπερκόσμια αύρα. Η δεύτερη γκάμα, πάλι, είναι εκείνη των χώρων ανοιχτού τόνου ή του απόλυτου κενού (του χαρτιού ή της ζωγραφικής επιφάνειας), όπου οι διαβαθμισμένοι –σχεδόν αχνοί– τόνοι γκρίζων ή άλλων χρωμάτων στα πρόσωπα ή στις φιγούρες σπάνια πλησιάζουν στο εκτυφλωτικό μαύρο της πρώτης κλίμακας. Και στις δύο κατηγορίες, πάντως, η γνώση και η ικανότητα του δημιουργού δίνουν στον θεατή αξιοσημείωτη, πλην όμως πικρή, οπτική απόλαυση.
Στους πίνακες του Μαρκίδη οι καθαρές, αυστηρές καμπύλες σχημάτων, είτε ως επιφάνειες είτε ως ελεύθερα περιγράμματα αντικειμένων, εναλλάσσονται με οριζόντια ή κάθετα επίπεδα, που με τη σειρά τους παρουσιάζονται σαν τραπέζια, δάπεδα ή τμήματα τοίχων – όπως εξυπηρετεί κάθε φορά τις ανάγκες της σύνθεσης. Γενικότερα, τις συνθέσεις που αφορούν ανθρώπινες μορφές ο ζωγράφος επιλέγει να τις κάνει απλές και λιτές ώστε να γίνονται άμεσα αντιληπτές ακόμα και όταν τα τμήματά τους διαγράφονται μόνο ή αποκρύπτονται (αποσιωπώνται, θα λέγαμε) ολότελα. Ίσως γι’ αυτό οι συγκεκριμένες μορφές αντιμετωπίζονται από τον Μαρκίδη ως ατομικές, μοναχικές παρουσίες, μεταμορφωμένες από την εικαστική του επεξεργασία σε υπαρξιακές, υποβλητικές και υπερβατικές, άρα μοναδικές και ανεπανάληπτες.
Στην ουσία, ο Μαρκίδης είναι ο ζωγράφος της αγωνίας, του σιωπηρού πόνου, της άδηλης εγκαρτέρησης. Με τον κόπο που βάζει στη σχεδιαστική αποτύπωση των χαρακτηριστικών του ανθρώπινου προσώπου έδωσε σπάνια συναισθηματική φόρτιση στα έργα του. Επειδή αυτοπεριορίστηκε και επικεντρώθηκε ακριβώς στη συγκεκριμένη θεματική περιοχή (είναι και ο κύριος λόγος αντιδημοφιλίας του σε όσους δεν γνωρίζουν από ζωγραφική), την εξερεύνησε διεξοδικά και διαμόρφωσε κατάλληλα τα εκφραστικά του μέσα. Έτσι έδωσε ένα άρτιο και καινοφανές, για τα ελληνικά δεδομένα, αποτέλεσμα.
Πολλά μπορούμε να παρατηρήσουμε στα έργα του Μαρκίδη. Τα πορτρέτα του κοιτούν τον θεατή μετωπικά, ενώ οι φιγούρες του αποδίδονται σε βασικές στάσεις, όπως καθιστές τριών τετάρτων, που μοιάζουν όμως να αιωρούνται στον χώρο, αφού η έδρα τους υπονοείται ή διαγράφεται ατελώς. Άλλοτε πάλι οι μορφές του κάθονται ανακούρκουδα (επίρρημα που άρεσε στην Πηνελόπη Δέλτα) στο δάπεδο και σφιχταγκαλιάζουν τα πόδια, είτε ξαπλώνουν σε εμβρυϊκή στάση ή ακόμα πέφτουν με το κεφάλι και το σώμα στραμμένα ολοκληρωτικά προς το έδαφος σε στάση ανέλπιδης, έσχατης ικεσίας. Πώς να μη θυμηθεί ο θεατής, όταν αντικρίζει τους πίνακες αυτούς, την ιστορία του Μελεάγρου στο Ι της «Ιλιάδας», όπου η Αλθαία πέφτει πρόχνυ καθεζομένη –ακριβώς όπως βάζει τις μορφές του ο Μαρκίδης!– και ζητά από τις Ερινύες να τιμωρήσουν τον γιο της γιατί σκότωσε τον αδερφό της;
Η επιτομή και η τελείωση όλης της ζωγραφικής του Μαρκίδη είναι η σειρά των όρθιων μορφών. Ο ζωγράφος περνά εδώ πια στον θάνατο και σε όσα θα συμβούν μετά από αυτόν, και αποτολμά τη συνέχεια και συμπλήρωση των πορτρέτων του Φαγιούμ, δηλαδή την ολοκλήρωση και αποκατάσταση των ταριχευμένων σωμάτων τους. Τι κάνει εδώ ο Μαρκίδης; Ενώ αποτυπώνει την εκφραστική εντάφια ζωγραφιστή προσωπίδα όπως το έπραξαν οι σπουδαίοι ανώνυμοι καλλιτέχνες της ελληνιστικής περιόδου, ταυτόχρονα απεγκλωβίζει το σώμα από τις λινές λωρίδες και το απελευθερώνει οπτικά, αφού με εμφατικές πινελιές δίνει την εντύπωση οστέινης δομής. Στο τέλος, ο θάνατος πάλι επιστρέφει με την εικόνα του σκελετού αλλά και αυτός κατατρώγεται από το ανελέητο φως και τον χρόνο. Μπορεί όλοι να φθαρούμε, το ανθρώπινο κάλλος να μαραθεί, και να πεθάνουμε, αλλά το ίδιο κάποτε και ο θάνατος – καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι.
Ο πιο σημαντικός πίνακας της σειράς είναι η «Φιγούρα» (λάδι σε καμβά 160x160 εκ.). Το σκοτάδι ντύνει σφιχτά τη μορφή, αλλά ακτίνα φωτός διαπερνά και σκίζει τον μαύρο πέπλο της υπερκόσμιας νύχτας. Ο τρόπος οργάνωσης του χώρου παραπέμπει βέβαια στον Γκρέκο. Το σκιασμένο κεφάλι (με το φωτεινό μέτωπο, τα ορθάνοιχτα μεγάλα μαύρα μάτια στραμμένα δεξιά ενώ από το στόμα βγαίνει η τελευταία ανάσα ή η πρώτη) γίνεται ακόμα πιο επιβλητικό καθώς περιβάλλεται από τα φωτισμένα μέρη του απροσδιόριστου περιβάλλοντος. Ο κάθετος ορθογώνιος χώρος του έργου βυθίζεται βαθμιαία σε απύθμενο σκοτεινό βάραθρο στο κάτω μέρος του. Τη θέση του σώματος καταλαμβάνουν σημειακά και σταδιακά τα φωτεινά στοιχεία, όπως στη θέση της καρδιάς μπαίνει το φωτεινό αστέρι. Αριστερά δεσπόζει σκοτεινή οβάλ οπή –σαν κοσμική μαύρη τρύπα– από όπου ίσως ξεπήδησε και έπεσε στη συνέχεια κάτω δεξιά ένα φωτεινό αυγό. Να είναι άραγε το Κοσμικόν Ωόν, πανίσχυρο και αρχετυπικό σύμβολο της αρχής του Κόσμου, από την ελληνική κοσμογονία μέχρι τις ανερμάτιστες δοξασίες του θεοσοφισμού; Άρα γι’ αυτό πιο κάτω, με παραλληλία αξόνων και των τριών οβάλ σχημάτων, εμφανίζεται μια νεκροκεφαλή και κατευθύνεται προς τη βάση του πίνακα όπου σχηματίζεται το μαθηματικό σύμβολο του απείρου και ταυτόχρονα ένα φίδι κουλουριασμένο; Να είναι αυτό ο Οφίων, ο Μέγας Όφις που θα ενωθεί με την Ευρυνόμη για να γεννήσει το αυγό του σύμπαντος; Μήπως παντρεύονται χριστιανική πίστη και αρχαία ελληνική θρησκεία, όπως το είχε προσπαθήσει ο Σικελιανός;
Το απόγευμα της Δευτέρας 24 Αυγούστου 2026, ο ζωγράφος Χρήστος Μαρκίδης βρέθηκε μόνος· μόνος με τους λογισμούς του, εις την διάκρισιν του κύματος της ψυχής του, εις το έλεος του ανέμου και της τρικυμίας του πνεύματός του. Μνημονεύσαμε στην αρχή την Αντιγόνη και την Αδέλα. Ο μεσόκοπος πια γιατρός του Χρήστου Μαρκίδη σκέφτηκε δυο φράσεις από τον «Ματωμένο Γάμο» (στην αξεπέραστη μετάφραση του Νίκου Γκάτσου που πολύ αγαπούσε ο Μαρκίδης): «Ευλογημένη να είναι η βροχή που πλένει των πεθαμένων τα πρόσωπα. Κι ευλογημένος ο Θεός που μας ξαπλώνει παντοτινά τον ένα κοντά στον άλλο».