Φωτο: Σπύρος Στάβερης
Φωτο: Σπύρος Στάβερης

 

Λένε πως είναι καλό τα «μεγάλα βιβλία» να τα γνωρίζεις μικρός. Ακόμα κι αν δεν τα καταλάβεις απολύτως, θα είσαι υποψιασμένος για το τι σημαίνει ένα σπουδαίο έργο κι έτσι θα έχεις κι ένα στιβαρό κριτήριο στην αποτίμηση όσων διαβάσεις αργότερα. Αργότερα, κι έχοντας συσσωρεύσει μια στοιχειώδη κοινωνική εμπειρία, θα επιστρέψεις σ’ αυτά για ν’ αναμετρηθείς με το περιεχόμενό τους: τη διάνοια του συγγραφέα και το ήθος που αυτή παράγει.

 

Κάπως έτσι συμβαίνει και με τα μεγάλα ελληνικά μουσεία, όπως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, που είναι κι ένα απ’ τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μουσεία στον κόσμο. Την πρώτη φορά που θα περιπλανηθείς στις αίθουσές του παιδάκι μαζί με το σχολείο, θα κληθείς ν’ αποδεχτείς χωρίς πολλά-πολλά την αξία του ως κάτι αναμφισβήτητο κι όταν αργότερα επιστρέψεις σ’ αυτό ως ενήλικας είτε θ’ απορρίψεις όλη την ιστορία που σου «σερβίρει» είτε θα την αποδεχτείς ως προϊόν μιας συγκεκριμένης εποχής.

Από το «αρχαιολογικό πάρκο» του Μουσείου της Ακρόπολης, που στην πραγματικότητα δεν κατάφερε ν' αντιτάξει κάτι πειστικό στη γραμμική αφήγηση της ιστορίας που κατατρέχει ακόμα την ελληνική μουσειολογία (εν πολλοίς), τελικά προτιμώ την «αλήθεια» του παραμυθιού του Εθνικού Αρχαιολογικού, κι ας είναι δονκιχωτική.

 

Άργησα πολύ ν’ αγαπήσω το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο κι ας το έχω επισκεφτεί άπειρες φορές, ειδικά τα χρόνια που σπούδαζα αρχαιολογία. Χρειάστηκε να μεσολαβήσει η επαγγελματική μου ενασχόληση κι από τη θέση της επικοινωνίας πλέον, με την οργάνωση των εγκαινίων του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως, για να συνειδητοποιήσω ότι η αφήγηση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, που δεν ήταν παρά μια εθνική αφήγηση, δεν ήταν εύκολο ν’ αντικατασταθεί από κάτι διαφορετικό και κυρίως το ίδιο πειστικό.

 

Περπατώ στις αίθουσες και η απέχθειά μου για τη γραμμική αφήγηση μιας ιστορίας του ελληνικού έθνους με τα χρόνια έχει αντικατασταθεί από τη συγκίνηση που μου προκαλούν τα εκθέματα, όταν τα κρίνω λαμβάνοντας υπόψιν τη χρονική στιγμή που βγήκαν από τη γη. Τη στιγμή που το χθες συναντήθηκε με το τότε σήμερα. Οι χρυσοί «θησαυροί» των Μυκηνών, που ζωντάνευαν τις παλαιότερες από τις πιο όμορφα τραγουδισμένες περιπέτειες των Ελλήνων «μέσ’ του Βοσπόρου τα στενά», αλλά και τα πρώτα αρχαϊκά αγάλματα, αποκαλύφθηκαν όταν η Ελλάδα έκανε τα πρώτα της βήματα ως ανεξάρτητο κράτος. Τότε και πάνω σ’ αυτά τα εκθέματα καθρεφτιστήκαμε ως απόγονοι των ένδοξων προγόνων, ονοματίζοντας ό,τι είχε μεσολαβήσει, και ιδιαίτερα τη δαιμονοποιημένη «Τουρκοκρατία», ένα διάλειμμα στην ιστορία ενός «λαμπερού έθνους προορισμένου από τη μοίρα για τα μεγάλα».

 

Κούρος του Αριστοδίκου. Ο κούρος που έστεκε πάνω από τον τάφο του Αριστόδικου στα Μεσόγεια της Αττικής (510-500 π.Χ.). Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 3938. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO. © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.
Κούρος του Αριστοδίκου. Ο κούρος που έστεκε πάνω από τον τάφο του Αριστόδικου στα Μεσόγεια της Αττικής (510-500 π.Χ.). Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 3938. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO. © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

 

Στέκομαι μπροστά στον Αριστόδικο. Ανακαλύφθηκε κατά τη γερμανική κατοχή, όταν οι ηρωικοί αρχαιολόγοι του μουσείου είχαν θάψει όσο περισσότερα εκθέματα μπορούσαν για να τα κρύψουν απ’ τους Γερμανούς και στις σημειώσεις τους βλέπεις την αισιοδοξία και τη χαρά που έφερε αυτή η αλλόκοτη ομορφιά απ’ το παρελθόν μέσα στο σκοτάδι του παρόντος τους. Η αυτοπεποίθηση που σου δίνει ένα λαμπρό παρελθόν για ν’ αντιμετωπίσεις το παρόν και το μέλλον είναι το συναίσθημα που σε κατακλύζει μέσα στις αίθουσες του «Αρχαιολογικού», ακόμα κι όταν γνωρίζεις πολύ καλά ότι είναι πλαστό ή, τέλος πάντων, ένα ιδεολόγημα, ένα δημιούργημα μιας συγκεκριμένης εποχής με συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα.

 

Από το «αρχαιολογικό πάρκο» του Μουσείου της Ακρόπολης, που στην πραγματικότητα δεν κατάφερε ν’ αντιτάξει κάτι πειστικό στη γραμμική αφήγηση της ιστορίας που κατατρέχει ακόμα την ελληνική μουσειολογία (εν πολλοίς), τελικά προτιμώ την «αλήθεια» του παραμυθιού του Εθνικού Αρχαιολογικού, κι ας είναι δονκιχωτική.

 

Στο ένατο βιβλίο του Δον Κιχώτη, ο Θερβάντες ορίζει την ιστορία (εννοεί τη συγγραφή της ιστορίας, δηλαδή τον τρόπο που την αφηγούμαστε) ως «μητέρα της αλήθειας». «Η ιδέα του Θερβάντες είναι θαυμάσια», σχολιάζει ο Μπόρχες στις Μυθοπλασίες του, «ο Θερβάντες δεν βλέπει στην ιστορική αφήγηση την αναζήτηση της πραγματικότητας, αλλά την προέλευσή της. Ιστορική αλήθεια δεν είναι ό,τι συνέβη, αλλά ό,τι εμείς κρίνουμε πως συνέβη». Στο Εθνικό και Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας η σκέψη αυτή προχωρά ένα βήμα παραπέρα: ιστορική αλήθεια δεν είναι ό,τι συνέβη. Δεν είναι καν ό,τι εμείς κρίνουμε πως συνέβη. Αλήθεια είναι η εικόνα που είχαν οι πρόγονοι για τους εαυτούς τους, η οποία είχε ήδη εξιδανικευθεί απ’ τους ίδιους πολύ πριν ανακαλυφθεί από μας, κι αυτό το βλέπεις καθαρά στα εκθέματα.

 

Υπάρχουν, λοιπόν, πολλοί τρόποι για να «διαβάσεις» την ιστορία που σου αφηγείται το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Μπορείς, όμως, να μην μπεις καθόλου σ’ αυτήν τη διαδικασία. Για μένα, το μεγαλύτερο όφελος που αποκομίζεις απ’ το μουσείο αυτό είναι ότι σε βοηθάει ν’ αντιληφθείς το σημαντικότερο ζήτημα που απασχόλησε και ίσως βασάνισε την αρχαία ελληνική δημιουργία, κι αυτό δεν είναι άλλο από τη διαχείριση του εκτυφλωτικού μεσογειακού φωτός. Είτε το εκλάβεις κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, η διαχείριση του φωτός παραμένει ένα πολύ επίκαιρο ζήτημα και για μένα είναι ο λόγος που επιστρέφω στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ξανά και ξανά. Όχι τόσο για να διδαχτώ το πώς αλλά για να διαπιστώσω κάθε φορά από την αρχή ό,τι γίνεται