To Love me or Die είναι η μεγάλη επιτυχία του C.W. Stoneking στη χώρα μας. Xάρη στο καλό αυτί μερικών ραδιοφωνικών παραγωγών και DJs, ήταν η αφορμή ώστε περίπου 400 άτομα, αν μπορώ να υπολογίσω καλά με το μάτι, να κατηφορίσουν στον Πειραιά και στο Passport, ίσως τον καλύτερο συναυλιακό χώρο που έχει η Αττική. 

Στις 22:00 ακριβώς ανέβηκε στη σκηνή ο C.W. Stoneking με την τετραμελή του μπάντα, ένα τρομπόνι, μια τρομπέτα, ένα κοντραμπάσο που εναλλασσόταν με τούμπα, ένα σετ τύμπανα και τον ίδιο να παίζει πότε κιθάρα και πότε μπάντζο.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι όλα τα όργανα έβγαιναν με τον απόλυτα φυσικό ήχο τους από μικρόφωνα και όχι από ενισχυτές και κάψες. Θύμιζε κι ακουγόταν ακριβώς, όπως έπρεπε, σαν προπολεμική μουσική της Αμερικής. New Orleans τζαζ, μπλουζ, σουίνγκ, country, ragtime.

Ο C.W. είναι από την Αυστραλία, μένει μόνιμα στην Αγγλία, ενώ σου φαίνεται σαν να έχει βγει από μια χρονομηχανή του 1920.  Όχι μόνο από το παρουσιαστικό του, το φαρδύ, λευκό ψηλοκάβαλο παντελόνι, το λευκό πουκάμισο που το έδενε στον λαιμό μ’ ένα παπιγιόν αλλά και από το κούρεμά του, που θα ζήλευαν και οι πιο σκληροπυρηνικοί χίπστερ.

Η φωνή του, τόσο στα τραγούδια όσο και στις ιστορίες που παρενέβαλλε ανάμεσά τους (για τα οποία κανονικά έπρεπε να υπάρχουν υπότιτλοι), είχε την κλασική προφορά του αμερικανικού Νότου, του Μισισίπι και της Νέας Ορλεάνης, που κάλλιστα θα είχε ένας χαρακτήρας του «True Βlood» ή κάποιος κακός σερίφης από το «Dukes of  Hazard». 

Παρ’ όλα αυτά, ήταν πέρα για πέρα αυθεντικός κι ακομπλεξάριστος, γιατί η δύναμη της μουσικής τον έχει μεταμορφώσει κι έτσι δεν χρειάζεται να μπει στο πετσί του ρόλου. Έπαιξε για ακριβώς μιάμιση ώρα τραγούδια και από τα 2 άλμπουμ του, το «King Hokum» και το «Jungle Βlues», αλλά και μια εκπληκτική διασκευή στο «Talkin lion blues», μια μεγάλης του, όπως φάνηκε, επιρροής, του Jimmy Rogers.

Η μουσική του C.W. Stoneking, όσο παλιές κι αν είναι οι ρίζες της, καταφέρνει ν’ ακούγεται φρέσκια σχεδόν εκατό χρόνια μετά, ακόμα και στην Ελλάδα, όπου κατάφερε να κάνει το κοινό να σωπάσει έστω για λίγο, αφού, όπως συνηθίζεται στις συναυλίες μας, το 1/3 είχε έρθει για ν’ ακούσει μουσική και τα 2/3 να μιλήσουν.

Το σίγουρο είναι ότι μας κέρδισε όλους, αφού βγήκε για δεύτερο encore από το έντονο μπιζάρισμα του κόσμου, ενώ είχε τελειώσει κανονικά το πρόγραμμά του και είχε ήδη μπει μουσική από τα ηχεία του μαγαζιού. Κατά τα άλλα, μείναμε απόλυτα ευχαριστημένοι από το σέρβις και τις τιμές στα ποτά.

Δεν θα μου κάνει εντύπωση αν το καλοκαίρι τον δούμε πάλι στο Θέατρο Βράχων ή στον Λυκαβηττό, αφού το πιο σημαντικό σε μια συναυλία είναι να διασκεδάζεις αβίαστα και, σίγουρα, όσοι βρέθηκαν στο Passport την περασμένη Τρίτη, διασκέδασαν με το παραπάνω.