Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO
Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO

 

Μπροστά στη μεγέθυνση που πρόβαλε αναγκαστικά το μυθιστόρημα, το διήγημα μοιάζει να διαγράφει μια διαφορετική στρατηγική της γραφής και της ύπαρξης: τα πράγματα αποτυπώνονται στη σωστή τους διάσταση, αποκτούν αρχή, μέση και τέλος, γίνονται διαφορετικές φωνές που στοιχειοθετούν με περίσσιο αφηγηματικό θάρρος ένα ευκρινές όλο. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου η μικροκλίμακα αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την απλότητα και το μέγεθος της χώρας, το διήγημα σάμπως να βρήκε εδώ τον εαυτό του: στο αποθησαυρισμένο υλικό της παράδοσης (από τους αρχαίους επιγραμματιστές έως τους εκφραστές της δημοτικής παράδοσης), στη διάχυση των διαφορετικών φωνών και λόγων, στην απλότητα των υλικών που αποκάλυπταν ο ήλιος και η φύση. Δεν είναι να απορείς που μέσα από τις ρωγμές της ελληνικής αφήγησης αναφάνηκαν οι καλύτεροι μάστορες, που ήταν κατεξοχήν οι διηγηματογράφοι – ίσως γι' αυτό το διήγημα να υπήρξε ένα ιδιαίτερα ανθηρό είδος σε σχέση με το μυθιστόρημα. Από τον Παπαδιαμάντη και τον Βουτυρά έως τον Παπαδημητρακόπουλο και τον Νόλλα, είναι σπουδαίες οι πένες που λάξευσαν τις μικρές, δωρικές ιστορίες. Τα αλλόθροα βιβλία δεν ήταν αρκετά για να μολύνουν την ξεχωριστή πολίχνη των Ελλήνων αφηγηματογράφων που εξακολουθούν να φτιάχνουν περίτεχνες μικρές ιστορίες: τέτοιες περιπτώσεις είναι ο παραδειγματικός ρεαλισμός του Οικονόμου, ο αστικός σουρεαλισμός του Πουλή, η λυρική ροκ παραφορά της Μήτσορα, η λαϊκή ανάταση του Κοροβίνη. Τέσσερα παραδείγματα που αποδεικνύουν την υποδειγματική αντοχή του ελληνικού διηγήματος στον χρόνο αλλά και την ικανότητά του να επαναπροσδιορίζει την καταγωγή του μέσα από ιδανικούς εκπροσώπους του είδους: όπως κάποτε τον Διογένη τον νίκησε η απλότητα ενός παιδιού, έτσι και τον Έλληνα διηγηματογράφο τον νίκησε η απέριττη ακρίβεια του ευσύνοπτου λόγου.

 


Τι πάθος ατελείωτο

Θωμάς Κοροβίνης

Εκδόσεις Άγρα
Ο τίτλος δεν έχει τυχαία ανάποδη σειρά: δεν μιλάμε για το ατελείωτο πάθος αλλά για το πάθος που πρώτα οφείλει να προσδιορίσει δυναμικά τον εαυτό του, προτού αποκτήσει επαφή με τα επίθετα. Είναι ανόθευτο, περίσσιο και διατρέχει κάθε έκφανση του λαϊκού κόσμου: τα σεκλέτια, τα όμορφα λόγια, τα φεγγάρια που φωτίζουν τις ατιθάσευτες πράξεις. Εδώ τα πάντα είναι καθάρια και καθορίζονται από μια γενναιοδωρία που σπανίζει στο γένος των ομοτέχνων – χαρακτηρίζει μάλλον τον κόσμο των απλών ανθρώπων που ξέρουν να αγαπούν, να πονούν και να δίνουν. Γι' αυτό και ο Κοροβίνης, ως έντονα βιωματικός αφηγητής που πρώτα αγαπά, βουτάει την πένα στην καρδιά και μετά γράφει, χωρίς να παραλείπει κάθε επιμέρους αφήγημά του να το αφιερώνει σε κάποιον αγαπημένο: στον Σκαμπαρδώνη ή στην Ζατέλη, στον Μπακιρτζή. Εξού και το ότι αποκαλεί τα κείμενά του αφηγήματα παρά διηγήματα, καθώς ετούτα δεν εμπίπτουν στους αυστηρούς κανόνες της λογοτεχνίας αλλά είναι έμπλεα πάθους και ενθουσιασμού, παρασυρμένα από τον βιωματικό οίστρο που υπαγορεύει το συναίσθημα. Ίσως, μάλιστα, να είναι και ευρηματικά στην αλήθεια τους, αφού επαγγέλλονται ένα νέο πεδίο όπου η αφήγηση θα είναι γοητευτικά ξεχαρβαλωμένη –σαν τη λατρεμένη Μούσα του Κοροβίνη, την οποία αποκαλεί εσκεμμένα Σεχραζάτ–, έτοιμη να μιλήσει κατευθείαν στο θυμικό, παρά να πείσει. «Αυτό είναι το λαϊκό τραγούδι, φίλε μου. Είναι πόνος. Καθολικός πόνος. Δεν εξαιρείς κανέναν. Τον παίρνεις στις πλάτες σου και πας. Ως και τα τσιφτετέλια μας, πονεμένα είναι κι αυτά. Γι' αυτό σου λέω». Κάπως έτσι γράφονται οι αλήθειες και βιώνονται οι πράξεις.

 


Ο θερμοστάτης

Κωνσταντίνος Πουλής
Εκδόσεις Μελάνι
Αν ο Νίτσε έλεγε περιπαικτικά πως οι σόμπες εμαγέ φταίνε για τον γερμανικό ιδεαλισμό, ανάλογα ειρωνικά χρησιμοποιεί ο Πουλής στα διηγήματά του την υψιπετή φιλοσοφία. Υψηλές ιδέες και αποφάνσεις αποδομούνται πάραυτα από τις ίδιες τις πράξεις των ανθρώπων: ακατανόητες, παράλογες, ενίοτε και φρούδες, όπως ο ίδιος ο έρωτας. Μέσα από μια γλυκόπικρη συνθήκη που διέπει όλα σχεδόν τα διηγήματα του νεωτερικού αυτού συγγραφέα αναφαίνεται το σύγχρονο οικονομικο-πολιτικό αδιέξοδο που έκανε τα όνειρα αλλά και τα αισθήματα να βγουν όλα πλάνες. Από το σουρεαλιστικό και υπέροχο «Λεονάρντο ντι Κάπριο των Εξαρχείων» έως το «Κάμπινγκ στην πλατεία Συντάγματος», η αποδόμηση των μεγάλων ονείρων και των υψηλών ιδεών εντοπίζεται στον ίδιο τον άξονα της γλώσσας: τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, καθώς πίσω από βαρύγδουπες δηλώσεις περί νεοφορμαλισμού κρύβονται οι πιο ποταπές διεκδικήσεις και πίσω από το πιο ανήκουστο φλερτ μπορούν να αναδειχθούν ανεξίτηλες αλήθειες. Όταν ένα κουρείο μπορεί να αποδειχτεί «η φυλακή και ο θάνατος», τότε ακόμη και μια πλατεία που υποτίθεται πως έθρεψε τα πιο επαναστατικά όνειρα ενδέχεται να φανεί ένα παράδοξο μέρος για κάμπινγκ. Το καφκικό και σουρεαλιστικό χιούμορ του συγγραφέα είναι διάχυτο σε κάθε γωνιά της αφήγησης, ειδικά εκεί όπου η πραγματικότητα απειλεί να κατακρημνίσει τα πιο όμορφα όνειρα: γιατί αν δεν υπήρχε ο παράγοντας της ειρωνικής αποστασιοποίησης και της ποιητικής μετατόπισης που τρέφει και το αφηγηματικό πλέγμα, τότε το πεσιμιστικό υπόστρωμα θα αποκάλυπτε μόνο αδυσώπητες αλήθειες. Δύσκολοι καιροί για λογοτεχνίες και για έρωτες στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα, κι όπως γράφει χιουμοριστικά ο Πουλής σε ένα απόσπασμα: «Σε μια περίοδο έντασης της ληστρικής έκθεσης του κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας είναι αδύνατον να διηγηθείς μια τέτοια ιστορία. Γιατί, να πούμε του στραβού το δίκιο, ποιος διαβάζει τέτοιες ιστορίες σήμερα;». Ευφυές και ευφάνταστο βιβλίο από τα λίγα.

 

Το καλό θα 'ρθει από τη θάλασσα

Χρήστος Οικονόμου
Εκδόσεις Πόλις
Είναι τραγική ειρωνεία, αλλά το νέο βιβλίο του Οικονόμου υπενθυμίζει συμπεριφορές και συνθήκες που επιβεβαιώνονται με τον πλέον τραγικό τρόπο από την ίδια την πραγματικότητα: την καταδίκη του ξένου και του διαφορετικού, την ανελέητη εκδίωξη οποιουδήποτε δεν μας μοιάζει. Σαν τα σκυλιά του Ηράκλειτου που γαβγίζουν στον νεοφερμένο, όποιος έρχεται απέξω και διαφοροποιείται από την ομήγυρη θεωρείται εκ των πραγμάτων καταδικαστέος – ειδικά ο ιδιαίτερος, ο ανίσχυρος και ο μόνος. Εν προκειμένω, οι διαφορετικοί και οι «άλλοι» είναι οι Αθηναίοι, οι οποίοι αναγκάστηκαν λόγω της κρίσης να αναζητήσουν καταφύγιο στο νησί: είναι οι «ξενομπάτες» που αναγκάζονται να συνομιλήσουν και να συνευρεθούν με τους εκδικητικούς «αρουραίους». Αλλά, και πάλι, δεν είναι η φύση που τους οδήγησε στην απελπισία αλλά το χρήμα – η βασική αιτία της αλλοτρίωσης και του πόνου. Κι εδώ, όπως και στην εξαιρετική συλλογή διηγημάτων Κάτι θα γίνει, θα δεις που έκανε ευρέως γνωστό τον Οικονόμου και του χάρισε το Κρατικό Βραβείο, η φτώχεια ή ο ξαφνικός πλούτος είναι οι βασικές αιτίες της γενικευμένης πτώσης. Σε έναν εκπεφρασμένο ρεαλισμό που επιβάλλεται κάπως αταβιστικά σε κάθε διήγημα του Οικονόμου και το προσδιορίζει, ο φτωχός είναι εξ ορισμού ο χαμένος. Σε κάθε του ιστορία ενυπάρχει ένα παρελθόν που αποκαλύπτει τις βασικές αιτίες της εξαθλίωσης – ίσως γι' αυτό τελικά το «Καλό θα 'ρθει από τη θάλασσα επειδή η θάλασσα δεν έχει μνήμη, επειδή το νερό δεν θυμάται». Μέχρι τότε οι πράξεις θα παραπέμπουν σε έναν φαύλο κύκλο όπου ο κακοφορμισμένος θα υφίσταται μάταια την κακή του μοίρα και μην έχοντας καμία ελπίδα για σωτηρία ή αλλαγή, το μόνο που μπορεί να υπομείνει είναι το φταίξιμο που του ρίχνουν οι άλλοι. «Ο κόσμος είναι φτιαγμένος έτσι ώστε ν' απαλλάσσει τον καθένα από εμάς από την ευθύνη να κάνει το προσωπικό καλό. Ο καθένας από εμάς είναι ελεύθερος να κάνει το κακό με χίλιους τρόπους, το καλό όμως είναι πάντοτε υπόθεση κάποιου άλλου» ομολογεί κάπου με ιδιαίτερη ευστοχία, αν και με μια παραπάνω ηθικιστική ένταση, ο Οικονόμου.

 


Από τη μέση και κάτω

Μαρία Μήτσορα
Εκδόσεις Καστανιώτη
«Κοιτάζω τη Δύση πίσω από ένα τζάμι και με διαλέγουν οι λέξεις: αχανές, ευάλωτο, ραγισμένο, έκρηξη, έκρηξη, δάκρυ κι ένας μέλλων αόριστος». Κάπως έτσι διάλεξαν οι λέξεις τη Μήτσορα ως την ιδανική τους μούσα, ως αυτή που καλείται να μεταφέρει τις ασυνείδητες σκέψεις των αλλόκοτων πλασμάτων –τεράτων ή μικρών θεών– στο γένος των ανθρώπων. Στο μεταξύ αυτής της ασύνειδης σχεδόν επικοινωνίας δεν παρεισφρέει τίποτα: οι δρόμοι της ερμηνείας είναι προσχηματικοί, οι πραγματικοί χωρόχρονοι αυθαίρετοι και τυχαίοι. Το μόνο που έχει σημασία είναι πώς βιώνει κάθε πλάσμα την ερωτική διαδικασία, αυτή είναι που θα το ανατινάξει ως τον ουρανό, θα το κάνει να διασχίσει δάση και να βγει από τα ουράνια ή θα το ρίξει βαθιά και βαριά στην κόλαση. Ενίοτε ο θάνατος και ο έρωτας μετατρέπουν ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα σε θεότητα, όπως συνέβη σε κάποιο από τα διηγήματα της Μήτσορα με την Αξάνα, μια άλλη εκδοχή της Περσεφόνης. Οι εκρήξεις είναι αναμφίβολα απανωτές, αυτές σε απαλλάσσουν από το γραμμικό σύμπαν των μονοθεϊστών και σε ρίχνουν δημιουργικά στο χάος, όπως θα υποστήριζε η συγγραφέας. Μη ζητάς επομένως να κατανοήσεις αλλά να δεις: ποιος, άλλωστε, έχει καταλάβει ποτέ γιατί ο έρωτας να συνορεύει σχεδόν πάντα με τον θάνατο; «Λουλούδια και ξυράφια είναι σπαρμένα στον δρόμο τους» για να γιορτάσουν τη θεϊκή τους προέλευση – κάτι που συνέλαβε σχεδόν ενορασιακά μια διηγηματογράφος που εξακολουθεί να προασπίζεται εμφατικά το συμβολικό, το μυστικό και το λανθάνον. «Από τη Μέση και Κάτω» αρχίζει ένας άλλος υπόγειος κόσμος, όπου συναντάται ο έρωτας με τον θάνατο, η λέξη με τη θεϊκή πράξη. Κι ευτυχώς η Μήτσορα παραμένει στη δοξαστική της θέση, ατενίζοντας την εορταστική ή καταραμένη τους συνάφεια από τη μέση και πάνω.