Από τους πιο διεισδυτικούς πορτρετίστες της γενιάς του, ο ζωγράφος προσεγγίζει το επιδόρπιο όχι ως γαστρονομική απόλαυση, αλλά ως έννοια. Έχει χαρακτήρα πρόκλησης, παιχνιδιού, σχεδόν ελαφράς ιεροσυλίας: μια γλυκιά αμαρτία που αναζητείται με πλήρη επίγνωση της διάρκειάς της, μια στιγμή που αποσπάται από τη σοβαρότητα του κανόνα.

 

Όπως σημειώνει ο επιμελητής της έκθεσης, Γιώργος Μυλωνάς, «στο Επιδόρπιο, ο δημιουργός αγγίζει εικόνες που η εποχή γεννά πιο γρήγορα απ’ όσο προφταίνει το βλέμμα να χωνέψει: τα “πρόσωπα” των κοινωνικών δικτύων, εκεί όπου η όψη προηγείται του βιώματος και η λάμψη του προφίλ στήνεται για την αποδοχή του κοινού… Μέσα απ’ αυτήν την ειρωνική συνομιλία με τον ψηφιακό καιρό μας, ο Σίσκος πλάθει μια ζωγραφική, όπου η pop γυαλάδα δεν αναπαύει το βλέμμα, παρά το τραβά βαθύτερα στον γρίφο της επιθυμίας.»

 

Στα έργα του, ανθρώπινες μορφές εμφανίζονται να κρατούν γλυκίσματα, ενώ γύρω τους κινούνται έντομα, ζώα και παράδοξα στοιχεία που διαταράσσουν την οπτική ισορροπία. Το γλυκό συνυπάρχει με το απειλητικό, το ελκυστικό με το ανοίκειο. Η απόλαυση δεν παρουσιάζεται αθώα, εμπεριέχει ένταση και εσωτερική ταραχή.

 

Ο Σίσκος αξιοποιεί έναν σχολαστικό, σχεδόν εμμονικό ρεαλισμό που αντλεί από τη δυτική παράδοση της ζωγραφικής, εμπλουτισμένο με pop χρωματικές αναφορές, για να υπονομεύσει το κάλλος. Το «ωραίο» λειτουργεί ως δόλωμα για το βλέμμα: προσελκύει τον θεατή, μόνο και μόνο για να τον οδηγήσει σε μια εμπειρία όπου η λεπτομέρεια αποκαλύπτει ρωγμές, αποκλίσεις και υπόγειες απειλές. Οι μορφές του δεν προβάλλουν κατ’ ενώπιον για να επικοινωνήσουν. Είναι πρόσωπα που μοιάζουν να φορούν τη δική τους εικόνα όπως θα φορούσε κανείς μια μάσκα.

 

Όπως υπογραμμίζει ο επιμελητής, πρόκειται για «έργο - σχόλιο στην ανθρώπινη μοίρα, ένα ανεπαίσθητο πήγαινε-έλα της έλξης και της προφύλαξης, της λαχτάρας και της επιφυλακής. Δεν επιδιώκει να καθίσει στη γλώσσα σαν γεύση που σβήνει, αλλά να παραμείνει ως ίχνος πόθου.»

 

Ο Νίκος Σίσκος γεννήθηκε το 1974 στον Βόλο. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, ως υπότροφος την περίοδο 2002–2004, και αποφοίτησε αριστούχος το 2006, έχοντας μαθητεύσει δίπλα στους Δημήτρη Σακελλίωνα και Γιώργο Καζάζη. Το 2007 τιμήθηκε με βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Εργάζεται με έμφαση στις έντονες χρωματικές αντιθέσεις και στη λεπτομέρεια, αναπτύσσοντας μια ζωγραφική που κινείται ανάμεσα στην pop αισθητική και τον σουρεαλισμό. Κεντρικό στοιχείο της δουλειάς του είναι ο μετασχηματισμός της μορφής, με αναφορές στην Ιστορία της Τέχνης, την pop κουλτούρα και τη διαφήμιση, οι οποίες επανεμφανίζονται σε υβριδικές, «μη κανονικές» εκδοχές.