Η Νίκη της Λούλας Αναγνωστάκη, που γράφτηκε το 1978 και ανέβηκε πρώτη φορά σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν στο Θέατρο Τέχνης, σηματοδοτεί μια πιο ρεαλιστική στροφή στη γραφή της συγγραφέως.

Πρωταγωνιστές του έργου είναι μια οικογένεια μεταναστών που εργάζονται σε μια βιομηχανική πόλη της Γερμανίας. Η γριά (Ρένη Πιττακή), η κόρη της Βάσω (Μαρία Κεχαγιογλου) και ο γιος της Νίκος προσπαθούν να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα, κουβαλώντας την παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας της εποχής: η φτώχια, οι αγιάτρευτες πληγές του Εμφυλίου που έχουν μεταφερθεί οπουδήποτε υπάρχει ελληνισμός, και φυσικά η αιμοβόρα ελληνική οικογένεια, αδιάρρηκτη, ενωμένη και ταυτόχρονα νοσηρή, όπου ένας τρώει τις σάρκες του άλλου.

Η Πιττακή, ως φαρμακερή γριά σε μια ερμηνεία που κλέβει την παράσταση, «τρώγεται» όλη μέρα κι όλη νύχτα με την κόρη (επίσης εξαιρετική η Μαρία Κεχαγιόγλου). Η αιώνια αδυναμία στον μεγαλύτερο γιο της στοιχειώνει την οικογένεια.

«Να μην είχατε γεννηθεί, ναι, δεν θα με πείραζε. Αλλά πεθαμένοι, όχι», λέει η γριά στην κόρη, όταν τη ρωτάει αν θα προτιμούσε να είχαν πεθάνει αυτή κι ο αδερφός της. Η παράσταση τονίζει πολύ σωστά τον ρεαλιστικό αλλά και ποιητικό λόγο της Αναγνωστάκη, η σκηνοθεσία του Βίκτωρα Αρδίττη είναι όσο πιο νατουραλιστική γίνεται, χωρίς περιττά τερτίπια, ενώ το ίδιο ισχύει και για το σκηνικό -δυο τοίχοι που μετακινούν οι ηθοποιοί ανάλογα με την πλοκή- και τα απλά κουστούμια του Αντώνη Δαγκλίδη.


Mάριος Αρφαράς