Γιατί τ' ονόμασαν έτσι, δεν υπάρχουν πουθενά γαϊδούρια, ούτε κανένα άλλο ζώο, μόνο γλάροι που κρώζουν και κάνουν κάθετες εφορμήσεις σε ψοφίμια και σκουπίδια, κάποιοι μας είπαν ότι υπάρχουν και κουνέλια, αλλά εγώ τόσο καιρό εδώ δεν έχω δει κανένα, ούτε καν στα ανήσυχα όνειρά μου. Τρίτη μέρα που κρατάει το απαγορευτικό και σε λίγο θ' αρχίσω να καπνίζω τα δάχτυλά μου. Μπρούμυτα, το σώμα μου χωμένο στο νερό και το κεφάλι στην άμμο, ίσα-ίσα αναπνέω, αλλά ξέρω, αν βγω μπορώ να πάω μόνο στη σκηνή κι εκεί δεν με περιμένει τίποτα, άσε που δεν θέλω να πέσω πάνω σ' αυτούς τους δύο συνταξιούχους που περιφέρονται όλη μέρα πιασμένοι χέρι-χέρι και σκοτώνονται να μάθουν αν είσαι καλά. Δεν έπρεπε να τσακωθώ με τη Μαρία και να την αφήσω να φύγει, τώρα έχω μείνει μόνος, εγώ, οι κέδροι, η άμμος και οι γλάροι. Δεν έχω διάθεση ούτε να πάω στο πίσω μέρος, εκεί που μένουν οι υπόλοιποι κατασκηνωτές, στη Χρυσή Παραλία που αποτελείται από εκατομμύρια κοχύλια και την κλέβουν κρυφά οι τουρίστες μέσα στις τσέπες τους. Η Μαρία έφυγε Πέμπτη άρα σήμερα είναι Κυριακή, κοιτάω τη σκηνή στο βάθος, το μπλε ψυγειάκι που δεν έχει τίποτα μέσα, την αιώρα που σηματοδοτεί τον χώρο της ανάπαυσης, κάπου βρίσκεται και το κινητό που έχει ξεμείνει από μπαταρία, αφού «Πάμε για δυο μέρες, να απομονωθούμε, ας σβήσει η μαλακία, δεν παίρνω φορτιστή», όπως είχα υπερήφανα δηλώσει. Σηκώνομαι και βγαίνω από το νερό, τα πόδια σέρνονται στη στεγνή άμμο, προσπερνάω τη σκηνή, η ταβέρνα είναι κι αυτή στο πίσω μέρος, δεν ξέρω αν έχω λεφτά ή αν έχει φαγητό αλλά πεινάω, φτάνω και είναι πάντα οι ίδιοι, ο Αλέξανδρος ο Σκηνοθέτης, ο Ηλίας ο Μουσικός, ο Γιάννης ο Σερβιτόρος, ο Αλέκος ο Ταβερνιάρης, μόνο το ζευγαράκι μας, ο κύριος Κώστας κι η κυρία Ελένη λείπουν, οι μοναδικοί που δεν γκρινιάζουν μ' αυτό το απαγορευτικό, απόμαχοι με γεροντοέρωτα και άπλετο χρόνο να σκοτώσουν, αλλά εμένα μου λείπει το Μαράκι κι έχω σιχαθεί αυτό το ξιδόκρασο, αφού εδώ και δύο μέρες έχουν τελειώσει οι μπίρες. Κάθομαι στο τραπεζάκι και ξέρω, ο Γιάννης θα έρθει σε δέκα λεπτά το λιγότερο, έχει τον δικό του τρόπο να υπολογίζει τον χρόνο έτσι όπως ρουφάει ηδονικά τον καπνό, ένα τσιγάρο διάλειμμα πριν από κάθε παραγγελία κι ένα μετά κι έπειτα ίσως πάει να ετοιμάσει το φαγητό. Έχει καβάτζα τσιγάρα ο Γιάννης, αλλά δεν δίνει, το πακέτο του είναι πάντα άδειο, σου δείχνει το τελευταίο κι έπειτα, ως διά μαγείας, καπνίζει άλλο ένα, στα νιάτα του θα ήταν ταχυδακτυλουργός. Κάτι έχει αλλάξει όμως σήμερα κι ο Γιάννης έρχεται αμέσως, μου φέρνει ένα ποτήρι κρασί, μου αφήνει και τέσσερα τσιγάρα κι έπειτα φεύγει για μέσα και κοιτάω με απορία γύρω, όλοι είναι υπερβολικά ήρεμοι και σοβαροί, σαν τεθλιμμένοι συγγενείς, ούτε καν ο μουσικός δεν κρατάει την κιθάρα κι ο σκηνοθέτης δεν στήνει πλάνα για τη μεγάλη ταινία που θα γυρίσει με θέμα τον εγκλωβισμό μας στο νησί, ενώ ο ταβερνιάρης κοιτάει τον ουρανό κουνώντας το κεφάλι και στον νου μού έρχεται ο στίχος του Καββαδία, «ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι που είναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα» και θέλω να ακούσω απεγνωσμένα μουσική, οπότε σηκώνομαι και προχωράω προς το τζουκμπόξ που κάθεται στη μέση της αυλής, πώς στο διάολο το φέρανε εδώ πέρα αναρωτιέμαι από την πρώτη μέρα, αλλά δεν τολμώ να ρωτήσω. Την ώρα που ετοιμάζομαι να διαλέξω τραγούδι φτάνει δίπλα μου ο Αλέξανδρος, απλώνει το χέρι και πιάνει το μπράτσο μου, γυρίζω να τον κοιτάξω, τα μάτια του είναι κόκκινα και κλαμένα, μου κάνει νόημα να μην πατήσω το κουμπί. «Τι συμβαίνει;» τον ρωτάω, «ο κύριος Κώστας κι η κυρία Ελένη», μου λέει, «τους βρήκαμε το απόγευμα στην παραλία, αγκαλιασμένοι, ακίνητοι, κάτω από μια πέτρα το γράμμα». Έγραφε ασύνταχτα: «Αντίο σε όλους, να πεθαίνεις στην αγκαλιά του αγαπημένου σου στην ομορφότερη παραλία κι εμείς ίσως να γίνουμε κοχύλια μια μέρα και να κυλιστούμε στην πλάτη σας, αντίο σε όσα αγαπήσαμε» και μας άφησαν δυο μπουκάλια κρασί και τσιγάρα κι ούτε οι γλάροι δεν τους είχαν πλησιάσει, ούτε τίποτα και να τους θάψουμε εκεί ήθελαν, κάτω από τους κέδρους κι έσκαψαν όλοι με χέρια και με ό,τι εργαλεία μπορούσαν, ο μουσικός έσπασε την κιθάρα και την έκανε φτυάρι, ο Γιάννης μού άναψε το τσιγάρο, το λένε Γαϊδουρονήσι γιατί εδώ έφερναν τα γέρικα γαϊδούρια να πεθάνουν, τ' αγαπούσαν πολύ και τα λυπούνταν να τα βλέπουν να σβήνουν δίπλα τους μου ψιθύρισε και την άλλη μέρα το απαγορευτικό έληξε, ήρθε το καράβι, ένας επιβάτης είχε φορτιστή, άνοιξα το κινητό, κλήσεις και μηνύματα από τη Μαρία, σ' αγαπάω, κι εγώ, αλλά θα μείνω μία μέρα ακόμα, πήρα τη σκηνή μου και μετακόμισα πίσω, την έστησα δίπλα στη δικιά τους και όλο το βράδυ καπνίζαμε.