«Έχω υποφέρει τόσο που να μου αξίζει κάπως να με λυπηθούν»

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter
0


ΗΤΑΝ ΙΟΥΝΙΟΣ ΤΟΥ 1928
όταν, μετά την κατάποση άφθονης σκόνης και με ένα φοβερό τράνταγμα, ο Χρήστος Εμ. Αγγελομάτης, ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ελληνικός Ταχυδρόμος», άκουσε τον οδηγό του αυτοκινήτου να του λέει: «Φτάσαμε!».

Βαρύ, καταθλιπτικό, δίνοντας με τις σκοπιές του την εντύπωση μεσαιωνικού πύργου και «με το προ αυτού άλσος των κυπαρισσιών την εντύπωση του διαμονητηρίου της διαρκούς θλίψης, πρόβαλε το οικοδόμημα στο οποίο εξαγνίζονταν χίλια εγκλήματα και πολλάκις αθώοι κατά συνείδηση, ένοχοι κατά το πνεύμα του νόμου, ανέμεναν τη λύτρωσή τους. Οι φυλακές Συγγρού».

Μετά την επίδειξη της ειδικής άδειας του υπουργείου, η σιδερένια πόρτα άνοιξε για να εισέλθει ο ρεπόρτερ. Δεν ζητούσε άλλο από το να ρίξει ένα βλέμμα στον άλλον αυτόν κόσμο, τον κόσμο του εγκλήματος ή της συμφοράς. Με ξεναγούς του τον επόπτη Καραγεωργόπουλο και τον υπαρχιφύλακα Πουγκιάλη, διέτρεξε όλους τους θαλάμους και όλα τα τμήματα, μέχρι που σταμάτησε σε μια λεπτομέρεια που κινούσε περισσότερο το ενδιαφέρον, στη λεπτομέρεια ότι τρεις άνθρωποι με μια καταδίκη εις θάνατον βρίσκονταν κλεισμένοι σ’ αυτές τις φυλακές: οι Κουγιανός, Χατζής και Καραγιαννόπουλος.

Και ενώ ήλπιζε ότι κάποια χάρη θα μεσολαβούσε για να μπορέσει ν’ αντικρίσει περισσότερο ελεύθερα και με τη βεβαιότητα ότι θα τον έβλεπε και την επομένη τον ήλιο που χαιρετούσε κάθε πρωί από το ψηλό παράθυρο του κελιού του, είχε αρχίσει μια συζήτηση περί εκτελέσεως όλων των εις θάνατον παλαιών καταδίκων, «που ο αντίλαλός της με φοβερή βοή ξέσπασε μέσα στα κελιά των ζώντων νεκρών.

Ο Χρήστος Εμ. Αγγελομάτης ζήτησε να δει κάποιον από τους καταδίκους, «οι οποίοι έμεναν από ετών στις φυλακές με τη διαρκή αγωνία της αναγγελίας της ημέρας της εκτελέσεως».

«Να δείτε τον Χατζή», του είπε ο επόπτης. «Από επτά ετών βρίσκεται εδώ καταδικασμένος εις θάνατον. Σας βεβαιώ ότι είναι ένας από τους μάλλον ήσυχους καταδίκους που έχουμε. Είναι άριστος τσαγκάρης και ευπειθέστατος ως κατάδικος».

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter

Η ιδέα ότι επρόκειτο να αντικρίσει έναν άνθρωπο ο οποίος, τύποις τουλάχιστον, είχε εξοφλήσει με τη ζωή έφερνε στον ρεπόρτερ κάποια συγκίνηση. Ο Χατζής μπήκε στο γραφείο. Ήταν ένας άνθρωπος μάλλον κοντού αναστήματος, ευρύστερνου σωματότυπου, δασύτριχος, με μουστάκια «αλά κλέφτικα» και μαλλιά μαύρα και πλούσια, χωρισμένα στα πλάγια.

Ο οίκτος δεν πρέπει να βρίσκεται τόσο μακριά

Ο μελλοθάνατος κουμπώθηκε προσεκτικά, χαιρέτησε στρατιωτικά και στάθηκε προσοχή. Το μέτωπό του ήταν βαθιά σκαμμένο, γύρω από τα μάτια του εξακοντίζονταν σκαφτές ρυτίδες και δύο βαθύτατες κατέβαιναν κατά μήκος των παρειών του. Ήταν δύο αυλάκια που μέσα τους ο Χρήστος Αγγελομάτης έβλεπε ότι ο Χατζής πλήρωσε βαριά τα εγκλήματά του, με την επταετή αυτή αγωνία, το μαρτύριο της ημέρας που ερχόταν, την αδιάλειπτη προσευχή προς τον ήλιο, που δεν ήξερε αν θα ξαναδεί, και με την ανακούφιση που έφερνε το δείλι, αφού η έλευσή του σήμαινε ότι και η ημέρα αυτή περνούσε χωρίς να του έχει αναγγείλει την απόφαση της εκτέλεσης.

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter

Ένα νευρικό τικ συσπούσε τις σιαγόνες του και έτσι τα αυλάκια των παρειών του γινόταν βαθύτερα. Το βλέμμα του είχε κάτι το υαλώδες, ίσως κάτι που έλεγε ότι ο οίκτος δεν πρέπει να βρίσκεται τόσο μακριά. Προσήλωσε το βλέμμα του στον επόπτη με τόση αγωνία που «ακούσια φρικίαση» διέτρεξε τον ρεπόρτερ. Περίμενε ν’ ακούσει το φοβερό άγγελμα, που επτά χρόνια αναβαλλόταν και που «θα τον κατέρριπτε όχι πλέον ζώντα-νεκρό, αλλά πραγματικό νεκρό, “εις εξαγνισμόν” του κακού που διέπραξε». Καθώς η ώρα του δειλινού ήταν προχωρημένη και το θαμπό φως πλημμύριζε το δωμάτιο, η μορφή του Χατζή προσλάμβανε εντονότερα την έκφραση του τρόμου και της αγωνίας.

Επτά χρόνια ζούσε με την εις θάνατον καταδίκη στη ράχη του, σε διάφορες φυλακές, εκ των οποίων τρία στις φυλακές Συγγρού. Και ενώ ήλπιζε ότι κάποια χάρη θα μεσολαβούσε για να μπορέσει ν’ αντικρίσει περισσότερο ελεύθερα και με τη βεβαιότητα ότι θα τον έβλεπε και την επομένη τον ήλιο που χαιρετούσε κάθε πρωί από το ψηλό παράθυρο του κελιού του, είχε αρχίσει μια συζήτηση περί εκτελέσεως όλων των εις θάνατον παλαιών καταδίκων, «που ο αντίλαλός της με φοβερή βοή ξέσπασε μέσα στα κελιά των ζώντων νεκρών. Γι’ αυτό και όταν κλήθηκε στο γραφείο του διευθυντή ήταν σύξυλος από την αγωνία, δαμάζονταν από τον τρόμο και την ψυχή του έδερνε ο φόβος».

«Έχω υποφέρει τόσο που να μου αξίζει κάπως να με λυπηθούν!»

«Χατζή, δεν ήλθαμε για να σε κατηγορήσουμε. Ήλθαμε για να δούμε αν περιμένεις κάτι από τον νόμο, να μας πεις αν η ψυχή σου εγκατέλειψε τον παλαιό άνθρωπο και ενδύθη, ύστερα από τα τόσα χρόνια που σε συντρίβει η αγωνία, ένα νέο ένδυμα. Αν από μέσα σου προβάλλει ένας άλλος άνθρωπος καλύτερος, ικανός ν’ αντικρίσει και πάλι την κοινωνία, αν η κοινωνία αυτή σε λυπηθεί».

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter

Ο Χατζής δεν έμεινε άλλο άφωνος. Άνοιξε το στόμα του και με φωνή παλλόμενη από μια συγκίνηση που ο Αγγελομάτης δεν μπορούσε να δει ζωγραφισμένη στο πρόσωπο εξαιτίας του δειλινού, είπε:

«Σ’ αυτά όλα που μου λέτε έχετε δίκιο. Αν έσφαλα κάποτε, δεν θα πει πως δεν μετανοιώνω και πως δεν θα ’θελα να μπορούσα να αποδείξω, αν ήταν δυνατόν κι εγώ ελεύθερος να βρισκόμουν στην κοινωνία, το μετάνιωμά μου αυτό. Είναι εφτά σχεδόν χρόνια που βρίσκομαι με την καταδίκη σε θάνατο στη φυλακή και μπορούν να πουν όλοι οι διευθυντές ποια είναι η διαγωγή μου και αν δεν είμαι άξιος να με λυπηθεί η κυβέρνηση και, μ’ έναν μετριασμό της ποινής, να μπορέσω ελεύθερος να αναπνεύσω, χωρίς την καθημερινή αγωνία και το φοβερό καρδιοχτύπι που με το πρωινό φεγγοβόλημα ξεσπάει μέσα στην καρδιά των “θανατοφόρων”. Η ζωή στ’ αλήθεια είναι γλυκιά, όσο ωραίο είναι να ζει κανείς σαν τίμιος και καλός άνθρωπος. Αυτό μέσα στη φυλακή το ένιωσα καλά. Σας ξαναλέω, θα ήθελα να το αποδείξω με κάθε τρόπο το μετάνιωμά μου και το ελπίζω πως θα μπορέσω να το αποδείξω. Είμαι εφτά χρόνια κατάδικος σε θάνατο, δεν είναι σαν να έχω θανατωθεί τόσες φορές, όσες μέρες έχουν τα χρόνια αυτά; Γι’ αυτό ελπίζω πως η κυβέρνηση θα με λυπηθεί πια και θα μετριάσει την ποινή μου, έτσι που το ψωμί που τρώγω να το γευθώ ανακουφισμένα. Έχω υποφέρει τόσο που να μου αξίζει κάπως να με λυπηθούν!»

Ο Νικόλαος Κουγιανός

Στο γραφείο του διευθυντή κλήθηκε ο Νικόλας Κουγιανός. «Στην είσοδο της αίθουσας διαγράφηκε τότε η σκιά ενός ανθρώπου απορούντος, μάλλον κοντού αναστήματος, ξανθού, χωρίς σακάκι, με ανοιχτό γιλέκο από τις κουμπότρυπες του οποίου ήταν περασμένη μία χρυσή αλυσίδα. Τα πλούσια μαλλιά του ήταν χωρισμένα σε πλάγια χωρίστρα».

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter

Την ίδια, όπως και στο πρόσωπο του Χατζή, ωχρότητα διαπίστωσε ο ρεπόρτερ του «Ελληνικού Ταχυδρόμου», εντονότερη ίσως σ’ εκείνον, διότι η επιδερμίδα του ήταν λευκότατη. Τα μάτια του είχαν τραβηχτεί μέσα στις κόγχες και το μέτωπό του είχε και αυτού βαθιά σκαφτεί, ιδίως κατά τις τελευταίες εκείνες ημέρες, που είχε γίνει λόγος περί εκτελέσεως όλων των παλαιών εις θάνατον καταδίκων.

Ένα πρωί, εκεί που έπινε τον καφέ του, έριξε μια ματιά σε μία εφημερίδα. «Έμεινε κεραυνόπληκτος, τα πόδια του λύγισαν, ο νους του εσκοτίσθη και βόμβος φοβερός ξέσπασε στα αυτιά του. Χρειάστηκε ώρα πολλή να συνέλθει. Επί πέντε έτη γιγαντώνονταν μέσα του η ελπίδα και ριζόνονταν η πεποίθηση ότι η κοινωνία, η οποία του επέτρεψε να ζήσει μετά την καταδίκη του, τελικά θα τον λυπόταν. Μα ξαφνικά έβλεπε ότι η ελπίδα ήταν μάταια, ότι ο τιμωρός νόμος θα εφαρμόζονταν και η ζωή του θα έσβηνε κάτω από το μαχαίρι της λαιμητόμου.

Σε μια στιγμή όλα αυτά πέρασαν από τον νου του, καθώς διάβασε την είδηση που έγραφε η εφημερίδα. Η ψυχή του έσβησε την στιγμή εκείνη και, εξουθενωμένος, απέμεινε στο κάθισμά του. Το μαρτύριο που περνούσε πέντε χρόνια πολλαπλασιάστηκε μέσα σε πέντε ημέρες, και το δέος ακατανίκητο δάμαζε κάθε ίνα της ζωής του κάθε πρωί και κάθε απόγευμα που άνοιγε τις εφημερίδες αναζητώντας το ελπιδοφόρο άγγελμα ή την συντριπτική πληροφορία. Κατά τη διάρκεια των ημερών αυτών στο πρόσωπο του Κουγιανού αποτυπώθηκε διά παντός η αγωνία και η φρίκη».

Αλαμπές και άτονο, το βλέμμα του προσηλωνόταν πάνω στον Χρήστο Αγγελομάτη ερωτηματικό. Δειλή η ερώτηση βγήκε από το βλέμμα αυτό:

«“Τι θέλετε από εμένα; Από έναν άνθρωπο που θα έπρεπε νεκρός να λογίζεται και που πέντε χρόνια τον συντροφεύει η ελπίδα; Τι ζητείτε από τον άνθρωπο αυτόν, που από της μεθεπόμενης της καταδίκης του ικετεύει τον οίκτο, εκλιπαρεί τη συμπόνια, τη συγχώρεση με τη μεταμέλεια που δείχνει;”

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter

“Θα θέλαμε, Κουγιανέ, να μας πεις κάτι για τη ζωή σου. Έχει αρκετά σημεία που παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον. Γι’ αυτά θέλουμε να μας μιλήσεις. Σαν άνθρωπος που υποφέρει, θα έχεις και συ κάποιο παράπονο να διατυπώσεις”.

“Τι θέλετε να σας πω;”, είπε με καθαρή φωνή ενώ το βλέμμα του, πάντοτε αλαμπές, απλώθηκε σε ό,τι υπήρχε μέσα στο γραφείο. “Τι να σας πω εγώ, ένας άνθρωπος που δεν του μένει άλλο παρά να σηκώνεται κάθε πρωί και να δένει το νου του ο φόβος και η αγωνία; Θα είχα πολλά να πω, μα ποιος θα με πιστέψει; Ποιος θα πιστέψει εμένα τον κατάδικο; Θα ήθελα να πω πόσο μετανιωμένος είμαι, αυτό προπαντός”.

Καθισμένος στο σκαμνί του, εξακολούθησε να περιφέρει το αλαμπές βλέμμα του σε όλα τα στο γραφείο πρόσωπα και πράγματα. Αφού δίστασε αρκετά στην αρχή, πείστηκε εν τέλει ότι έπρεπε να μιλήσει και άφησε τέλος να ξεσπάσει το παράπονό του.

“Ναι, έχω ένα παράπονο και αυτό θα κάνατε ένα καλό σ’ έναν άνθρωπο που τίποτε άλλο μεγαλύτερο δεν έχει να ζητήσει να αναφέρετε. Δεν θέλω με το παράπονο αυτό να πω πως δίκαια δεν τιμωρήθηκα, μα κι ότι σκληρά, αφού πέντε ολόκληρα τώρα χρόνια ζω με την αγωνία στη ψυχή. Θέλω να πω πως κι εμείς, ύστερα από αυτό το φοβερό μαρτύριο, είμαστε άξιοι λύπης. Εδόθησαν τόσες χάριτες, τόσες αμνηστίες. Σ’ αυτές, βέβαια, στις αμνηστίες, θέλω να πω μ’ αυτό, ότι θα ήταν δυνατό να δοθεί κι σ’ εμάς, που τόσα χρόνια αγωνιούμε, που τόσα χρόνια ζούμε νιώθοντας τη φρίκη του θανάτου να μας τριγυρίζει. Ύστερα από τόσα χρόνια αγωνίας, δεν ζητούμε άλλο από μία εκδήλωση οίκτου, ενός οίκτου που θα μας αποδώσει τη γαλήνη και θα μας αφήσει τα χρόνια που μας μένουν να τα ζήσουμε χωρίς αγωνία και με την προσπάθεια της μετανοίας. Αν θέλετε, γράψτε δύο λέξεις, αν θέλετε αναφέρετε την παράκληση μερικών ανθρώπων που ζουν μια ζωή πεθαμένη”.

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter

Με τις λέξεις αυτές ο Κουγιανός σηκώθηκε. Φάνηκε ότι δεν επρόκειτω να προσθέσει τίποτε άλλο. Με συρτό βήμα προχώρησε προς την έξοδο. Το πρόσωπό του, το οποίο χρωματίσθηκε λίγο κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, έχασε και πάλι το ερύθημα που το κάλυψε. Το κεφάλι του έγυρε λίγο προς τα εμπρός και οι ώμοι του πήραν την κλίση εκείνη που είναι το χαρακτηριστικό των ανθρώπων που πάσχουν».

Πρέπει να ξέρετε ότι μέσα στη φυλακή το άδικο είναι ακόμη φοβερότερο

Πρoτού ο Κουγιανός, με το συρτό βάδισμά του, απομακρυνθεί, μπροστά στον δημοσιογράφο παρουσιάστηκε ένας κατάδικος που δεν έδινε την εντύπωση ανθρώπου τελούντος υπό τρόμο και αγωνία. Ίσως αυτό να οφειλόταν στο γεγονός ότι το δικαστήριο στην καταδικαστική του απόφαση προσέθεσε την ευχή της απονομής χάριτος και αυτές τις μέρες δικαζόταν η αναίρεσή του στον Άρειο Πάγο.

«Είχε το ύφος ανθρώπου που δεν θα δίσταζε να μιλήσει. Κοντός, με μικρό μαύρο μουστάκι, τσιγκελωτό στις άκρες, ευρύστερνος, προφανούς ευρωστίας, μαλλιά με αφέλεια, βλέμμα έντονο, πρόσωπο καθαρό, με αδρά χαρακτηριστικά». Ήταν ο Δημοσθένης Καραγιαννόπουλος.

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter

«Ναι! Υπήρξα ληστής και οι πράξεις μου ήταν αδύνατον να μη έχουν ως επακόλουθο την τιμωρία. Αλλά σας ερωτώ: αφ’ ού για να γίνει κάτι πρέπει να υπάρξει κάποια αφορμή, θα είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι και εγώ δεν ήμουν προωρισμένος να γίνω ληστής; Αν τα παραδεχθεί αυτό, θα δει ότι σήμερα, αντί να είμαι ένας κατάδικος που μόλις στέκει το κεφάλι του στους ώμους του, θα ήμουν ένας ήσυχος νοικοκύρης στο χωριό μου. Α! Πρέπει να ξέρετε ότι μέσα στη φυλακή το άδικο είναι ακόμη φοβερότερο απ’ ό,τι στην κοινωνία έξω. Γιατί το να υποφέρεις δίκαια σε κάνει να μη τολμάς ν’ ανοίξεις το στόμα σου. Αλλ’ άδικα; Να βλέπεις να ρημάζεται το σπίτι σου, να γκρεμάνε όλα γύρω σου; Βοήθησα το δικαστήριο να διαπιστώσει την αλήθεια και για αυτόν τον λόγο στη καταδικαστική απόφαση προσετέθη η ευχή του δικαστηρίου να μου απονεμηθεί χάρις. Άλλωστε και η δράση μου δεν υπήρξε αιματηρή όπως την παράστησαν πολλοί που δεν ήξεραν».

Με τα λόγια αυτά σηκώθηκε ο Καραγιαννόπουλος. Το βλέμμα του, ζωηρό πάντοτε και ακλόνητο, προσηλώθηκε πάνω στον δημοσιογράφο. Τα κατάμαυρα μαλλιά του έριχναν μια σκιά στο πλατύ και εξέχον μέτωπό του. Έτεινε το χέρι του, έσφιξε γερά του Χρήστου Αγγελόπουλου και με ζωηρό βήμα βγήκε από το γραφείο της διεύθυνσης των φυλακών.

Έξοδος

Ήταν καιρός πλέον για τον Χρήστο Αγγελόπουλο να φύγει. Η κιγκλιδόφρακτη πόρτα άνοιξε. Το δείλι έχει ήδη διαδεχθεί μια καθαρή νύχτα. Τα κυπαρίσσια του άλσους μπροστά στη φυλακή βογκούσαν καθώς περνούσε ένα ανάλαφρο αεράκι. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης αναδιδόταν από τα στήθη του. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Πίσω του άφηνε το «διαμονητήριο» ανθρώπων που αν εκτελούνταν θα πέθαιναν μια φορά, αλλά τελικά πέθαιναν καθημερινά.

Οι άνθρωποι που ζούσαν χρόνια με τον τρόμο του θανάτου Facebook Twitter
Αρχαιολογία & Ιστορία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η καθημερινή ζωή στις μεσοπολεμικές φυλακές Συγγρού

Μεσοπόλεμος / Στις Φυλακές Συγγρού, επιβιώνοντας με «αποσυντεθειμένας ρέγγας»

Με τη διπλή ιδιότητα του ρεπόρτερ και του πολιτικού κρατουμένου, ο Πέτρος Πικρός κατέγραψε τη ζωή στα κελιά του Μεσοπολέμου, όπου κάθε φυλακισμένος «πεθαίνει καθημερινώς, απέθανε χθες, θα αποθάνει και αύριον».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Είναι χονδρότερον εις το ένα άκρον και λεπτότερον εις το άλλο άκρον»

Μεσοπόλεμος / «Είναι χονδρότερον εις το ένα άκρον και λεπτότερον εις το άλλο άκρον»

Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» και εξηγεί τη χρήση των κλομπ, των ειδικών πιστολιών και των δακρυγόνων ως μέσων καταστολής κατά τον Μεσοπόλεμο, αλλά και αργότερα.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Βαγγέλης Καραμανωλάκης: «Ο Μανώλης Γλέζος δεν ήταν μόνο Εθνική Αντίσταση και αγώνες»

Αρχαιολογία & Ιστορία / Το αρχείο του Μανώλη Γλεζου δεν είναι παρελθόν αλλά ζωή που φλέγεται

Ο εμβληματικός αγωνιστής της αριστεράς και ήρωας της Εθνικής Αντίστασης φρόντιζε να κρατά ένα λεπτομερές αρχείο της πολυτάραχης πολιτικής και προσωπικής του διαδρομής. Ένα σημαντικό μέρος του παραχωρήθηκε πρόσφατα από τους απογόνους του στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης μας «ξεναγεί» σε αυτό.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Άγιοι Απόστολοι: Ο ναός που αποκαλύπτει την άγνωστη Βυζαντινή Αθήνα

Ιστορία μιας πόλης / Άγιοι Απόστολοι: Ένας ναός στην Αρχαία Αγορά αποκαλύπτει τη Βυζαντινή Αθήνα

Τι μαρτυρά ο ναός των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη για μια πλευρά της πόλης που έχει χαθεί από το σημερινό τοπίο; Ο αρχαιολόγος Γιώργος Πάλλης μας μιλά για ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα μνημεία της Μεσοβυζαντινής Αθήνας.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Προ του 1917 δεν υφίσταται ιστορία Ρωσσίας, αυτή η Ρωσσία ενεκλείσθη εις τα μουσεία»

Αρχαιολογία & Ιστορία / «Τα Θρησκευτικά έχουν αντικατασταθή από την αθεϊστικήν προπαγάνδαν»

Ο Δ.Κ. Σβολόπουλος, ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση τον Μάιο του 1931 και συνομίλησε με τους επιστήμονες εκεί, θέτοντας τα πρώτα ερωτήματα σχετικά με τη δημόσια εκπαίδευση.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Ελευθερές: Η εντυπωσιακή, άγνωστη αρχαία καστροπολιτεία

Ιστορία μιας πόλης / Ελευθερές: Ένα άγνωστο φρούριο στα σύνορα δύο αρχαίων κόσμων

Τι γνωρίζουμε για ένα από τα καλύτερα διατηρημένα αρχαία φρούρια της Ελλάδας, μεταξύ Αθήνας και Θήβας; Ποιοι το έχτισαν, ποιους προστάτευε και γιατί ήταν τόσο στρατηγικό το σημείο στο οποίο βρισκόταν; Μαζί με την αρχαιολόγο Ειρήνη Σβανά ανακαλύπτουμε την ιστορία του.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Η τραγωδία της ζωής του ρωσσικού σπιτιού εξελίσσεται άνευ ελπίδος»

Μεσοπόλεμος / «Πεθαίνουν ευτυχισμένοι άγνωστοι στρατιώται διά το μεγάλο πείραμα»

Ένας Έλληνας δημοσιογράφος επισκέφτηκε τη μεσοπολεμική Μόσχα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του για τα κουπόνια τροφίμων, τα συσσίτια και το σύστημα υγείας της Σοβιετικής Ένωσης.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Δούκισσα της Πλακεντίας: Αλαφροΐσκιωτη ή χειραφετημένη για την εποχή της;

Ιστορία μιας πόλης / Δούκισσα της Πλακεντίας: Αλαφροΐσκιωτη ή χειραφετημένη για την εποχή της;

Ήταν πράγματι τόσο εκκεντρική όσο την παρουσιάζει ο αθηναϊκός θρύλος; Πόσο τη σημάδεψε ο θάνατος της κόρης της και ποια ήταν η σχέση της με τον Ιωάννη Καποδίστρια; Μαζί με την Ιστορικό τέχνης Ελένη Μάργαρη ανακαλύπτουμε την αληθινή γυναίκα πίσω από τον μύθο της «Δούκισσας της Πλακεντίας».
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Τι κρύβεται κάτω από τη σύγχρονη πόλη των Μεγάρων;

Ιστορία μιας πόλης / Kάτω από τη σύγχρονη πόλη των Μεγάρων κρύβεται μια άλλη πόλη

Πού βρισκόταν η αρχαία Μεγαρίδα; Ποια ήταν η «πόλη κάτω από την πόλη»; Τι ήταν τα υπόγεια «μέγαρα» και τι φέρνουν στο φως οι ανασκαφές; Μαζί με τη Χριστίνα Καζαζάκη από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής ανακαλύπτουμε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ