«Στην νέαν Ρωσσίαν υποχρεούνται να σας παρακολουθούν εις το δωμάτιόν σας»

«Ιδού λοιπόν ημείς, άγνωστοι μεταξύ των Μοσκοβιτών» Facebook Twitter
0


«ΕΙΜΕΘΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΣΧΑΝ
και από την θύραν του σταθμού αντικρύζομεν την ιστορικήν άλλοτε πρωτεύουσαν των Τσάρων, αλλά και την σημερινήν πρωτεύουσαν των Μπολσεβίκων», γράφει ο Δ.Κ. Σβολόπουλος, ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», για λογαριασμό της οποίας επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση τον Μάιο του 1931. 

Στην έξοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της Μόσχας, ο ξένος, που –σύμφωνα με τις περιγραφές του ρεπόρτερ– τον καταλάβαιναν αμέσως από τον γιακά, το καπέλο ή τα παπούτσια του, γινόταν αντικείμενο μιας αυθόρμητης διαδήλωσης και μιας παράξενης υποδοχής.

Επαίτες, άθλιοι, ρακένδυτοι και μικροί αλήτες, που ήταν συγκεντρωμένοι στη σκάλα, όρμησαν πάνω του, τον τραβούσαν και του άπλωναν παρακλητικά το χέρι. Γυναίκες αξιολύπητες και κακοντυμένες προστίθεντο στο πλήθος, ενώ από απέναντι οι αμαξάδες, όρθιοι πάνω στις άμαξές τους, οι οποίες τον χειμώνα μετατρέπονταν σε έλκηθρα, φώναζαν σε μια ακατάληπτη γλώσσα και του έκαναν με τα δάχτυλά τους τα πιο ακατανόητα νοήματα.

Ο δρόμος ήταν, σύμφωνα με τις εντυπώσεις του ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», το καταφύγιο της ζωής και της κίνησης των ελεύθερων πολιτών του κομμουνιστικού κράτους. Το κατάλαβε από τη στιγμή που βρέθηκε ανάμεσα στο πρωτότυπο πλήθος της Μόσχας.

Δύσκολη η θέση του επισκέπτη, καθώς ούτε μπορούσε να ικανοποιήσει αυτό το δυστυχισμένο πλήθος που τον περιέβαλλε ούτε μπορούσε να προχωρήσει, επειδή οι μικροί, κυρίως, αλήτες παρεμβάλλονταν με αστραπιαίες κινήσεις ανάμεσα στα πόδια ή στις αποσκευές του και του έκλειναν εντελώς τον δρόμο.

«Ιδού λοιπόν ημείς, άγνωστοι μεταξύ των Μοσκοβιτών» Facebook Twitter

«Το θέαμα τούτο των επαιτών και των μικρών αλητών φαίνεται ότι εις όλους τους ρωσσικούς σταθμούς ήτο άλλοτε, ιδίως κατά την περίοδον της μεγάλης πείνης και κατόπιν, τραγικόν. Τότε επρόκειτο περί πραγματικής επιθέσεως πειναλέων. Σήμερον, διά της περισυλλογής αφ’ ενός των αλητών, τους οποίους κατέταξαν εις τον στρατόν ή τους ετοποθέτησαν εις διάφορα εργοστάσια, το κακόν έχει κατά πολύ περιορισθή. Πάντως η επέλασις γίνεται, και κατά τρόπον μάλιστα ο οποίος χαρακτηρίζει, μεταξύ όλων των άλλων, την γενικωτέραν κατάστασιν του τόπου».

Στη Μόσχα, μια πρωτεύουσα τριάμισι εκατομμυρίων κατοίκων, μια πόλη στην οποία οι αποστάσεις ήταν τόσο τεράστιες όσο σε καμιά άλλη πόλη του κόσμου, δεν υπήρχαν ταξί για την εξυπηρέτηση του κόσμου. Υπήρχαν μόνο τα αυτοκίνητα των διάφορων επιτρόπων του λαού, της Γκεπεού και των ανθρώπων του κόμματος.

Στον σιδηροδρομικό σταθμό ο ξένος δεν ήλπιζε να βρει αυτοκίνητο για να τον μεταφέρει στο ξενοδοχείο. Αναγκαστικά κατέφευγε στον Ρώσο αμαξά. Άνθρωποι και αποσκευές τοποθετούνταν μαζί πάνω σ’ αυτή την πρωτότυπη άμαξα και ξεκινούσαν για το ξενοδοχείο μέσα από τους δρόμους της Μόσχας, που ήταν σκεπασμένοι με πολύ χιόνι.

Από τον σιδηροδρομικό σταθμό του τσάρου Αλεξάνδρου μέχρι την πλατεία των Θεάτρων, όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο «Μετροπόλ», το ταξίδι με αυτό το ιδιότυπο έλκηθρο διήρκεσε περίπου μία ώρα. Παρόλο που κινδύνευε κάθε στιγμή να ανατραπεί και παρόλο που οι ξαφνικές, δυνατές κραυγές του Ρώσου αμαξά –οι οποίες, όπως καταλάβαινε ο Δ.Κ. Σβολόπουλος, ήταν συνηθισμένες παραινέσεις προς το άλογό του– τον τρόμαζαν, βρήκε τον καιρό να ρίξει μια πρώτη, γενική ματιά στην πόλη.

Από τον «ιστορικόν εξώστην του ξενοδοχείου»

«Ιδού λοιπόν ημείς, άγνωστοι μεταξύ των Μοσκοβιτών» Facebook Twitter

Μετά από μία ώρα διαδρομή μέσα από τους δρόμους και διαμέσου των μοσχοβίτικων οδών και παρόδων, έφτασε στο ξενοδοχείο.

«Εις την είσοδον, δήλωσις πρώτη: Η πληρωμή του δωματίου θα γίνεται εις δολλάρια. Δεν θέλετε πολλά διά να σχηματίσητε ποίου είδους εξαιρετική χώρα είναι η νέα Ρωσσία, εις την οποίαν το Κράτος –διότι τα ξενοδοχεία, όπως όλα εις την Ρωσσίαν, είναι του Κράτους– δεν αναγνωρίζει το νόμισμά του.

Δήλωσις δευτέρα: Πόσον καιρόν θα μείνετε, διά να καταβάλετε τα διαμονητήρια.

Δήλωσις τρίτη: Δεν έχετε δικαίωμα ν’ απουσιάσετε δύο ημέρας και να κρατήσητε το δωμάτιον.

Πράγματα λίαν πρωτότυπα, τα οποία έχουν, ως θα ίδωμεν εν συνεχεία, βαθυτάτην σημασίαν και συνδέονται με όλον το εφαρμοζόμενον κομμουνιστικόν σύστημα».

Ο ρεπόρτερ της «Ακρόπολις» τα δέχτηκε όλα και εγκαταστάθηκε σε ένα οπωσδήποτε αξιοπρεπές δωμάτιο του ξενοδοχείου. Από τον «ιστορικόν εξώστην του ξενοδοχείου» έβλεπε απέναντί του το Κρεμλίνο, την Κόκκινη Πλατεία και το Μαυσωλείο του Λένιν.

«Λέγομεν ιστορικόν εξώστην του ξενοδοχείου, διότι προ ολίγων ετών απ’ εκεί απεπειράθη να παρασύρη τους εν διαδηλώσει παρελαύνοντας εργάτας, αγορεύων επί ώρας ολοκλήρους, ο Τρότσκυ, μέχρι της στιγμής καθ’ ην οι πράκτορες της Γκεπεού επενέβησαν, κατά διαταγήν του Στάλιν, και τον κατεβίβασαν βιαίως, διά να τον μεταφέρουν μετ’ ολίγον εις την Σιβηρίαν και να τον απελάσουν ακολούθως εις την Πρίγκηπον».

Μπροστά στο Μαυσωλείο του Λένιν περίμενε μια ατελείωτη ουρά από πολύχρωμο πλήθος, για να περάσει, να δει, να προσκυνήσει και να παρατηρήσει το ταριχευμένο σώμα του «επαναστάτου αρχηγού του μπολσεβικισμού».

Αλλά τι ήταν όλο αυτό το παράξενο ανακάτεμα του πλήθους με τα σκούρα πουκάμισα, τα κασκέτα και τα καλπάκια, και εκείνες τις γυναίκες με τα κόκκινα μαντίλια στο κεφάλι, που κάπνιζαν προκλητικά στους δρόμους; Τι ήταν εκείνος ο όχλος που έτρεχε, σπρωχνόταν και πάλευε για να ανέβει στα κόκκινα τραμ; Τι ήταν εκείνες οι ατελείωτες ουρές ανθρώπων που περίμεναν έξω από μερικά καταστήματα με κλειστές βιτρίνες; Τι ήταν εκείνες οι φουτουριστικές και ακατανόητες διαφημίσεις; Τι ήταν εκείνη η φωτεινή επιγραφή με το κεφάλι του Στάλιν στο κέντρο; Τι ήταν εκείνοι οι οπλοφορούντες Κινέζοι, εκείνες οι γυναίκες με τις ανδρικές μπλούζες, τους χαρτοφύλακες κάτω από τη μασχάλη και το τσιγάρο στο στόμα;

«Όλα εις τη Μόσχαν είναι δρόμος»

Για να βρει απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα ο Δ.Κ. Σβολόπουλος δεν είχε καιρό για χάσιμο και σε πέντε λεπτά βρέθηκε στον δρόμο. Όμως «το αξίωμα, κατά το οποίον ο καλύτερος οδηγός σου εις μίαν νέαν χώραν είναι ο δρόμος και η ανάμιξίς σου με το πλήθος, ουδαμού έχει τόσην εφαρμογήν όσην εις την Μόσχαν. Πρώτον, διότι όλα εις την Μόσχαν είναι δρόμος. Και δεύτερον, διότι ο κλειστός χώρος, η ιδιαιτέρα συνομιλία, είναι κατά κανόνα ύποπτος και, κατ’ ακολουθίαν, εξαιρετικά δύσκολος».

Στον δρόμο, ο πολίτης της Σοβιετικής Δημοκρατίας είχε ό,τι είχε κάθε άλλος πολίτης στο σπίτι του: την ησυχία του, την ελευθερία του και, ακόμη, την άνεσή του. Στον δρόμο ζούσε και κινούνταν, πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει στο δωμάτιό του. Από τη μια, επειδή η ζωή σε ένα στενό δωμάτιο ήταν ανυπόφορη, και από την άλλη, επειδή η κίνηση, σύμφωνα με τους νόμους του αδιαχώρητου, ήταν αδύνατη. Κανείς στη Ρωσία, σύμφωνα με αυτά που μεταφέρει ο ρεπόρτερ, δεν δικαιούνταν να έχει χώρο μεγαλύτερο από ένα δωμάτιο για μέχρι τρία άτομα.

«Ιδού λοιπόν ημείς, άγνωστοι μεταξύ των Μοσκοβιτών» Facebook Twitter

Αλλά το σπουδαιότερο ήταν ότι η ζωή και η κίνηση μέσα στο δωμάτιο επιτηρούνταν πάντοτε, καταγράφονταν και παρακολουθούνταν.

«Ελησμόνησα να σημειώσω ότι εις την νέαν Ρωσσίαν, υπό το σημερινόν καθεστώς, εις κάθε πολυκατοικίαν υπάρχει εις διευθυντής, ο έμπιστος των κρατούντων και του κόμματος, ο οποίος είναι υπεύθυνος διά τας κινήσεις των εις τα διάφορα δωμάτια κατοικούντων ενοίκων, ο οποίος δίδει αναφοράν τακτικωτάτην εις το αρμόδιον τμήμα της Γκεπεού και ο οποίος, ως υπεύθυνος, όχι μόνον δικαιούται, αλλά υποχρεούται να σας παρακολουθή τι κάνετε εις το δωμάτιόν σας. Και όχι μόνον αυτός, αλλά και να σας απαγορεύη να δέχεσθε εκείνον ο οποίος δεν του αρέσει».

Ο δρόμος ήταν, λοιπόν, σύμφωνα με τις εντυπώσεις του ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», το καταφύγιο της ζωής και της κίνησης των ελεύθερων πολιτών του κομμουνιστικού κράτους. Το κατάλαβε από τη στιγμή που, γεμάτος από ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον, το οποίο είχε ενταθεί ήδη βλέποντας την πόλη από τον εξώστη του ξενοδοχείου του, βρέθηκε στον δρόμο, ανάμεσα στο πρωτότυπο πλήθος της Μόσχας.

Προς την Ερυθράν Πλατείαν

«Ιδού λοιπόν ημείς, άγνωστοι μεταξύ των Μοσκοβιτών» Facebook Twitter

«Ιδού λοιπόν ημείς, άγνωστοι μεταξύ των Μοσκοβιτών. Είναι η ώρα του δειλινού, καθ’ ην πάσα εργασία τελειώνει εις την Ρωσσίαν –εφαρμόζεται το σύστημα της συνεχούς εργασίας από της 10ης πρωινής μέχρι της 5ης απογευματινής– και κατά την οποίαν κύματα πλήθους εξορμούν απ’ όλας τας διευθύνσεις».

Εργάτες και υπάλληλοι, άνδρες και γυναίκες, ξεχύνονταν προς τις κεντρικές οδούς της πόλης, διαγκωνίζονταν, σπρώχνονταν, συνθλίβονταν για ν’ ανέβουν στα τραμ, βρίζονταν ή προστίθεντο στην περίφημη ουρά της αναμονής, για να πάρουν τη σειρά τους.

Προς την Πετρόφσκα, προς την Τβερσκάγια, προς την Ερυθρά Πλατεία, από την οποία περνούσε ο δρόμος πάνω από τη γέφυρα του παγωμένου Μόσκοβα και διέσχιζε την ιστορική πρωτεύουσα της Ρωσίας, ένα πλήθος, που προξενούσε αμέσως εντύπωση, κινούνταν ατάκτως.

Κυριαρχούσε η εργατική μπλούζα, ο μαύρος σκούφος, το καλπάκι από αστραχάν, τα κασκέτα στο κεφάλι και οι μπότες, που έφθαναν σχεδόν ως τα γόνατα, για τις γυναίκες· το κόκκινο μαντίλι για τα κορίτσια, τα φανατικά της «νέας θρησκείας». Τσάντες υπό μάλης, μικρές πρόχειρες βαλίτσες στο χέρι, τσιγάρο στο στόμα.

Ο ρεπόρτερ αφέθηκε στο ρεύμα και, ύστερα από λίγο, παρασυρόταν προς την Ερυθρά Πλατεία. Ήταν το κέντρο της μεγάλης πόλης και όλες οι οδοί της οδηγούσαν προς τα εκεί.

«Πόλις εις κατάστασιν πολιορκίας»

Είχε νυχτώσει σχεδόν όταν ο Σβολόπουλος ολοκλήρωσε την πρώτη επίσκεψή του στο Μαυσωλείο και κατέβαινε μέσω της πλατείας Θεάτρoυ της Μόσχας προς την κυρία αρτηρία της πόλης.

«Όταν θέλη να γνωρίση κανείς μίαν πόλιν, την οποίαν πρώτην φοράν επισκέπτεται, πρέπει να περιπλανηθή την νύκτα ιδίως. Τα εστιατόρια, τα κέντρα, τα καταστήματα θα σας δώσουν ακριβεστέραν την πρώτην εντύπωσιν. Έπειτα, η νυκτερινή ησυχία της πόλεως διευκολύνει τας παρατηρήσεις».

Έτσι ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις» διέτρεξε μια κεντρική οδό, πέρασε δεύτερο κεντρικό δρόμο, προχώρησε στον τρίτο αλλά δεν είδε απολύτως τίποτε. Η Μόσχα, η πρωτεύουσα της μεγάλης Ρωσίας, ήταν μια πόλη νεκρή από τις οκτώ το βράδυ.

«Ιδού λοιπόν ημείς, άγνωστοι μεταξύ των Μοσκοβιτών» Facebook Twitter

Πλην των δύο εστιατορίων τα οποία διατηρούσαν τα δύο μεγάλα ξενοδοχεία που υπήρχαν για τους ξένους και στα οποία κανένας Ρώσος δεν μπορούσε να πλησιάσει, δεν υπήρχε ή δεν λειτουργούσε άλλο εστιατόριο σε ολόκληρη τη Μόσχα. Ούτε ένα καφενείο δεν υφίστατο, ούτε στη Μόσχα ούτε στην Πετρούπολη. Κανένα νυχτερινό κέντρο δεν λειτουργούσε. Ούτε ένα ζαχαροπλαστείο. Απολύτως κανένα γαλακτοπωλείο. Άγνωστο στη Μόσχα επίσης ήταν το ζυθοπωλείο.

«Μη νομισθή ότι δεν λειτουργούν μόνον το βράδυ· δεν υπάρχουν ούτε την ημέραν. Από της ογδόης εσπερινής και η Μόσχα και η Πετρούπολις παρουσιάζουν την όψιν πόλεως εις κατάστασιν πολιορκίας. Είναι καταπληκτικόν. Αλλ’ αυτό είναι.

Εάν δεν υφίσταντο τα θέατρα, τα οποία είναι πράγματι εξαιρετικά [...] η Μόσχα, η πρωτεύουσα των τριών και ημίσεος εκατομμυρίων κατοίκων, θα ερημούτο από της ογδόης εσπερινής».

Πώς ζούσε λοιπόν όλος αυτός ο κόσμος;

Να το ερώτημα, στο οποίο ο Ρώσος απαντούσε με ένα χαρακτηριστικό μειδίαμα οίκτου, που έλεγε άπειρα πράγματα, ενώ ο ξένος απαντούσε δείχνοντας κάποιο βιβλίο, που πήγαινε να διαβάσει για να κοιμηθεί.

«Δεν ήτο πάντοτε αυτή η κατάστασις εις την Ρωσσίαν. Κατά την εποχήν της ΝΕΠ (Νέας Πολιτικής Οικονομίας του Λένιν), τα πράγματα ήσαν κάπως ανθρώπινα. Η ιδιωτική επιχείρησις δεν κατεδιώκετο όπως καταδιώκεται σήμερον, ούτε ο επαγγελματίας ή ο έμπορος εθεωρείτο εχθρός και υπονομευτής του καθεστώτος. Η ζωή δεν είχε σταματήσει.

Το σημερινόν θέαμα είναι απόρροια της νέας τάξεως των πραγμάτων, την οποίαν εδημιούργησαν τα νέα σχέδια, αι νέαι προσπάθειαι, η νέα επανάστασις του Στάλιν και των περί αυτόν. Η εποχή της ΝΕΠ αναπολείται σήμερον απ’ όλην την Ρωσσίαν».

Αρχαιολογία & Ιστορία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

“Στη σκιά του Στάλιν”: Ένα έργο ζωής από τον Νίκο Μαραντζίδη

Βιβλίο / «Στη σκιά του Στάλιν»: Ένα έργο ζωής από τον Νίκο Μαραντζίδη

Ο Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, μίλησε στη LiFO για το νέο του βιβλίο που αποτελεί «μια ιστορία του διεθνούς κομμουνισμού από τη σκοπιά της νοτιοανατολικής ευρωπαϊκής περιφέρειάς του».
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ
Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς

Μουσική / Ντμίτρι Σοστακόβιτς: «Αγαπήστε μας όταν είμαστε βρόμικοι, όχι όταν είμαστε καθαροί»

Ο μεγάλος Ρώσος συνθέτης έζησε όλη του τη ζωή μεταξύ συνδιαλλαγής και μετωπικής σύγκρουσης με το σταλινικό καθεστώς. Το σίγουρο είναι ότι υπήρξε ένας ήρωας του προηγούμενου αιώνα.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Η τραγωδία της ζωής του ρωσσικού σπιτιού εξελίσσεται άνευ ελπίδος»

Μεσοπόλεμος / «Πεθαίνουν ευτυχισμένοι άγνωστοι στρατιώται διά το μεγάλο πείραμα»

Ένας Έλληνας δημοσιογράφος επισκέφτηκε τη μεσοπολεμική Μόσχα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του για τα κουπόνια τροφίμων, τα συσσίτια και το σύστημα υγείας της Σοβιετικής Ένωσης.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Δούκισσα της Πλακεντίας: Αλαφροΐσκιωτη ή χειραφετημένη για την εποχή της;

Ιστορία μιας πόλης / Δούκισσα της Πλακεντίας: Αλαφροΐσκιωτη ή χειραφετημένη για την εποχή της;

Ήταν πράγματι τόσο εκκεντρική όσο την παρουσιάζει ο αθηναϊκός θρύλος; Πόσο τη σημάδεψε ο θάνατος της κόρης της και ποια ήταν η σχέση της με τον Ιωάννη Καποδίστρια; Μαζί με την Ιστορικό τέχνης Ελένη Μάργαρη ανακαλύπτουμε την αληθινή γυναίκα πίσω από τον μύθο της «Δούκισσας της Πλακεντίας».
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Τι κρύβεται κάτω από τη σύγχρονη πόλη των Μεγάρων;

Ιστορία μιας πόλης / Kάτω από τη σύγχρονη πόλη των Μεγάρων κρύβεται μια άλλη πόλη

Πού βρισκόταν η αρχαία Μεγαρίδα; Ποια ήταν η «πόλη κάτω από την πόλη»; Τι ήταν τα υπόγεια «μέγαρα» και τι φέρνουν στο φως οι ανασκαφές; Μαζί με τη Χριστίνα Καζαζάκη από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής ανακαλύπτουμε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Έσφιξε με τα δάχτυλα τον λαιμό του. Ένα σφίξιμο και τελείωσε το παν»

Μεσοπόλεμος / «Έσφιξε με τα δάχτυλα τον λαιμό του. Ένα σφίξιμο και τελείωσε το παν»

Η δημόσια δι’ απαγχονισμού εκτέλεση των καταδικασμένων καταχραστών του στρατιωτικού ταμείου, αξιωματικών Γεώργιου Ζαριφόπουλου και Διονύσιου Δρακάτου, όπως την κάλυψε ο Τύπος της εποχής.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Ένας παιδόφιλος νομπελίστας

Αρχαιολογία & Ιστορία / Ένας παιδόφιλος νομπελίστας

Το ρεπορτάζ του «New Yorker» επαναφέρει την υπόθεση του διακεκριμένου επιστήμονα, γιατρού και ερευνητή, δρος Ντάνιελ Κάρλτον Γκαϊντούσεκ, που κακοποίησε σεξουαλικά δεκάδες παιδιά από την Παπούα και τη Μικρονησία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ