• Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λεμεσό της Κύπρου. Παιδί μεσαίας τάξης, ο μεγαλύτερος τριών αδελφών. Ήμουν μόλις επτά χρόνων όταν έγινε το πραξικόπημα, αλλά το θυμάμαι πολύ καλά. Όλο το νταβαντούρι της εισβολής, τα νέα από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τους πρόσφυγες. Τρομοκρατημένοι όλοι, κρυβόμασταν στα υπόγεια για τον φόβο βομβαρδισμών. Παράλληλα με την εισβολή μαινόταν ένας μίνι εμφύλιος μεταξύ μακαριακών και ΕΟΚΑ Β', όλα μέσα σε δύο μήνες. Αυτό το βίωμα έχει περάσει στη δουλειά μου, γι' αυτό και υποσυνείδητα υπάρχει ο πόλεμος στις ταινίες μου.

 

  • Ήθελα από πολύ μικρός να φύγω, με πολύ συγκεκριμένο στόχο να έρθω στην Αθήνα. Με έπνιγε ο επαρχιωτισμός της Κύπρου. Πάντα ένιωθα πολύ έντονα την Ελλάδα μέσα μου. Με το που έφτασα εδώ στα 19 μου για να σπουδάσω, ένιωσα πολύ οικεία, σαν να είμαι σπίτι μου. Αρχικά ήθελα να πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά αντέδρασαν οι γονείς μου πολύ άσχημα και με έψησαν να πάω στη Νομική. Έδωσα, μπήκα, πήγα δύο χρόνια, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου. Έψαχνα μια αφορμή για να την παρατήσω. Μέχρι που συνέβη ένα εντελώς τυχαίο γεγονός. Ανεβαίνοντας τη λεωφόρο Αλεξάνδρας με τρόλεϊ, είδα την ταμπέλα της σχολής κινηματογράφου της Ευγενίας Χατζίκου. Δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε τέτοια σχολή στην Αθήνα. Την άλλη μέρα πήγα και γράφτηκα. Η απόφασή μου προξένησε μεγάλη ανακατωσούρα στους γονείς μου. Καβγαδίσαμε, κάναμε δύο χρόνια να μιλήσουμε.

 

  • Με τον κινηματογράφο δεν είχα καμία ιδιαίτερη σχέση μέχρι εκείνη τη στιγμή. Θυμάμαι, πάντως, ένα γεγονός από την εφηβεία μου. Ανήκα σε μια ομάδα αναρχικών στη Λεμεσό, τριάντα-σαράντα άτομα που ακούγαμε ροκ, πανκ, new wave, διαβάζαμε Κέρουακ. Μας αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινους, ούτε καν επικίνδυνους. Βλέπαμε ταινίες κάπου-κάπου στην Κινηματογραφική Λέσχη, αλλά δεν μου έκαναν ιδιαίτερο κλικ, παρά μόνο μια ταινία από την οποία δεν κατάλαβα τίποτα, αλλά εμβόλισε τον ψυχισμό μου. Ήταν ο Καθρέφτης του Ταρκόφσκι, μια απίστευτη εμπειρία που δεν μπορούσα να ταξινομήσω. Μετά θάφτηκε. Ξύπνησε όταν είδα την ταμπέλα της σχολής στην Αλεξάνδρας και μέσω της επείγουσας ανάγκης να παρατήσω τη Νομική.

 

  • Στη σχολή κολυμπούσα μέσα στην «κουλτούρα» και τη σοβαροφάνεια των εκκολαπτόμενων καλλιτεχνών. Πήγα στη Δράμα με την πρώτη μου μικρού μήκους ασπρόμαυρη ταινία Η σταδιακή βελτίωση του καιρού και πήρα το πρώτο βραβείο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήμουν σε αυτό που μπορείς να πεις «λάθος δρόμο». Προσπαθούσα να είμαι κάποιος άλλος. Ήθελα να είμαι Αντονιόνι στη θέση του Αντονιόνι. Ευτυχώς, κατάλαβα ότι για να κάνεις κάτι που να αξίζει σε αυτήν τη ζωή πρέπει να είσαι ο εαυτός σου. Για ένα μεγάλο διάστημα, με το βραβείο, ένα ντοκιμαντέρ και κάποια πράγματα στην τηλεόραση, ζούσα εφησυχασμένος σε μια επίπλαστη χαριτωμενιά. Το πρώτο μεγάλο μου στραπάτσο ήρθε μια δεκαετία αργότερα, όταν ετοίμαζα την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία, ένα σενάριο που ευτυχώς δεν γυρίστηκε ποτέ. Όπως όλοι οι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες όταν κάνουν την πρώτη τους μεγάλη ταινία, ονειρευόμουν κι εγώ τον Παρθενώνα. Τελικά, με εγκατέλειψαν όλοι οι παραγωγοί και προσγειώθηκα ανώμαλα στο σημείο μηδέν. Μου έμεινε μια χούφτα ηθοποιών, με τους οποίους είχα αρχίσει πρόβες. Εκείνη την ώρα συνειδητοποίησα ότι έχει σημασία να ζεις καλά μέσα από το σινεμά. Έντιμα και δημιουργικά. Αυτό μου έδωσε το κουράγιο και την ώθηση να δω τα πράγματα αλλιώς.

 

  • Σταμάτησε να με νοιάζει πια το αποτέλεσμα. Έπρεπε να κάνω κάτι, χωρίς να σκέφτομαι αν είναι άρτιο, πλούσιο, τέλειο. Φτάνει να υπήρχα μέσα από το σινεμά. Είχα στο μυαλό μου και το μεγάλο παράδειγμα του Κασσαβέτη. Με είχε πάρει από κάτω και χάρη σε αυτό τον άνθρωπο κρατήθηκα και σηκώθηκα στα πόδια μου. Είπα, τι μπορώ να κάνω με δυο φράγκα, πέντε ηθοποιούς κι ένα σπίτι; Έβαλα μπροστά την προσωπική μου καύλα σε σχέση με το φετίχ του σινεμά, δηλαδή της φόρμας. Είπα, ας είναι και κακότεχνο, εγώ πρέπει να φτιάξω κάτι. Από εκεί απομυθοποίησα τον σκηνοθέτη-πλανοθέτη. Ούτε οι πλανοθετικές ταινίες με ενδιαφέρουν πια. Βρήκα ένα καινούργιο ενδιαφέρον στη δουλειά μου. Βρήκα τον εαυτό μου, τι μου πάει. Διαισθητικά πιο πολύ. Ήταν μια δαιμονική κατάσταση. Σηκώθηκα και πήγα στη βιβλιοθήκη, ψάχνοντας ένα έργο να πατήσω επάνω του. Να έχει ενότητα χώρου, χρόνου, δράσης, να είναι μαζεμένο, με λίγους ηθοποιούς. Πήρα και διάβασα τον Πατέρα του Στρίντμπεργκ που είχα δει παλιότερα με τον Μινωτή και μου είχε κάνει κάτι. Σε αυτόν βασίστηκε το Σπιρτόκουτο.

 

  • Διάβασα το έργο και είπα θα το κάνω τούμπα – είχα δει πώς ήθελα να το κάνω. Κράτησα μόνο τη ραχοκοκαλιά και από κει και πέρα οι ατάκες βγήκαν από τις πρόβες με τους ηθοποιούς. Θέλαμε να κάνουμε μια σαρκαστική ματιά του δράματος, προσγειωμένου στην ελληνική εκδοχή. Θεωρούσα πάντα ότι στο ελληνικό σινεμά λειτουργεί η μεταφορά αυτού που θέλει να πει κάποιος. Αυτό με ενοχλούσε και θέλησα να κάνω κάτι απολύτως ρεαλιστικό. Το τόλμησα με το Σπιρτόκουτο και προσπαθώ να το εξελίσσω σε κάθε μου ταινία έκτοτε. Ακούω διάφορα για επαναλήψεις, για βωμολοχία, το ένα και το άλλο. Στα σενάριά μου όμως μεταφέρω την καθημερινότητα με την οποία έρχομαι σε επαφή. Με γοητεύουν οι αρπαγμένοι και παθιασμένοι άνθρωποι που έχουν ιδιαίτερο τρόπο να λένε τα πράγματα. Βρίσκω μια γοητεία και μια χάρη. Κυκλοφορώ και ζω στο κέντρο. Συμβαίνουν γύρω μας πράγματα, μέσα από φίλους, παρέες. Το σινεμά, άλλωστε, σου δίνει πολλές εμπειρίες. Δουλειά και ζωή γίνονται ένα. Προκύπτουν τα πράγματα, είναι εκεί, έχω τον νου μου να παρατηρήσω, να δω. Να μυρίσω καταστάσεις. Άλλωστε, πόση είναι η Αθήνα; Δεν είναι καθόλου μεγάλη, ένα χωριό είναι. Εμένα μου έχει τελειώσει εδώ και πολλά χρόνια. Δεν έχει πια εκπλήξεις. Από κει και πέρα, όπως κάθε πόλη, είναι ένα καζάνι που βράζει.

 

  • Έτσι κι αλλιώς, την ηθογραφία την έχω αφήσει πίσω μου. Απλώς είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο προσγειώνω τις ιστορίες μου και τους χαρακτήρες μου, οι οποίοι όλοι έχουν λασκαρισμένη βίδα. Αλλά δεν είναι τυχαίο, αφού ζουν σε μια πόλη ξεκούρδιστη, μια πόλη άσχημη, κακοτράχαλη, που δεν την αγαπάνε και δεν τους αγαπά. Εννοείται ότι φταίνε οι ίδιοι. Κάποιοι φτιάχνουν τις πόλεις, δεν φτιάχτηκαν από μόνες τους. Το σινεμά έρχεται να φωτίσει κάποιες σκοτεινές πλευρές, αν είσαι διατεθειμένος να το δεις.

 

  • Τα σπασμένα νεύρα είναι ένα μεγάλο κομμάτι της προβληματικής της δουλειάς μου. Σπασμένα νεύρα έχουν οι πιτσιρικάδες-χουλιγκάνια στις βιοτεχνίες στο Η ψυχή στο στόμα, σπασμένα νεύρα έχει η οικογένεια στο Σπιρτόκουτο. Η βία πάντα υπήρχε εκεί έξω. Δύο αυτοκινητιστές θα μπορούσαν να βγάλουν λοστάρια και να σκοτωθούν γιατί τράκαραν. Απλώς τώρα είναι οργανωμένη, μελανοχιτώνικη, και έχει ενδεχομένως τις ευλογίες της εξουσίας, πράγμα τρομακτικό. Ζούμε καταστάσεις στρατού, περίεργες, στρατόκαυλες. Δεν μπορώ να πω ότι ο Έλληνας είναι φασίστας και οποιοσδήποτε άλλος λαός δεν είναι. Ο φασισμός είναι ένα φαινόμενο. Είναι ένα μικρόβιο που δυνητικά, όταν ο οργανισμός είναι αδύναμος, μπορεί να σε φάει ζωντανό. Η ιστορία απέδειξε ότι ο Έλληνας δεν είναι μεν φασίστας, αλλά μπορεί και να είναι. Δεν είναι ξενοφοβικός, αλλά μπορεί κάλλιστα να γίνει. Μπορεί να είναι ενωμένος, και να αιματοκυλιστεί σε έναν εμφύλιο. Μπορεί να είναι πατριώτης, αλλά και γερμανοτσολιάς. Ζούμε σε μια εποχή που είναι ευνοϊκή για τα μικρόβια.

 

  • Όλα τα λέει η ελληνική ιστορία. Όλα ξεκινούν από το ότι πρέπει να μάθουμε ποιοι είμαστε. Αν διαβάσεις ελληνική ιστορία, θα ξεράσεις. Δεν θα νιώσεις καθόλου περήφανος. Από την άλλη, υπάρχουν στιγμές μεγάλης εθνικής έκλαμψης, αλλά στην πραγματικότητα η ιστορία μας από το '21 μέχρι σήμερα είναι μια ιστορία ντροπής. Μια χώρα που τρώει τις σάρκες της. Τα καλύτερα παιδιά της τα έχει στείλει στο χώμα. Πρώτοι στην προδοσία, πρώτοι στη ρουφιανιά, πρώτοι στον δωσιλογισμό. Ακόμα και τον ίδιο μας τον τόπο, τις πόλεις μας, τα έχουμε καταστρέψει. Στην ουσία, όταν στρέφεσαι με τέτοιο μένος εναντίον του άλλου είναι γιατί θέλεις να αποφύγεις να κοιτάξεις τον εαυτό σου. Από εκεί ξεκινάει. Ίσως και η δουλειά μου να γυρνάει γύρω από αυτό. Ρε μάγκες, κοιτάξτε τι είμαστε! Κοιτάξτε τον εαυτό σας. Συνειδητά έχω αποφύγει να πω ιστορίες μεταναστών. Θέλω να μιλάω για Έλληνες. Να κοιταχτούμε ποιοι είμαστε, τις καταστάσεις μας. Και υπόγεια περνάω αυτό που θέλω. Κάποιοι συντηρητικοί ακροδεξιοί με έχουν χαρακτηρίσει ανθέλληνα. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου βαθιά πατριώτη. Και αγαπώ βαθιά την Ελλάδα. Ακριβώς γιατί η Ελλάδα με πληγώνει βαθιά. Και κάνω αυτό το έργο συνειδητά. Είμαι ταγμένος να φωτίσω και να αποκαλύψω τη σκοτεινή πλευρά αυτής της κοινωνίας. Μόνο έτσι θα γίνουμε καλύτεροι. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, παρά μόνο αν κοιτάξεις μέσα σου. Να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Ιδεολογία είναι η πίστη και ο αγώνας για ένα δίκαιο κόσμο. Η μόνη ιδεολογία είναι να σέβεσαι τον άλλον.

 

  • Στον Μαχαιροβγάλτη ο κεντρικός χαρακτήρας καταλήγει εκεί που καταλήγει, και η ταινία τελειώνει έτσι όπως τελειώνει, και δυνητικά, μετά από κάποια χρόνια, ο ήρωας θα μπορούσε να είναι αντιδήμαρχος της περιοχής του. Ενδεχομένως και δήμαρχος ή βουλευτής, αν χωνόταν στα πολιτικά. Γιατί όχι; Από τέτοιους είναι γεμάτος ο τόπος. Τυχοδιώκτες, αριβίστες, κρυφά δολοφόνους, που δεν πιστεύουν σε τίποτα. Με λίγα λόγια, ανθρώπους που δεν έχουν τον θεό τους.

 

  • Η ιστορία με τη Χρυσή Αυγή δείχνει ότι έχουμε κοντή μνήμη. Όλος αυτός ο κόσμος δεν είναι φασίστες, ούτε καν χρυσαυγίτες. Ξενόφοβοι είναι. Όλο αυτό το παραμύθι με τον ρατσισμό είναι λίγο για γέλια. Μπορώ να καταλάβω τον Γερμανό που θεωρεί τη ράτσα του ξεχωριστή λόγω παράδοσης, αλλά σε μας δεν δένει. Σαν να είμαστε ρατσιστές β' κατηγορίας. Όταν ξέρεις σε τι κατάσταση ήταν οι Έλληνες μετανάστες όταν πήγαν όπου πήγαν και τι βία δέχτηκαν, πώς μπορείς να συμπεριφέρεσαι έτσι; Αλλά οι Έλληνες είναι βαθιά ένοχοι και βαθιά μικροαστοί.

 

  • Στη νέα μου ταινία, που τώρα βρίσκεται στο στάδιο του μοντάζ, κάνω ένα περίεργο, μυθιστορηματικό άνοιγμα. Παρόλο που έχει μια επίφαση δραματικού γκανγκστερικού φιλμ, στην πραγματικότητα πάλι για την οικογένεια μιλάω. Ξεδιπλώνω ξανά αυτή την πινακοθήκη τεράτων: άλλοι του υποκόσμου, άλλοι της φυλακής, άλλοι της πουτανιάς, άλλοι της γειτονιάς. Πιστεύω ότι είναι η εικόνα της λατινοαμερικανοποίησης της Ελλάδας, που ήδη ζούμε. Μια αρκετά ατμοσφαιρική ταινία με ένα πολύ ενδιαφέρον πρώτο επίπεδο ιστορίας, με ίντριγκα, φάτσες, πρόσωπα, καταστάσεις, χώρους, φωτογραφία. Ένας συγκερασμός Μαχαιροβγάλτη και Ψυχής στο στόμα, με πιο μεγάλο άνοιγμα, αρκετά πατημένα σε ένα ρεαλιστικό επίπεδο και επεξεργασμένα μέσα από το προσωπικό μου στυλ. Τώρα δεν τους χαρίζομαι καθόλου.