Oδεύοντες προς το χωρίον «Ψηλή Ράχη» και εις το μέσον ακριβώς της ημικυκλικής στροφής, θαμβωτικής ως ίλιγγος και μοιραίας ως δρέπανον, εν άτακτον σμήνος από παλλεύκους πεταλούδας ηύφραινεν το κυανούν του ουρανού. Το γεγονός μοι εφάνη ιδιαιτέρως απρόσμενον, καθώς η βλάστησις, καίτοι πλουσία μέχρις εδώ, επτώχευε αιφνιδίως, περιοριζομένη εις ακάνθας και ξηρόν χόρτον.

 

Είθισται αι χαρίεσσαι αύται ψυχαί να προσελκύονται είτε από την ηδύτητα του μέλιτος των ανθέων, είτε από τας εκρήξεις του κάλλους των χρωμάτων υπό το χρυσούν φως. Ουδέν όμως εκ των δύο τούτων ελάμπρυνεν την συγκεκριμένην στροφήν, ήτις απρόσμενος και βραχώδης ισορροπούσε εις το χείλος της αβύσσου.

 

Εζήτησα από τον οδηγόν όπως ακινητοποιήσει το όχημα και εξήλθον ίνα θαυμάσω το φαινόμενον της απιστεύτου ελαφρότητος των αεικινήτων και ευδαιμόνων τούτων πλασμάτων, άτινα επέλεξαν διά του αενάου των χορού να περιπαίξωσιν τον νόμον της βαρύτητος και την ζοφερότηταν των υπεργήρων κρημνών.

 

Πάντοτε ο θρίαμβος μιας νεανικής αμεριμνησίας μοι είναι ευχάριστος, ενώ ο κάματος, ον επιφέρει εις τας ψυχάς των γερόντων «η σοφία» των, είναι απεχθής.

 

Είδατε, πέντε χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν το πήρανε το λεωφορείο από τη χαράδρα!

 

Ο οδηγός με επλησίασεν και τείνων τον δείκτην της δεξιάς χειρός, μοι έδειξεν ό,τι η χάλαζα, αι βροχαί και ο χρόνος δεν είχον καταφάγει από το γαλανόν χρώμα ενός ανεστραμμένου λεωφορείου.

«Δεν το θυμόσαστε το σχολικό που ξέφυγε τον Δεκαπενταύγουστο γυρίζοντας από την εκδρομή;».

 

Δεν απήντησα λέξιν και συνεπλήρωσε.

«Εσείς σπουδάζατε ίσως τότε στο εξωτερικό. Στο νησί μας έγινε μεγάλος θρήνος».

 

Δι' αρκετόν παρεμείναμε αμίλητοι, αμφότεροι. Περί τα σώματά μας τα συντετριμμένα από την ανάμνησιν πλήθος λευκαί ψυχαί εστροβιλίζοντο εντός του ανέσπερου φωτός και είδον με διαύγειαν καρδίας αλάθητον τους μικρούς μαθητάς, οδεύοντας προς εκδρομήν θερινήν, ατελεύτητον.