Γεννήθηκα στα Γιάννενα το 1979, σε ένα περιβάλλον πολύ ελεύθερο και άφοβο. Θυμάμαι λίμνες και βουνά και πολύ παιχνίδι, πολλή βροχή και πολλή ομίχλη – μου λείπει στην Αθήνα ο χειμώνας των Ιωαννίνων. Ανήκω στη γενιά των παιδιών που μεγάλωσαν τη δεκαετία του ’90 παίζοντας ασταμάτητα έξω. Οι γονείς μου είχαν ψαράδικο, αν και δεν ήταν ψαράδες. Έφερναν ψάρια από την Πρέβεζα και τον Αμβρακικό κι είχα μια πολύ ιδιαίτερη παιδική ηλικία. Στα βουνά, εκεί που οι άλλοι τρώγανε παϊδάκια, εμείς τρώγαμε ψάρια, ήταν εντελώς παράδοξο.
• Ήμουν μοναχοπαίδι, αλλά όχι κωλοπαίδι, δεν ήμουν κακομαθημένος. Μέχρι μια ηλικία ήμουν αρκετά κλειστό και αντικοινωνικό παιδί, κάτι που δεν προμήνυε τη μετέπειτα εξέλιξή μου. Ταυτόχρονα, όμως, ήμουν πολύ ζωηρός, με πολλή ενέργεια και τεράστια φαντασία. Φτιάχναμε μόνοι μας παιχνίδια, χτίζαμε σπίτια πάνω στα δέντρα, σκαρώναμε πίστες για το δικό μας «Survivor» και ζούσαμε περιπέτειες, εφευρίσκαμε ολόκληρους κόσμους. Αυτό είναι που μου λείπει σήμερα: η φαντασία που είχε το παιχνίδι. Τώρα μεγάλο μέρος αυτού του χρόνου έχει μεταφερθεί στις οθόνες και στα iPad.
• Πρoτού καταλήξω να θέλω να γίνω ηθοποιός, είχα διάφορες άλλες φιλοδοξίες. Πρώτα ήθελα να γίνω αστροναύτης. Μετά, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ήθελα να γίνω παπάς. Ίσως να μου άρεσαν τα άμφια και τα πολύχρωμα ρούχα, δεν ξέρω. Από πολύ μικρός, όμως, έλεγα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, χωρίς καν να ξέρω τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Στην αρχή ήταν μια αθώα παιδική επιθυμία. Στο γυμνάσιο άρχισε να σοβαρεύει μέσα μου και όταν τελείωσα το λύκειο δεν υπήρχε πια αμφιβολία.
Ας μην κρυβόμαστε. Όταν έχει σαράντα βαθμούς στην Επίδαυρο, φεύγει και η ιερότητα και η ποίηση και όλα. Εκεί απλώς προσπαθείς να επιβιώσεις.
• Στην Αθήνα ήρθα μόλις τελείωσα το λύκειο. Τον Ιούνιο αποφοίτησα και τον Σεπτέμβριο έδωσα εξετάσεις στη δραματική σχολή. Στα Γιάννενα εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν θεατρικές ομάδες ή σχολές που να σε ξυπνήσουν και να σε βοηθήσουν να καταλάβεις αν πραγματικά αγαπάς το θέατρο. Γνώρισα τη Μαρία Λάζου, που είχαν τις εκδόσεις Δωδώνη με τον Βαγγέλη. Είχε επιστρέψει στην πόλη και έκανε θέατρο, έτσι μπήκα σε μια ομάδα φοιτητών κι άρχισα να έρχομαι σε επαφή με τη θεατρική βιβλιογραφία και το παγκόσμιο θέατρο. Μέχρι τότε, ως παιδί των ’90s, ήμουν της επιθεώρησης κυρίως και της βιντεοκασέτας και νόμιζα ότι ηθοποιός σημαίνει απλώς να κάνεις τον κόσμο να γελάει.
• Προετοιμάστηκα με έναν τρόπο και έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο και στο Θέατρο Τέχνης. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να περάσω στο Εθνικό, γιατί έτσι δεν θα επιβάρυνα οικονομικά τους γονείς μου. Δεν πέρασα, όμως με πήραν στο Θέατρο Τέχνης. Και από εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά το δεύτερο μέρος της ζωής μου. Θυμάμαι ατελείωτες ώρες στη σχολή, ατελείωτες πρόβες με τον συμπαίχτη μας που δουλεύαμε τα κομμάτια μας, φαγητό στα πεζοδρόμια της Ιπποκράτους και καθημερινό θέατρο. Πάρα πολύ θέατρο, βλέπαμε διαφορετικές παραστάσεις, συνέχεια. Ήταν τρία χρόνια γεμάτα ιδρώτα, δουλειά και αφοσίωση.
• Το πρώτο έργο στο οποίο έπαιξα ως μαθητής ήταν μια παράσταση που κάναμε με τα σώματά μας. Ήταν μια παρωδία της Οδύσσειας του Ομήρου που λεγόταν Παρωδύσσεια. Μετά ήρθε ο Μικρός Πρίγκιπας, και η πρώτη μου παράσταση ως επαγγελματίας, μόλις είχα αποφοιτήσει, ήταν το καλοκαίρι του 2001 στην Επίδαυρο, με τον Πλούτο του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία του Μίμη Κουγιουμτζή, όπου έπαιζα τον Ερμή. Η δεύτερη φορά στην Επίδαυρο ήταν το 2011, στους Σκηνοβάτες που ανέβασε ο Σταμάτης Φασουλής, μια συρραφή ρωμαϊκών κειμένων τα οποία ήταν παρωδίες των αρχαίων τραγωδιών. Ήταν κάπως στενάχωρα, μέσα στην κρίση. Τώρα, μετά από 15 χρόνια, επιστρέφω ξανά στην Επίδαυρο.
• Αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα έργο που λειτούργησε καθοριστικά για μένα, αυτό ήταν οι Ήρωες που κάναμε με την Ελένη την Γκασούκα, μια παράσταση που ήταν δύσκολο να την κατατάξεις: ήταν μουσικό θέαμα, σάτιρα, επιθεώρηση, όλα μαζί. Από εκεί πέρασε και αναδείχθηκε μια ολόκληρη γενιά ηθοποιών, με την έννοια ότι μας είδε κόσμος πολύς και για πολλούς από εμάς υπήρξε η αφετηρία μιας πορείας. Για μένα ήταν η στιγμή που βρήκα ένα προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα αλλά και μια είσοδο σε αυτό που ονομάζουμε ελεύθερο θέατρο.
• Το «Your face sounds familiar» άλλαξε αναμφίβολα τη ζωή μου. Συμμετείχα την πρώτη φορά που έγινε και ήμουν ο νικητής του παιχνιδιού. Μέχρι τότε με ήξερε κυρίως ο κόσμος του θεάτρου. Από εκεί ξαφνικά με γνώρισε ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Μέσα σε ένα βράδυ βρέθηκα σε σπίτια ανθρώπων που δεν είχαν έρθει ποτέ να με δουν στη σκηνή. Αυτό δεν αλλάζει απαραίτητα εσένα ως καλλιτέχνη, αλλά αλλάζει τις συνθήκες γύρω σου. Σου δίνει περισσότερες επιλογές, διαφορετικές προτάσεις, καλύτερους ρόλους, καλύτερες αμοιβές, μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Ο Θανάσης Αλευράς στον τελικό του «Your face sounds familiar»
• Ωστόσο, πάντα είχα μια αμηχανία με την τηλεόραση, ως μέσο. Το θέατρο το θεωρούσα τη φυσική μου πατρίδα. Η τηλεόραση και ο κινηματογράφος είναι συγγενικές τέχνες αλλά διαφορετικές από το θέατρο. Στη δραματική σχολή της δικής μου γενιάς δεν εκπαιδευόμασταν για να παίζουμε μπροστά στην κάμερα. Μαθαίναμε σκηνή. Η υποκριτική μπροστά στον φακό είναι ένα εντελώς διαφορετικό εργαλείο. Γι’ αυτό και δεν έκανα ποτέ πολλή τηλεόραση. Ήμουν κυρίως στο θέατρο και αργότερα σε μουσικές παραστάσεις και προγράμματα. Ίσως επειδή τη φοβόμουν, δεν την ακολούθησα όσο άλλοι συνάδελφοι.
• Δεν ξέρω τι με καθόρισε δημιουργικά. Ο άνθρωπος είναι ένα άθροισμα πολλών πραγμάτων: της οικογένειας, των δασκάλων, των φίλων, των εμπειριών του, ακόμα και ανθρώπων που γνώρισε για λίγο. Όλα αυτά γίνονται ένα κράμα και μετά είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τι ανήκει σε ποιον.
• Το βραβείο Χορν μού έδωσε πρώτα απ’ όλα χαρά. Για έναν νέο ηθοποιό ένα τέτοιο βραβείο είναι τεράστιο κουράγιο. Είναι μια επιβεβαίωση ότι βαδίζει στον σωστό δρόμο. Επιπλέον, επειδή συνοδεύεται και από οικονομική ενίσχυση, λειτουργεί και ως πραγματική βοήθεια στα πρώτα δύσκολα χρόνια. Χάρηκα πολύ που η οικογένεια του θεάτρου με ξεχώρισε. Θυμάμαι ότι είχα για καιρό την αγωνία να αποδεικνύω συνεχώς ότι αξίζω αυτήν τη διάκριση, ότι είμαι αντάξιός της με τις επιλογές μου. Μεγαλώνοντας όμως αυτό έφυγε. Έμεινε μόνο η χαρά και η τιμή. Μια πολύ ωραία ανάμνηση.
• Γύρω στα σαράντα, σκέφτηκα να τα παρατήσω. Νομίζω ότι οι ηθοποιοί που κάνουμε θέατρο στην Ελλάδα παθαίνουμε συχνά αυτό που σήμερα ονομάζουν οι ψυχίατροι burnout. Το καίμε πάρα πολύ νωρίς, γιατί είμαστε αναγκασμένοι, για να ζήσουμε αξιοπρεπώς, να κάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Και επειδή είναι μια δουλειά εγκεφαλική που απαιτεί συνεχώς ψυχική, συναισθηματική και πνευματική ενέργεια, μπορεί πολύ εύκολα να εξαντληθείς. Πέρασα μια περίοδο που δεν ήθελα ούτε να δω ούτε να κάνω θέατρο. Επίσης, η καθημερινότητα του θεάτρου είναι απαιτητική: δουλεύεις τα βράδια, κάθε βράδυ, δεν τρως με τους δικούς σου ανθρώπους, λείπεις τα Σαββατοκύριακα, δεν κάνεις γιορτές όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, οι διακοπές σου εξαρτώνται από τις παραστάσεις. Τότε αποφάσισα να κάνω λιγότερο θέατρο και να αποκτήσω περισσότερο έλεγχο στον χρόνο μου. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο δώρο που έκανα στον εαυτό μου.
• Στη σκηνή με κρατάει ακόμα μάλλον κάποια βίδα λίγο πειραγμένη. Οι καλλιτέχνες έχουμε κάτι παράλογο μέσα μας που κρατάει τη φλόγα αναμμένη. Αλλιώς δεν εξηγείται. Πιστεύω επίσης ότι η τέχνη είναι μια πολιτική πράξη. Αν δεν ήταν, η ματαιότητα του επαγγέλματος θα ήταν αβάσταχτη. Δεν αφήνεις πίσω σου κάτι χειροπιαστό. Δεν είναι ένα βιβλίο, ένας πίνακας ή ένας δίσκος. Το θέατρο υπάρχει μόνο τη στιγμή που συμβαίνει. Κι όμως, εδώ και χιλιάδες χρόνια επιβιώνει. Σαν να κυκλοφορεί ένα αόρατο νήμα μέσα στον χρόνο και να συνδέει ανθρώπους διαφορετικών εποχών μέσα από μια κοινή μνήμη.
• Η ασφάλεια μπορεί να γίνει βάλτος. Να σε κρατήσει στάσιμο. Από την άλλη, η ανασφάλεια και ο φόβος μπορεί να σε αναγκάσουν να κινηθείς, να αλλάξεις, να εξελιχθείς. Αυτό που πάντα συμφέρει είναι η δράση. Να προχωράς μπροστά.
• Υπάρχει αποτυχία που μπορεί να αποδειχτεί ευλογία. Δεν έχω μεγάλες αποτυχίες στη ζωή μου, αλλά θυμάμαι τους πρώτους μήνες των Ηρώων. Πιστεύαμε πάρα πολύ σε αυτό που κάναμε, αλλά δεν ερχόταν κόσμος. Παίζαμε για δεκαπέντε ή είκοσι θεατές. Αυτό που έμοιαζε με αποτυχία μάς πείσμωσε. Συνεχίσαμε γιατί πιστεύαμε βαθιά σε αυτό που φτιάχναμε. Και όταν, χρόνια αργότερα, το θέατρο γέμιζε ασφυκτικά, η χαρά ήταν πολύ μεγαλύτερη. Επειδή ξέραμε τι είχε προηγηθεί. Μας έμαθε υπομονή. Και η υπομονή είναι τεράστιο μάθημα.
• Χαίρομαι που θα παίξω στην Επίδαυρο περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ίσως γιατί πλέον είμαι απαλλαγμένος από το άγχος που είχα νεότερος. Στα πρώτα χρόνια υπήρχε πάντα η αγωνία να αποδείξω ότι αξίζω να βρίσκομαι εκεί, ότι είμαι αρκετά καλός. Τώρα, μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες σε αυτήν τη δουλειά, επιστρέφω με άλλη διάθεση. Πάω για να παίξω. Μου αρέσει επίσης πολύ η αίσθηση της συνέχειας, το ότι στέκεσαι στην ίδια ορχήστρα όπου έπαιζαν θέατρο και πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Νιώθω ότι συμμετέχω σε μια μεγάλη σκυταλοδρομία που συνεχίζεται μέσα στους αιώνες. Βέβαια, ας μην κρυβόμαστε. Όταν έχει σαράντα βαθμούς στην Επίδαυρο, φεύγει και η ιερότητα και η ποίηση και όλα. Εκεί απλώς προσπαθείς να επιβιώσεις.
• Η Ειρήνη είναι περισσότερο μια «επίσκεψη» στο έργο του Αριστοφάνη, όπως αρέσκονται να λένε ο Νίκος Καραθάνος και ο Φοίβος Δεληβοριάς. Αφετηρία είναι η Ειρήνη που έχει γράψει ο Αριστοφάνης, αλλά από εκεί και πέρα η φαντασία της ομάδας οδηγεί το έργο σε άλλες περιοχές. Εγώ παίζω αρχικά τον δούλο του Τρυγαίου και στη συνέχεια διάφορες φιγούρες που ζούσαν από τον πόλεμο και την πολεμική βιομηχανία· ανθρώπους που ξαφνικά χάνουν το εισόδημά τους επειδή επιστρέφει η ειρήνη. Γενικότερα είναι μια παράσταση που στηρίζεται πολύ στα σώματα, στις εικόνες και στη συλλογική παρουσία του θιάσου, όπως συμβαίνει συχνά στις δουλειές του Καραθάνου. Η Ειρήνη είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, γιατί κάθε φορά που λες τη λέξη σήμερα σχεδόν γελάς πικρά.
• Ζούμε σε μια εποχή που ο πόλεμος επιστρέφει διαρκώς στην επικαιρότητα. Η συζήτηση για την ειρήνη δεν είναι θεωρητική. Είναι απολύτως πραγματική. Κάθε φορά που ανεβάζεις ένα αρχαίο έργο, το ερώτημα δεν είναι πώς θα μεταφράσεις τις λέξεις. Το ερώτημα είναι γιατί αυτό το έργο αφορά το τώρα. Και η Ειρήνη σήμερα αφορά το τώρα όσο ίσως λίγες φορές στο παρελθόν.
Νομίζω ότι οι ηθοποιοί που κάνουμε θέατρο στην Ελλάδα παθαίνουμε συχνά αυτό που σήμερα ονομάζουν οι ψυχίατροι burnout. Το καίμε πάρα πολύ νωρίς γιατί είμαστε αναγκασμένοι για να ζήσουμε αξιοπρεπώς να κάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα.
• Στον Αριστοφάνη με γοητεύουν η ελευθερία του λόγου και η τόλμη του. Και, φυσικά, η αστείρευτη φαντασία του. Μιλάμε για έναν ποιητή που δημιουργεί ολόκληρους κόσμους: πουλιά, σύννεφα, ζώα, ουτοπίες, φανταστικές πολιτείες. Καταφέρνει να συνδυάζει τη μεγάλη ποίηση με τη σάτιρα και το πολιτικό σχόλιο με έναν τρόπο μοναδικό. Αυτό που πάντα με εντυπωσιάζει είναι ότι μπορεί να είναι ταυτόχρονα σπουδαίος ποιητής και υπέροχα ασεβής.
• Ο Καραθάνος φέρνει στην παράσταση έναν εντελώς δικό του κόσμο. Είναι ένας ποιητής της σκηνής. Δεν μπορείς εύκολα να μπεις στον τρόπο που σκέφτεται. Οι παραστάσεις του γεννιούνται μέσα από αυτοσχεδιασμούς, εμπιστοσύνη και συλλογική αναζήτηση. Αυτό που ξεχωρίζω περισσότερο είναι η αγάπη που έχει για τους ηθοποιούς. Δεν υπάρχει βία στον τρόπο που δουλεύει. Οι παραστάσεις του χτίζονται οργανικά, μέσα από τρυφερότητα και εμπιστοσύνη.
• Είναι δύσκολο να υπάρξει σήμερα ένας νέος Αριστοφάνης, αλλά δεν είναι αδύνατο. Η σάτιρα είναι απαραίτητη σε κάθε δημοκρατία. Και η σημερινή εποχή τη χρειάζεται όσο ποτέ. Ο Αριστοφάνης δεν σατίριζε απλώς ανθρώπους. Σχολίαζε την εξουσία, τις κοινωνικές παθογένειες, τα πολιτικά αδιέξοδα. Σήμερα είμαστε πιο επιφυλακτικοί στον τρόπο που μιλάμε, αλλά αν η πρόθεση είναι καθαρή, η σάτιρα εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία δημόσιου λόγου. Πιστεύω ότι όλα μπορούν να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα του χιούμορ. Ακόμη και το πένθος, ο θάνατος, η απόγνωση. Δεν θα εκμεταλλευόμουν ποτέ τον πόνο κάποιου ανθρώπου για να γελάσω εις βάρος του. Αυτό είναι άλλο πράγμα. Αλλά το χιούμορ μάς βοηθά να πάρουμε απόσταση από τα δύσκολα και να τα διαχειριστούμε. Για μένα είναι ίσως ο πιο δυνατός τρόπος να μοιραστείς μια σοβαρή ιδέα. Χωρίς χιούμορ η ζωή γίνεται σχεδόν αβάσταχτη. Το χιούμορ μάς θυμίζει ότι δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Ότι μπορούμε να γελάσουμε και με τον εαυτό μας. Και στην τέχνη λειτουργεί ως δούρειος ίππος: σε κάνει να γελάς και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι άκουσες μια αλήθεια που διαφορετικά ίσως δεν θα άντεχες να ακούσεις.
• Οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με την κωμωδία έχουμε συχνά μια ιδιαίτερη σχέση με τη μελαγχολία. Ίσως γιατί πολλές φορές παράγουμε χαρά ακριβώς επειδή μας λείπει. Τη δημιουργούμε για να την έχουμε. Δεν ξέρω αν ισχύει πάντα, αλλά σίγουρα το έχω παρατηρήσει όλα αυτά τα χρόνια.
• Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε κάνει βήματα και η ελληνική κοινωνία έχει γίνει πιο συμπεριληπτική. Θα ήταν άδικο να πούμε ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Το γεγονός ότι πολλές συζητήσεις γίνονται πλέον δημόσια, ότι ζητήματα ταυτότητας, δικαιωμάτων και ορατότητας βρίσκονται στο προσκήνιο είναι από μόνο του μια σημαντική αλλαγή. Το αν ο ρυθμός αυτής της αλλαγής μάς ικανοποιεί είναι άλλη κουβέντα. Εγώ βλέπω ότι πολλά πράγματα που κάποτε ήταν αόρατα σήμερα είναι ορατά. Φυσικά υπάρχει ακόμη δρόμος. Υπάρχουν ακόμη προκαταλήψεις, αντιστάσεις και φόβοι. Αλλά η κοινωνία δεν είναι η ίδια με αυτήν που γνωρίζαμε πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια. Και νομίζω ότι κάθε γενιά βάζει το δικό της λιθαράκι σε αυτήν τη διαδικασία.
• Η γενιά μου έχει συμβάλει σε αυτή την αλλαγή. Κάποτε ήμουν πιο αυστηρός με τη γενιά μου. Περίμενα ίσως περισσότερα πράγματα. Μεγαλώνοντας, όμως, κατάλαβα ότι η αλλαγή δεν γίνεται με άλματα. Γίνεται αλυσιδωτά. Η γενιά μου ήταν αυτή που άρχισε να μιλάει περισσότερο. Που πήγε στον ψυχολόγο. Που άρχισε να συζητάει με τους γονείς της για πράγματα που παλιότερα έμεναν κρυμμένα. Κάθε γενιά παραδίδει κάτι στην επόμενη. Έτσι προχωρά η κοινωνία.
• Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης που νιώθω απέναντι σε θεσμούς οι οποίοι θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτοι. Με πονάει πολύ που τα τελευταία χρόνια δυσκολεύομαι να εμπιστευτώ τη Δικαιοσύνη. Εξοργίζομαι που βλέπω σκάνδαλα να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, δημόσιο χρήμα να χάνεται ή να κατασπαταλιέται και να μη φαίνεται να υπάρχουν συνέπειες. Αυτό είναι κάτι που πραγματικά με θυμώνει.
• Ελπίδα μού δίνουν οι άνθρωποι. Πάντα οι άνθρωποι. Παρά την κούραση, την απογοήτευση και τη δυσκολία που κουβαλάμε όλοι, εξακολουθώ να πιστεύω στον άνθρωπο. Δεν έχω χάσει αυτή την πίστη. Βλέπω καθημερινά ανθρώπους που βοηθούν, που νοιάζονται, που δημιουργούν, που επιμένουν. Και αυτό μου αρκεί για να συνεχίζω να ελπίζω.
• Νομίζω πως η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Αλλιώς δεν θα επιστρέφαμε ξανά και ξανά στα ίδια έργα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η τέχνη μπορεί να σε παρηγορήσει, να σε εμπνεύσει, να σου δώσει δύναμη. Μπορεί να σε κάνει να δεις έναν άνθρωπο ή μια κατάσταση από μια οπτική που δεν είχες φανταστεί. Υπάρχουν άνθρωποι που μέσα από ένα βιβλίο, μια παράσταση ή μια ταινία ανακάλυψαν έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο να βλέπουν τον κόσμο. Από εκεί και πέρα, το ταξίδι είναι προσωπικό για τον καθένα.
• Λατρεύω τη θάλασσα. Μου αρέσει να περπατάω δίπλα της, να τρέχω, να κολυμπάω, να κάνω κουπί. Παρότι είμαι παιδί του βουνού, η θάλασσα είναι το μέρος όπου νιώθω πιο ελεύθερος. Και αγαπώ πολύ τα ταξίδια. Μου αρέσει να γνωρίζω νέους τόπους, νέους ανθρώπους, νέες κουλτούρες. Να περπατάω σε δρόμους που δεν έχω ξαναδεί. Αυτό είναι ίσως που με συναρπάζει περισσότερο: η αίσθηση ότι ανακαλύπτεις έναν καινούργιο κόσμο.
• Η υποκριτική με έχει κάνει λιγότερο επικριτικό απέναντι στους ανθρώπους. Όταν καλείσαι να υποδυθείς έναν χαρακτήρα, πρέπει πρώτα να τον αγαπήσεις για να τον καταλάβεις. Ακόμη κι αν διαφωνείς μαζί του. Ακόμη κι αν οι επιλογές του σε βρίσκουν αντίθετο. Αυτό σε εκπαιδεύει να βλέπεις τα πράγματα πιο σύνθετα. Να καταλαβαίνεις ότι όλοι κουβαλάμε φως και σκοτάδι. Ότι όλοι μπορούμε να βρεθούμε σε μια κακή στιγμή. Και ταυτόχρονα με έχει κρατήσει σε επαφή με κάτι πολύ πολύτιμο: την παιδικότητά μου. Σκέψου το. Είμαι πενήντα χρονών και η δουλειά μου εξακολουθεί να περιγράφεται με το ρήμα «παίζω». Δεν είναι λίγο αυτό.
• Δεν μου αρέσει καθόλου η ιδέα ότι πεθαίνουμε χωρίς να γνωρίζουμε τι υπάρχει μετά. Με φοβίζει το άγνωστο. Δεν είναι τόσο ο θάνατος όσο το μυστήριο που τον περιβάλλει. Το γεγονός ότι κανείς δεν ξέρει πραγματικά.
• Η ζωή με έχει μάθει να κάνω υπομονή. Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι η υπομονή είναι αρετή. Και ότι δεν πρέπει να τα παρατάς εύκολα. Όσο υπάρχει δύναμη, σηκώνεσαι και συνεχίζεις. Επίσης έχω καταλάβει κάτι ακόμη: κάθε φορά που νομίζεις ότι τα έχεις καταλάβει όλα, έρχεται η ζωή να σου υπενθυμίσει ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρεις σχεδόν τίποτα. Και ίσως αυτή να είναι η πιο χρήσιμη γνώση απ’ όλες.
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Ειρήνη σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO