Το θέμα «αποζημιώσεις» θεωρείται ότι εν πολλοίς έχει ρυθμιστεί... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO
Το θέμα «αποζημιώσεις» θεωρείται ότι εν πολλοίς έχει ρυθμιστεί... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO

 

Μεγάλη κουβέντα έχει ανοίξει τελευταία για το σύννομο ή μη της διεκδίκησης των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου. Είναι, άραγε, το θέμα οριστικά λυμένο ή παραμένει ανοιχτό; Επειδή και η δική μου εικόνα, όπως πολλών ακόμα φαντάζομαι, είναι κάπως θολή, απευθύνθηκα σε δύο ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί σχετικά, καθένας από διαφορετική σκοπιά, ζητώντας τα φώτα τους. Ιδού τι μου είπαν:

 

Τάκης Μίχας, δημοσιογράφος: Το ζήτημα περιλαμβάνει τρία σκέλη: α) Αποζημιώσεις λόγω βιαιοπραγιών, β) Κατοχικό δάνειο, γ) Αναθεώρηση του ευρωπαϊκού status quo

 

Ο νόμος Σβώλου αποτελούσε μία ομολογία χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους, δηλαδή αδυναμίας εξυπηρέτησης των οφειλών του. Με μία μονοκοντυλιά διέγραφε αυτά τα οποία χρωστούσε. Μόνο που έτσι διέγραφε κι αυτά που του χρωστούσαν!


α) Το θέμα «αποζημιώσεις» θεωρείται ότι εν πολλοίς έχει ρυθμιστεί, αρχικά στη Διάσκεψη του Παρισιού για τις Επανορθώσεις (1945), όπου η Ελλάδα ζήτησε 10 δισ. δολάρια και της δόθηκαν 25 εκατ. (σε σημερινές τιμές 2,5 δισ.), κυρίως σε μηχανές, και ακολούθως το 1990, όταν υπεγράφη στη Μόσχα η ειρηνευτική συμφωνία με την επανενωμένη Γερμανία, που θεωρείται ότι κλείνει οριστικά το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Υπεγράφη, επίσης, μία ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας στις 18/3/1960, οπότε η Γερμανία ανέλαβε να καταβάλει σε ιδιώτες θύματα 115 εκατ. μάρκα. Υπάρχουν επιπλέον δύο περιπτώσεις ελληνικών προσφυγών στη διεθνή δικαιοσύνη, χωρίς αποτέλεσμα. Η πρώτη έγινε το 2011, όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απέρριψε την προσφυγή τεσσάρων Ελλήνων από το Δίστομο, κρίνοντας ότι οι μεταπολεμικές συμφωνίες είχαν ρυθμίσει το θέμα των αποζημιώσεων. Η δεύτερη, το 2012, αφορά προσφυγή μιας ομάδας επιβιωσάντων της σφαγής του Διστόμου στο Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη. Η προσφυγή απορρίφθηκε ξανά.


β) Κατοχικό δάνειο: Το 1942 η Τράπεζα της Ελλάδας υποχρεώθηκε να συνάψει δάνειο που θα χρηματοδούσε τα έξοδα των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα – κυρίως μισθούς και προμήθειες. Tο δάνειο συνήφθη σε δραχμές (όπως, άλλωστε, επέβαλε η προϋπάρχουσα ελληνική νομοθεσία, άρθρο 5422/32) και είχε μηδενικό επιτόκιο. Με δεδομένο ότι ο τόκος είχε οριστεί σε 0%, με τους πληθωρισμούς που πέρασε η χώρα από τότε, το δάνειο έχει ουσιαστικά σχεδόν εξανεμιστεί. Όπως αναφέρει ο αναλυτής του οικονομικού περιοδικού «Forbes», Tim Worstal, «ο πληθωρισμός ενός δανείου με μηδενικό επιτόκιο θα ήταν τόσος, που θα επέτρεπε στη Γερμανία να ξεπληρώσει το δάνειο χωρίς κανένα πρόβλημα και χωρίς να βελτιώνεται ουσιαστικά η κατάσταση της Ελλάδας. Πράγματι, η Ελλάδα δικαιούται το αρχικό ποσό και τους τόκους. Αλλά εφόσον ήταν άτοκο, δικαιούται μόνο το αρχικό ποσό. Που, όμως, μετά από 70 έτη πληθωρισμού, είναι ασήμαντο». Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, είναι η ίδια η... ελληνική νομοθεσία! Πρόκειται για τον περίφημο νόμο Σβώλου (1943). Όπως λέει ο νομικός Γιώργος Στεφανάκης: «Κατά τον Νοέμβριο 1944, υπό Γεωργ. Παπανδρέου, η κυβέρνηση "Εθνικής Ενότητος", ομοφωνούντων και των κομμουνιστών, θέσπισε τον ν. 18/44. Τον άλλοτε πασίγνωστο ως "νόμο Σβώλου". Κατ' άρθρ. 1 ορίστηκε ότι νομισματική μονάς (μας) είναι η δραχμή. Κατ' άρθρ. 5 § 1 η σχέση της εισαχθείσας δραχμής προς την αντικατασταθείσα ωρίσθη σε 50 δισ. παλαιών δρχ. έναντι μιας (1) νέας. Ουσιαστικά, διαγράφηκαν όλες οι κατοχικές οφειλές. Ο νόμος δεν εξαιρεί οφειλές αλλοδαπών, άρα και Γερμανών». Ο νόμος Σβώλου αποτελούσε μία ομολογία χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους, δηλαδή αδυναμίας εξυπηρέτησης των οφειλών του. Με μία μονοκοντυλιά διέγραφε αυτά τα οποία χρωστούσε. Μόνο που έτσι διέγραφε κι αυτά που του χρωστούσαν!


γ) Αναθεώρηση του status quo: Το θέμα περιπλέκεται περισσότερο, αν αφήσουμε για λίγο πίσω μας «τους στενούς ορίζοντες του αστικού Δικαίου», που θα 'λεγε ο Μαρξ, αναλογιζόμενοι τις ευρύτερες επιπτώσεις που θα είχε η έγερση αιτημάτων που ουσιαστικά ανατρέπουν το μεταπολεμικό status quo. Διότι, όπως υποστηρίζουν πολλοί αναλυτές, το βαθύτερο νόημα της μεταπολεμικής Ένωσης της Ευρώπης ήταν η λήθη του παρελθόντος. Αυτό έρχεται να υπονομεύσει η Ελλάδα σήμερα, επιβεβαιώνοντας πλήρως τις απόψεις αναλυτών, όπως ο Σάμιουελ Χάντιγκτον, ότι η χώρα μόνο πηγή προβλημάτων μπορεί να είναι για τη Δύση.


Ένα αίτημα π.χ. που θα έρθει αμέσως στην επιφάνεια, αν η Ελλάδα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας, θα αφορά τη μεταπολεμική εθνοκάθαρση των γερμανικών μειονοτήτων σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την ιδιοποίηση από τους ντόπιους των περιουσιών τους. Όμως ούτε η Ελλάδα θα μείνει ανέπαφη: θα προκύψουν αμέσως το θέμα της βίαιης εθνοκάθαρσης των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας και των περιουσιών τους, καθώς επίσης, φυσικά, και το θέμα της απαγόρευσης της επιστροφής και των περιουσιών των Σλαβομακεδόνων.


Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί ότι οι καθαρές εισπράξεις από την Ε.Ε. μεταξύ 1981-2012 ανέρχονται σε 314 δισ. περίπου σημερινά ευρώ. Η γερμανική συμμετοχή στις επιδοτήσεις είναι 41%, ήτοι κοντά 130 δισ. ευρώ.

 

Η Γερμανία δανείστηκε από την Ελλάδα, κατά παράβαση της ισχύουσας και σήμερα Σύμβασης της Χάγης 1909, και δεν αμφισβήτησε ποτέ το δάνειο, αρχίζοντας την αποπληρωμή του, ενώ ο καγκελάριος Έρχαρντ το 1964 δεσμεύτηκε για την επιστροφή του μετά την επανένωση.


Καλλίνικος Ν. Νικολακόπουλος, οικονομολόγος, αναλυτής πληροφορικών συστημάτων: Η μόνη χώρα της ευρωζώνης που δεν υπέγραψε απευθείας τη δανειακή σύμβαση Ελλάδας-χωρών ευρωζώνης ήταν η Γερμανία. Αντ' αυτής υπέγραψε η γερμανική κρατική επενδυτική τράπεζα KFW, λόγω του κατοχικού δανείου και των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων. Κατά το 2010, το ύψος τους ατόκως ήταν 162 δισ. ευρώ [7,1 δισ. δολάρια για πολεμικές επανορθώσεις και 3,5 δισ. δολάρια για το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, αγοραστικής αξίας 1938, δηλαδή 108 και 54 δισ. ευρώ το 2010 ατόκως αντίστοιχα, σύμφωνα με απόφαση της 19μελούς Διασυμμαχικής Επιτροπής Παρισίων (1946)]. Η Γερμανία δεν εξόφλησε τις αναγνωρισμένες οφειλές της προς την Ελλάδα, όπως έπραξε για τις άλλες χώρες. Τα ποσά αυτά δεν παραγράφηκαν, ούτε και γίνεται, όντας αναγνωρισμένες οφειλές με διεθνείς συμφωνίες-συμβάσεις – αρκεί η έγγραφη απαίτησή τους από την ελληνική κυβέρνηση. Σε περίπτωση άρνησης καταβολής τους, η Ελλάδα στοιχειοθετεί δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή δικαστήρια, όπου αναμφισβήτητα θα δικαιωθεί.


Η σχετική δανειακή συμφωνία του αναγκαστικού γερμανικού κατοχικού δανείου, που υπογράφηκε από πληρεξούσιους Γερμανίας-Ιταλίας στις 14/3/1942, μη παρούσης της Ελλάδας, προέβλεπε τα εξής: Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται μηνιαία να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ., οι επιπλέον αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος χρεώνονταν στις κυβερνήσεις Γερμανίας-Ιταλίας ως άτοκο σε δραχμές δάνειο της Ελλάδας προς αυτές και η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα με ισχύ από 1/1/1942. Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα ως υποχρεωτικά εκτελεστή-αναγκαστική, με μορφή μηνιαίων προκαταβολών, απροσδιόριστου ύψους, διάρκειας και ημερομηνίας αποπληρωμής άτοκα, σε δραχμές. Ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων, μετατρέποντάς την σε κοινό, συμβατικό, έντοκο δάνειο. Με την πρώτη τροποποίηση (2/12/1942) ορίστηκε ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο 1943, όταν καταβλήθηκαν δύο εξοφλητικές δανειακές δόσεις χωρίς συνέχεια, καθιστώντας το δάνειο συμβατικό, έντοκο, λόγω υπερημερίας και σταθερού νομίσματος, αποτελώντας συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας, και όχι επανορθωτική, μη εντασσόμενο στη Συμφωνία του Λονδίνου 1953, που ανέστειλε την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων μέχρι τη γερμανική επανένωση.


Η Γερμανία δανείστηκε από την Ελλάδα, κατά παράβαση της ισχύουσας και σήμερα Σύμβασης της Χάγης 1909, και δεν αμφισβήτησε ποτέ το δάνειο, αρχίζοντας την αποπληρωμή του, ενώ ο καγκελάριος Έρχαρντ το 1964 δεσμεύτηκε για την επιστροφή του μετά την επανένωση. Η γερμανική κατοχή είναι υπεύθυνη για το Ολοκαύτωμα 1940-44, την αύξηση του πληθωρισμού 15,3 εκατομμύρια φορές, ενώ μόνο η Ελλάδα κατέβαλε στη Γερμανία πολεμικές αποζημιώσεις. Για την επανόρθωση η Ελλάδα θα χρειαζόταν 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946, αναζητώντας το απολεσθέν ΑΕΠ με εξωτερικό δανεισμό, ενώ η ενωμένη-δημοκρατική μετά το 1990 Γερμανία αρνείται την επιστροφή του κατοχικού δανείου.


Ο Γερμανός οικονομολόγος Albrecht Ritschl ανέφερε ότι η Ελλάδα μπορεί να αξιώσει την καταβολή των οφειλόμενων ποσών, εάν η Γερμανία την πιέσει. Ο Γάλλος οικονομολόγος Jacques Delpla υπολόγισε το 2010 το συνολικό οφειλόμενο ποσό εντόκως σε 575 δισ. ευρώ, ενώ άλλοι το υπολογίζουν σε 1,1 τρισ. ευρώ εντόκως. Το ποσό είναι άμεσα απαιτητό, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Η ελληνική κυβέρνηση δικαιούται να εγγράψει τη γερμανική οφειλή στις ανείσπρακτες οφειλές προς το ελληνικό Δημόσιο και στον κρατικό προϋπολογισμό ως άμεσα απαιτητό ληξιπρόθεσμο χρέος, και να προβεί σε ενέργειες για την είσπραξή του, πράγμα που θα σημάνει την μετατροπή του κρατικού προϋπολογισμού σε πλεονασματικό, με ολοσχερή εξάλειψη δημόσιου χρέους και μετατροπή του σε δημόσιο σωρευτικό πλεόνασμα, ενώ η Γερμανία θα υποχρεωνόταν να εγγράψει στον κρατικό της προϋπολογισμό το οφειλόμενο δημόσιο χρέος προς την Ελλάδα, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Eurostat.