Γεννήθηκα στον Πειραιά και μεγάλωσα στο Χαϊδάρι, σε ένα περιβάλλον που υπήρχαν στενές οικογενειακές σχέσεις, αφού μέναμε πολλοί συγγενείς σε κοντινή απόσταση. Η μητέρα μου ήταν εξαιρετική μοδίστρα, απίστευτη μαγείρισσα, τρυφερή αλλά και σκληρή συγχρόνως. Νοιαζόταν για την οικογένειά της και ήθελε να είναι τα πάντα καθαρά και στην εντέλεια μέσα στο σπίτι. Ο πατέρας μου ήταν μηχανικός σε μεγάλη καπνοβιομηχανία, πολύ εργατικός, έξω καρδιά, αλλά και αρκετά νευρικός, αγχώδης και πολλές φορές απερίσκεπτος. Πάντα προσπαθούσε να μη λείπει τίποτα από την οικογένεια
• Αναπολώ τις οικογενειακές συγκεντρώσεις σε διάφορες γιορτές και την ανεμελιά που υπήρχε. Θυμάμαι τον παππού μου να με πηγαίνει σινεμά και περίπατο με τις ώρες στο κέντρο της Αθήνας. Γενικά από τους παππούδες πήρα τεράστια αγάπη, ουσιαστικά εκείνοι με μεγάλωσαν.
• Η ζωή στο σχολείο ήταν ήρεμη και ξέγνοιαστη. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν ο πρώτος μαθητής, αλλά αφομοίωνα εύκολα και ήθελα να μαθαίνω κι από άλλες πηγές. Κυριολεκτικά ρουφούσα τη λογοτεχνία, την ιστορία και τη μυθολογία. Νομίζω ότι ήμουν ένα ντροπαλό παιδί, ίσως και εσωστρεφές, ήθελα τον χρόνο μου για να ανοιχτώ στους άλλους, αλλά ήξερα ανέκαθεν ότι ήθελα να ασχοληθώ με τις τέχνες. Μία από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι να ζωγραφίζω σε ένα μπλοκ ζωγραφικής και πάντα με θυμάμαι να ακούω μουσική. Δεν μπορώ να προσδιορίσω πότε έγινε η αρχή και με ποιο ερέθισμα – τα ακουστικά ήταν η προέκταση των αυτιών μου.
«Η τέκνο έφτασε στο σημείο να είναι δημοφιλής μέσα από πολλές δυσκολίες και σκαμπανεβάσματα. Ήταν σαν ένας διαρκής αγώνας δρόμου. Πιστεύω πως η καλή μουσική δεν μπορεί να χάσει. Για μένα η τέκνο είναι τρόπος έκφρασης και εσωτερικής αναζήτησης».
• Στο σπίτι μπορούσες να ακούσεις κυριολεκτικά τα πάντα. Το άτομο που με επηρέασε πολύ ήταν η μεγάλη μου ξαδέλφη. Κάποια στιγμή μού χάρισε τη συλλογή της με 45άρια δισκάκια και ένα φορητό πικάπ. Είχε πολλά των Beatles αλλά και ελληνικών συγκροτημάτων των δεκαετιών ’60 και ’70, μέχρι το «California Dreamin’» των The Mamas & the Papas, που θυμάμαι ότι το άκουγα τριάντα φορές τη μέρα! Πολλά από αυτά με επηρέασαν αρκετά κι έτσι η μουσική έγινε κυριολεκτικά η καθημερινή μου ψυχαγωγία. Τότε ήταν που μου μπήκε κι εμένα το μικρόβιο να ψάχνω για παλιά 45άρια και βινύλια στο Μοναστηράκι ή όπου αλλού έβρισκα στην Αθήνα.
• Μεγαλώνοντας και αντιλαμβανόμενος περισσότερο τη μουσική, άρχισα να διαμορφώνω και το γούστο μου. Διέκρινα την ποιότητα σε πολλούς καλλιτέχνες και τους ακολουθούσα σε κάθε τους βήμα, όπως τις/τους Ντόνα Σάμερ, Sante, Blondie, Mαντόνα, Kraftwerk, Tangerine Dream, Μπράιαν Ίνο, Can, Φράνκι Νακλς, Τζεφ Μιλς, Phuture, Lil’ Louis, όλοι από τη σχολή του Ντιτρόιτ. Από τα πρώτα ακούσματα ηλεκτρονικού ήχου όμως είχα ξεχωρίσει τον Τζόρτζιο Μορόντερ, που θεωρώ ότι είναι μία από τις πιο σημαντικές μορφές αν θες να καταλάβεις πώς η ηλεκτρονική μουσική πέρασε από το πείραμα και το συνθ στα κλαμπ και τελικά στη σύγχρονη χορευτική μουσική. Δεν είναι σωστό να πούμε ότι ο Moρόντερ «εφηύρε» μόνος του την τέκνο ή τη χάουζ, αλλά σίγουρα δημιούργησε έναν κρίσιμο συνδετικό κρίκο.
• Σπούδασα καλές τέχνες και διαφημιστικό σχεδιασμό στην Αμερική, μέσα σε ένα άγνωστο για μένα περιβάλλον με πολλές δυσκολίες, πολύ διάβασμα, πολλές απαιτήσεις, που αναδείχθηκαν σε ένα τεράστιο σχολείο για τη μετέπειτα εξέλιξή μου και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου. Με εντυπωσίασε η απλότητα του κόσμου εκεί, η εντελώς διαφορετική κουλτούρα, η καθημερινότητα και ο τρόπος ζωής, καθώς σπούδαζα σε μία κωμόπολη στην Πενσιλβάνια, που ήταν πλημμυρισμένη με σπουδαστές από κάθε μεριά της υφηλίου. Δημιούργησα φιλίες που κρατούν ακόμα, έπειτα από τόσα χρόνια, και εισέπραξα μια εντελώς διαφορετική παιδεία από αυτήν που παρέχει το ελληνικό σύστημα.
• Στις ΗΠΑ, το πανεπιστήμιο λειτουργεί περισσότερο ως μια ολοκληρωμένη κοινότητα: οι φοιτητές συχνά ζουν στο κάμπους, συμμετέχουν σε κλαμπ και σε αθλήματα κι έχουν μεγαλύτερη ευελιξία στα μαθήματα. Η αξιολόγηση γίνεται συνήθως καθ’ όλη τη διάρκεια του εξαμήνου και υπάρχει πιο άμεση σχέση φοιτητή-καθηγητή. Το βασικό μειονέκτημα είναι το πολύ υψηλό κόστος φοίτησης. Στην Ελλάδα, το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι πολύ πιο προσβάσιμο οικονομικά, αλλά η ζωή είναι λιγότερο οργανωμένη γύρω από το κάμπους. Τα προγράμματα σπουδών είναι πιο συγκεκριμένα και παραδοσιακά δίνεται μεγαλύτερο βάρος στην τελική εξεταστική. Η φοιτητική ζωή συνδέεται περισσότερο με την πόλη και την κοινωνική ζωή έξω από το πανεπιστήμιο.
• Όταν σπούδαζα στην Αμερική, εργαζόμουν ως σερβιτόρος για να μην επιβαρύνω της οικογένειά μου. Στη σχέση μου με το DJing πιστεύω πως υπάρχει μια καρμικότητα. Η αρχή έγινε όταν σύχναζα ως φοιτητής σε ένα κλαμπ εκεί. Δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς πώς έγινε, θυμάμαι όμως ότι γνώρισα τον resident DJ μέσω ενός κοινού γνωστού και έπειτα από καιρό, κι επειδή είχα ήδη μεγάλη συλλογή από βινύλια, με έβαλε πειραματικά να παίξω. Το κλαμπ λεγόταν 25th hour, βρισκόταν στον χώρο ενός μεγάλου ξενοδοχείου στο Γουίλκς-Μπαρ, στην Πενσιλβάνια, και έπαιζε κυρίως χορευτική μουσική της εποχής. Από αυτό ονόμασα και τα πρώτα πάρτι μου, ως φόρο τιμής. Έμαθα μόνος μου να παίζω με πολλή αφοσίωση και ώρες πειραματισμού, δεν υπήρχε κι άλλος τρόπος τότε. Κατάλαβα από νωρίς πως με δύο πικάπ και βινύλια μπορούσα να μιξάρω πολύ ωραίους ήχους.
• Το πρώτο μαγαζί που έπαιξα στην Αθήνα ήταν το Graffiti, πίσω από την πλατεία Ομονοίας. Το ανακάλυψα εντελώς τυχαία μέσω φίλων, που μου είπαν ότι έπαιζαν υπέροχες μουσικές εκεί. Έτσι έκανα το μεγάλο βήμα να δώσω ένα σετ μου σε κασέτα στους ιδιοκτήτες και με προσέλαβαν την επόμενη ημέρα. Νομίζω ότι τότε κατάλαβα ότι γι’ αυτό γεννήθηκα, για να παίζω μουσική και να εκφράζομαι μέσα από αυτήν.
• Όταν έπαιζα στο Graffiti με πλησίασαν δύο κύριοι που μου πρότειναν να γίνω resident σε ένα πρότζεκτ που ήταν ακόμα στα σκαριά. Οι κύριοι ήταν ο Γρηγόρης Βαλλιάνατος και ο Άλκης Ευθυμιάδης (που δυστυχώς μας άφησε νωρίς) και το πρότζεκτ ήταν το Factory. Δεν πήρα κάποια απόφαση για το είδος της μουσικής που θα έπαιζα εκεί, πάντα ψαχνόμουν σε πιο ιδιαίτερους ήχους και μη εμπορικούς, σπαταλούσα ατελείωτες ώρες στα δισκάδικα και ενημερωνόμουν από ξένα μουσικά περιοδικά. Το Factory, ούτε λίγο ούτε πολύ, έμεινε ως φαινόμενο της εποχής και ακόμα είναι σημείο αναφοράς. Δεν μπορώ να αναφερθώ σε συγκεκριμένες αναμνήσεις, θυμάμαι όμως έντονα τη δίψα του κόσμου για κάτι νέο και πρωτοποριακό για την εποχή.
• Γνωρίζω ότι θεωρούμαι από αρκετό κόσμο ως αυτός που έμαθε στην Ελλάδα την τέκνο. Μπορώ να μου αναγνωρίσω ότι ήμουν από τους πρώτους που ασχολήθηκε με το είδος, αλλά δεν γίνεται να μην αναφερθώ στον πολύ καλό μου φίλο, τον Savvage, από τη Θεσσαλονίκη, εξαίρετο παραγωγό και DJ, που θεωρώ τον πρωτεργάτη της τέκνο στη χώρα. Μπορώ, επίσης, να μου αναγνωρίσω ότι επένδυσα σε ένα μουσικό ρεύμα σχεδόν ποινικοποιημένο. Τότε, για να είμαι ειλικρινής, ένιωθα ότι κάτι γίνεται, ένιωθα ότι κατά κάποιον τρόπο γραφόταν ιστορία για τα ελληνικά δεδομένα. Ευχαριστώ όλους εκείνους που μπορεί να πιστεύουν ότι τους έμαθα κάτι – πολλές φορές με αποκαλούν δάσκαλο. Εγώ δεν μπορώ να υιοθετήσω τέτοιον χαρακτηρισμό για τον εαυτό μου, όσο κι αν χαίρομαι που το ακούω.
• Μετά το Factory δημιουργήσαμε με τον Λορέντζο (σ.σ. Παπαχρυσάνθου) τα 25th Hour πάρτι και μετέπειτα το qbase. Το αρχικό μου κριτήριο ήταν και είναι να μπορώ να παίζω ελεύθερα καλή μουσική. Και τα δύο έχουν μείνει στην ιστορία και επειδή ήταν η εποχή ευνοϊκή και επειδή εκεί ακούστηκε καλή μουσική. Ο κόσμος τότε έβγαινε για να χορέψει, μπορεί να ήταν άγνωστοι και γίνονταν ένα στην πίστα. Υπήρχε αυτή η αίσθηση παντού, υπήρχαν ενέργειες που ενώνονταν με τη μουσική και δημιουργούσαν ατμόσφαιρες. Νομίζω ότι αυτή είναι η παρακαταθήκη τους‧ όσο για τις αναμνήσεις, αυτές είναι μια συνέντευξη από μόνες τους.
• Πέρασαν πάρα πολλοί ξένοι guest DJs από τα qbase και 25th hour πάρτι, πολλοί για πρώτη φορά στην Ελλάδα, όπως οι Ρίτσι Χοτίν, Κέβιν Σόντερσον, Ντέρικ Μέι, Τέρι Φράνσις, Μάρκο Καρόλα, Ντανίλο Βιγκορίτο, Σβεν Βαθ, Έντι Ρίτσαρντς και τόσοι άλλοι, που δημιουργούσαν, καθένας στο είδος του, μια εκρηκτική ατμόσφαιρα.
• Υπήρχε τότε κόσμος που ερχόταν να με ακούσει από το εξωτερικό – ακόμα έρχονται. Η αγορά παλιά δεν είχε καμία σχέση με την αγορά σήμερα. Η διαφήμιση και η προώθηση καλλιτεχνών ήταν ένα σκληρό παζάρι διαπραγματεύσεων, δεν υπήρχαν π.χ. YouTube, κοινωνικά δίκτυα και likes. Ήταν δύσκολο –αλλά όχι ακατόρθωτο– οι Έλληνες να αναδειχθούν σε ένα είδος μουσικής μη ελληνικό. Στο Λονδίνο, που είχαμε κάνει τότε πολλές συζητήσεις με διάφορους αντεργκράουντ DJs και παραγωγούς, κατάλαβα ότι ήμουν μακριά από το πνεύμα του εμπορικού, όπως και τώρα – έχω τρομερή πίστη στο ύφος της μουσικής που παίζω.
• Έπειτα από αυτά, ακολούθησε το Blend, στο οποίο είμαι resident DJ. Το συγκεκριμένο πρότζεκτ είναι ένα ζωντανό κύτταρο, εξελίσσεται, πειραματίζεται. Δεν κλείνει τα μάτια στο ρεύμα της εποχής αλλά βλέπει και τι του ταιριάζει. Εκτιμώ τον επαγγελματισμό του, δεν είναι κανείς τυχαία πρώτος. Προσωπικά, μου αρέσει να εξελίσσομαι ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης, δεν μου αρέσει η στασιμότητα, τη θεωρώ φθορά. Σίγουρα η συνεργασία μου με το Blend έχει θετική αλληλεπίδραση, αλλά είναι σαν να με ρωτάει κάποιος πόσο άνετα νιώθω στο σπίτι μου. Δεν μπορώ να «βγω» και να με δω.
Mikee - Technoforms The New Era 06.26 - Beneath
• Έχω παίξει στο Λονδίνο σε αρκετά venues, όπως το Fabric, και σε πολλά άλλα στο Μιλάνο, στην Κύπρο, στη Βαρκελώνη, στα Τίρανα και τη Σόφια. Δεν κυνήγησα την ευκαιρία που μου είχε δοθεί για καριέρα στο εξωτερικό, γιατί θεωρούσα ότι ήμουν ευχαριστημένος στην Ελλάδα γνωρίζοντας το κοινό. Επίσης, δεν υπήρξε ποτέ ένα ελληνικό agency που θα μπορούσε να σπρώξει έναν καλλιτέχνη της εγχώριας ηλεκτρονικής σκηνής στο εξωτερικό. Ο μόνος τρόπος ήταν να μετακομίσεις σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και να αρχίσεις να ψάχνεσαι μόνος.
• Η νύχτα και η διασκέδαση έχουν αλλάξει πολύ. Θα ήταν παράταιρο σε μια εποχή που όλα αλλάζουν η διασκέδαση να μένει ίδια. Το θετικό και το πιο σημαντικό είναι ότι ο κόσμος έχει πλέον πολλές επιλογές. Εμείς ζούσαμε σε έναν αποκλειστικά μπουζουκοκρατούμενο κόσμο, έτσι είναι μέχρι και σήμερα. Δυστυχώς, βλέπω ότι αρκετός κόσμος βγαίνει περισσότερο για να κάνει μία ανάρτηση στο Instagram. Υπάρχουν φορές που ακούω συναδέλφους να παίζουν φανταστικές μουσικές και βλέπω στο dancefloor ανθρώπους που ασχολούνται με το πώς θα πετύχουν μια σέλφι. Δεν είμαι παρελθοντολάγνος, αλλά όπως ανέφερα, αναπολώ την πρόθεση και τον σκοπό «βγαίνω για να χορέψω».
• Και το DJing έχει αλλάξει πολύ, μερικές φορές τρομακτικά πολύ. Παλιά λιώναμε παπούτσια για να μαζεύουμε μουσική από τα δισκάδικα. Τώρα είναι όλα σαφώς πιο εύκολα, νιώθω όμως ότι η δυσκολία ήταν εκείνη που εκπαίδευε το φίλτρο του αυτιού μας κατά κάποιον τρόπο. Ίσως μερικές φορές το πολύ εύκολο είναι και εύπεπτο. Πιστεύω πως μελλοντικά το επάγγελμα του DJ αλλά και του παραγωγού θα περάσει κρίση. Η ευκολία του ΑΙ θα βάλει μέσα μη επαγγελματίες, αλλά θα δώσει και τεχνικές σε ταλαντούχος ανθρώπους. Θεωρώ ότι τους πρώτους κάποια στιγμή θα τους αποβάλει το σύστημα, όσο καλά PR κι αν έχουν.
• Αν μπορούσα να δώσω μία συμβουλή σε κάποιο παιδί που ξεκινάει τώρα, θα του έλεγα να μη συμβιβάζεται με το εύκολο. Να έχει ερεθίσματα και γνώσεις για να μπορεί να έχει μουσική άποψη. Να χτίσει πάνω σε αυτό που του αρέσει και όχι σε αυτό που είναι της μόδας αυτόν τον μήνα. Πιστεύω πολύ στα νέα παιδιά, ακούω εξαιρετικά ταλέντα. Στεναχωριέμαι γιατί είναι μια γενιά που βάλλεται πολύ άδικα.
• Η τέκνο έφτασε στο σημείο να είναι δημοφιλής μέσα από πολλές δυσκολίες και σκαμπανεβάσματα. Ήταν σαν ένας διαρκής αγώνας δρόμου, λίγο προηγείται ο ένας, μετά ο άλλος, αλλά στο τέλος η αντοχή στον χρόνο κερδίζει. Πιστεύω πως η καλή μουσική δεν μπορεί να χάσει, μπορεί να κλονίζεται από πυροτεχνήματα αλλά στο τέλος μένει αυτό που πρέπει. Για μένα η τέκνο είναι τρόπος έκφρασης και εσωτερικής αναζήτησης, ένα είδος μουσικής που με αγγίζει πνευματικά και σωματικά. Η τέκνο δημιουργήθηκε στο Ντιτρόιτ από καλλιτέχνες όπως οι Χουάν Άτκινς, Κέβιν Σόντερσον και Ντέρικ Μέι, που συνδύασαν την αφροαμερικανική χορευτική μουσική με την ευρωπαϊκή ηλεκτρονική μουσική, βλέπε Kraftwerk. Τη δεκαετία του ’90 εξαπλώθηκε στην Ευρώπη, με το Βερολίνο και τη Φρανκφούρτη να γίνονται τεράστια κέντρα της κουλτούρας. Σήμερα παραμένει βασικό στοιχείο της αντεργκράουντ κλαμπ κουλτούρας παγκοσμίως, με πολλά υποείδη (όπως minimal, industrial και hard techno).
• Φυσικά και υπάρχει λόκαλ σκηνή σήμερα και αρκετοί συνάδελφοι στέκονται με μεγάλη αξιοπρέπεια ανάμεσα στους ξένους καλλιτέχνες. Το θετικό είναι ότι υπάρχει συνεχές ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη σκηνή, το αρνητικό είναι ότι θέλουν όλα να γίνουν γρήγορα. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει αλληλοϋποστήριξη, αλλά υπάρχει και έντονος ανταγωνισμός, που δεν είναι πάντα υγιής.
• Δεν ξέρω τι μπορεί να πάρει κάθε άτομο από μια συγκεκριμένη εποχή, προσωπικά κρατάω σταθερά τη σημαντικότητα της καλής μουσικής. Βλέπουμε να γίνονται πολλές αναβιώσεις πάρτι, κλαμπ και πρότζεκτ του παρελθόντος, και το αν μπορεί να μεταφερθεί στο σήμερα κάτι από εκείνη την εποχή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Από μηνύματα που έχω λάβει, έχω καταλάβει ότι για ένα νέο παιδί που αγαπά την τέκνο μπορεί να έχει ενδιαφέρον να ακούσει και κάτι διαφορετικό από το τυποποιημένο που ακούγεται σήμερα, και το μεγαλύτερο «παιδί», που έζησε την εποχή, έχει το δικαίωμα να ξανανιώσει συναισθήματα που μπορεί να επαναφέρει ένα παλιό κομμάτι.
• Σαφέστατα μπορείς να φέρεις τη μουσική τού τότε στο σήμερα, και πρέπει να γίνεται, φτάνει να το κάνεις με σεβασμό. Αν πας να καπηλευτείς ονόματα, πρόσωπα, εποχές, καταστάσεις και να τα πουλήσεις για να βγάλεις λεφτά, είναι καλύτερο να σκεφτείς κάποιον άλλο τρόπο κέρδους. Κανείς κακό στην εικόνα σου και θάβεις μια εποχή που υποτίθεται πως θέλεις να αναβιώσεις.
• Αναπολώ την ενέργεια εκείνης της εποχής. Τα qbase πάρτι θεωρούνται από τα σημαντικά κεφάλαια της παλιάς αθηναϊκής τέκνο και αντεργκράουντ σκηνής, γιατί δεν ήταν απλώς «άλλα πάρτι»: συνέβαλαν στο να αποκτήσει η Αθήνα μια πιο σοβαρή, διεθνώς συνδεδεμένη τέκνο και κλαμπ κουλτούρα. Υπήρχε συγκεκριμένη μουσική ταυτότητα, είχα διαμορφώσει ένα ύφος που συνδύαζε Ντιτρόιτ τέκνο, αντεργκράουντ χάουζ, afro/tribal στοιχεία και πιο σκληρό αντεργκράουντ ήχο, όλα δοσμένα μέσα από τον δικό μου ψυχισμό και τα δικά μου συναισθήματα. Ουσιαστικά, η αξία των qbase εντοπίζεται στο ότι βρίσκονταν στη μετάβαση από την ελληνική ρέιβ/κλαμπ κουλτούρα των ’90s προς την πιο ώριμη, διεθνή αντεργκράουντ τέκνο σκηνή των ’00s. Αν μπορούσα να αφήσω κάτι πίσω από εκείνη την εποχή θα ήταν οι παραβατικές καταστάσεις που έβλεπα και ένιωθα ότι δεν προσφέρουν στη μουσική.
• Είμαι ένας φύσει εσωστρεφής άνθρωπος. Μπορεί να κάνω ένα κοινωνικό επάγγελμα, αλλά πάντα είχα μέσα μου το αίσθημα της σεμνότητας. Ο σκοπός μου ήταν και είναι πολύ ξεκάθαρος: να μπορώ να ζωγραφίζω ωραίες εικόνες με τις μουσικές μου στις ψυχές των ανθρώπων. Έχω την τύχη να μπορώ να βιοπορίζομαι από τη μουσική – η διάρκειά μου στον χώρο και η αγάπη που λαμβάνω είναι τα προσωπικά μου παράσημα. Είναι μεγάλη μου τιμή και χαρά να ακούω νέα και μεγαλύτερα άτομα να μιλούν με θαυμασμό για μένα.
• Κέρδισα πολλά σε αυτήν τη διαδρομή. Με έμαθε ο κόσμος, ταξίδεψα πολύ, γνώρισα κουλτούρες, φίλους και έζησα πολύ όμορφες στιγμές. Η αφοσίωσή μου στο συγκεκριμένο μουσικό είδος μπορεί να μου έδωσε ένα προσωπικό καλλιτεχνικό αποτύπωμα και να μου άνοιξε πόρτες, όμως μου έκλεισε και αρκετές. Ειδικά κάποια περίοδο αισθανόμουν μέχρι και στιγματισμένος. Προσπάθησαν να βάλουν ταμπέλες στο ύφος, στη μουσική μου, ακόμα και στην «ποιότητα» του κόσμου που με ακούει. Είναι πολύ μακριά από μένα η τακτική τού «θάβω κάποιον που δεν μπορώ να ξεπεράσω». Ποτέ δεν έπαιξα με βρόμικα χέρια, ποτέ δεν έσκαψα τον λάκκο κανενός. Αν κατάφερα κάτι, το έκανα δουλεύοντας σκληρά.
Mikee - Technoforms The New Era 07.25 - Hypnotic Heat
• Δεν μπορώ να ασχοληθώ με κάποιον που με συκοφαντεί, μπορώ να τον συμπονέσω όμως, γιατί είναι θλιβερό. Από τον κόσμο μπορεί να έλαβα κάποιο σχόλιο στα social media που να μη μου άρεσε ή όντως να με στεναχώρησε. Είναι όμως σχόλια του πληκτρολογίου κι από ένα σημείο και μετά δεν σε αγγίζουν. Όσον αφορά τις συνεργασίες, έχει τύχει να δεχτώ πολύ άσχημες συμπεριφορές από ανθρώπους που είχα βοηθήσει και στηρίξει, καταλαβαίνοντας στο πετσί μου το «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος». Πλέον μπορώ να πω ότι με εντυπωσιάζει το πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να πουλήσει και την ψυχή του ακόμα. Το βλέπω, το αντιλαμβάνομαι, αλλά επιλέγω να το προσπερνώ – δεν θέλω να χάνω χρόνο.
• Σήμερα, η μουσική εξακολουθεί να είναι η ζωή μου, δεν μπορώ να φανταστώ μία μέρα που δεν θα ακούσω κάτι. Μπορεί να είναι λίγο κλισέ, αλλά πέρα από τη μουσική με την οποία ασχολούμαι και με γεμίζει, μπορώ να ακούσω πολλά και διαφορετικά είδη – από τζαζ και μπλουζ μέχρι Δήμητρα Γαλάνη, που είναι και η αγαπημένη μου ερμηνεύτρια. Δεν υπάρχουν καλλιτέχνες που «αγαπώ», υπάρχουν πολλοί των οποίων θαυμάζω τις δημιουργίες. Φυσικά, συνεχίζω και το DJing και την παραγωγή. Με μεγάλη χαρά θα συνεργαστώ φέτος με μία σχoλή στον Πειραιά, όπου θα μπορούν να έρχονται οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται να μάθουν πράγματα τόσο για το DJing όσο και για την παραγωγή ή την επαγγελματική ηχογράφηση.
• Μου αρέσει πολύ να ασχολούμαι με τα φυτά μου και τον μικρό μου κήπο, να μαγειρεύω για ανθρώπους που αγαπώ. Λατρεύω τα ζώα μου, έχω οκτώ πανέμορφες γάτες που γεμίζουν την καθημερινότητά μου. Μου αρέσει πολύ το σινεμά, οι ταινίες, τα video games. Οι έξοδοί μου είναι πιο ήσυχες, θέλω να αλλάζω λίγο τον ρυθμό στη διασκέδασή μου, που λειτουργεί μάλλον και ως αποσυμπίεση. Δυστυχώς άφησα τη ζωγραφική, που είναι μια ακόμα μεγάλη μου αγάπη – ελπίζω να μπορέσω να ασχοληθώ ξανά.
• Με φοβίζει η βία, η εξάπλωσή της, τα παρακλάδια μέσα από τα οποία εκδηλώνεται. Συνεχώς ακούμε για γυναικοκτονίες, ρατσισμό, παραβατικότητα – από πολύ μικρές ηλικίες. Με τρομάζει η τόσο μεγάλη ανάγκη του ανθρώπου να εχθρεύεται τον άνθρωπο. Η βία υπάρχει παντού και με ανησυχεί που με κάποιον τρόπο την έχουμε συνηθίσει. Με φοβίζει η αρρώστια, η έννοια της ανημπόριας. Αν και εκτιμώ τη μοναχικότητα, με φοβίζει η μοναξιά. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να ζει μόνος του, γι’ αυτό τρέφω ιδιαίτερη αγάπη για τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας που τους έχουν εγκαταλείψει. Τέλος, με φοβίζει η φθορά. Όχι τόσο της εικόνας –αυτή είναι συνώνυμο της ύπαρξής μας– αλλά η ψυχική.
• Με κάνει περήφανο το να εισπράττω εκτίμηση, που δεν έβλαψα κάποιον ηθελημένα, που έμεινα εντελώς μακριά από όλα αυτά που έχουν συνδυαστεί με τη νύχτα. Το ότι δεν «τεμάχισα» τη μουσική μου για να χωρέσει κάπου. Όταν η δουλειά ενός ανθρώπου πηγαίνει σε μια μερίδα κόσμου, πιστεύω πως ο καθένας κρατάει αυτό που εκείνος θέλει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποιος θα κληρονομήσει τη συλλογή μου με τα 14.000 βινύλια! Δεν ξέρω, βέβαια, ακόμα ποιος θα είναι ο τυχερός.
• Θέλω να είμαι ευτυχισμένος και δημιουργικός, να ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Αντλώ δύναμη από τους ίδιους μου τους φόβους. Η ζωή μού έμαθε πως όταν ασχολείσαι με μικρότητες, μικραίνεις κι εσύ.
O Mikee θα βρίσκεται στο Eleusis Music Studio το Σάββατο 8 Oκτωβρίου.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.