> Γεννήθηκα στα Πετράλωνα, τον Γενάρη του 1955. Η γειτονιά τότε ήταν όπως στη Συνοικία το όνειρο. Πρόσφυγες, φτώχια, αγάπη, πόρτες ανοιχτές. Αντί για κλειδαριά είχανε τη φτώχια, δεν υπήρχε λόγος να κλειδώνεις στο σπίτι σου. Τ’ απογεύματα καταβρέχανε οι γυναίκες τους χωματόδρομους, έβγαζαν έξω τραπεζάκι κι έπιναν τον καφέ τους. Μόνο αγάπη κι αξιοπρέπεια συναντούσες. Η μητέρα μου ήταν μοδίστρα κι ο πατέρας μου φούρναρης. Είχαμε δυο φούρνους τότε στον Πειραιά, έναν στη Φρεαττύδα κι έναν στον Αϊ-Βασίλη. Εκεί έμαθα να κάνω και μπάνιο. Μας πέταγαν στη θάλασσα με μια σαμπρέλα αυτοκινήτου στον λαιμό.

 

> Πηγαίναμε στον Ζέφυρο που έπαιζε πάντα ελληνικές ταινίες και τις Κυριακές είχε αγώνες κατς. Τη μια εβδομάδα κέρδιζε ο Καρπόζηλος, την άλλη ο Καρυστινός, μιλημένα ήταν όλα. Δίπλα στον Ζέφυρο υπήρχε και μια μάντρα που έπαιζε Καραγκιόζη, ενώ στην Αγια- Σωτήρα υπήρχε ένας χωμάτινος λόφος, όπου τις Κυριακές μαζεύονταν δυο παρέες, αυτοί που έμεναν στου Φιλοπάππου κι αυτοί που έμεναν στα Πετράλωνα, και όποιοι ανέβαιναν πρώτοι, έκαναν κατάληψη κι οι υπόλοιποι πολεμάγαμε με ξύλινα σπαθιά.

 

> Μικρός δεν ήθελα να γίνω τίποτα συγκεκριμένο. Ασχολιόμουν με το μπάσκετ. Έπαιζα μέχρι τα είκοσί μου στην Εστία Φιλίας, έπαιξα και στην Προεθνική Εφήβων και μετά, ως φοιτητής στην Πάτρα, πήρα μεταγραφή στην Ε.Α. Πατρών. Στην Πάτρα πήγα, υποτίθεται, να σπουδάσω, και ξεκίνησα να τραγουδάω. Τυχαία έγινε. Ένα βράδυ, σε μια εκδήλωση των Ρηγάδων, όπου έπαιζαν τα Παιδιά απ’ την Πάτρα, αρρώστησε ο Βαγγέλης ο Δεληκούρας κι επειδή έπρεπε να τραγουδήσει κάποιος πήρα εγώ τα ηνία. Βρέθηκε στο μαγαζί ένας μάνατζερ κι έτσι ξεκίνησα να τραγουδάω σε διάφορα μαγαζιά.

 

> Όταν τέλειωσα τον στρατό, έπιασα δουλειά στην Ένωση Σιδήρου, στο Τμήμα Εισαγωγών. Δεν άντεξα και σε ενάμιση χρόνο τα παράτησα. Τότε γνώρισα τον Νίκο τον Θεοδωράκη, που ήταν ένα εξαίρετος ντράμερ και μουσικός και DJ σ’ ένα απ’ τα πιο ωραία μαγαζιά της Γλυφάδας. Αυτός μ’ έβαλε στη νύχτα το 1981 και δουλέψαμε σ’ ένα μαγαζί στην παραλιακή, κάτι μεταξύ ντίσκο και μπαρ. Τέλος πάντων, έτσι μπήκα για πρώτη φορά στη νύχτα. Μετά, κλείνοντας ο Νίκος και φεύγοντας, δεν ήξερα τι δουλειά να κάνω, αγόρασα μισό ταξί κι έκανα 5 χρόνια στην Αθήνα, καλύπτοντας 700.000 χιλιόμετρα μέσα στην πόλη. Πολύς κόσμος έμπαινε μέσα και παραξενευόταν που άκουγε τζαζ. Τεράστια εμπειρία το ταξί. Σχολείο.

 

> Τα στέκια μου εκείνη την εποχή ήταν το Jazz Club, ο Άρης, η Μέκκα και τα υπόλοιπα μαγαζιά της Πλάκας. Θυμάμαι κι ένα πολύ ατμοσφαιρικό μαγαζί που πήγαινα στο Πασαλιμάνι, δεν θυμάμαι πώς λεγόταν, όπου έπαιζε τζαζ ένα γεροντάκι, Κύπριος, που ήταν και πολύ καλός. Πώς μου προέκυψε το λαϊκό τραγούδι; Δεν μπορούμε να κάνουμε όλοι το ίδιο πράγμα. Μπορεί να έχω πολλούς δίσκους τζαζ και ροκ, όλη τη δισκογραφία του Τομ Γουέιτς, μπορεί να πάω στο Σικάγο και να θέλω ν’ ακούσω μπλουζ, αλλά στην Ελλάδα θέλω ν’ ακούσω Ζαμπέτα, Σπανό, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Τσιτσάνη, Μάρκο. Έχουμε τεράστιους συνθέτες, που τους έχουμε παραγκωνίσει.

 

> Το 1989, κι ενώ δούλευα στην Κίνο, όταν θέλαμε κάπου να πάμε για ποτό με τους πωλητές δεν βρίσκαμε κάτι στην περιοχή. Πηγαίναμε στο μπαρ του ξενοδοχείου Dimitrios, στη Φαλήρου. Όταν βρήκα αυτόν το χώρο, είπα «δεν το κάνω μπαρ, για να έχουμε ένα μέρος να τα πίνουμε;». Ετσι ξεκίνησε το Μπάτμαν. Είχε μέσα βελάκια, ηλεκτρονικά παιχνίδια στο πατάρι, είχα βάλει και μια ταμπέλα που έγραφε Μπάτμαν απ’ έξω, γιατί ήθελα να σηματοδοτήσω το ότι θα ήμαστε ανοιχτοί όλο το βράδυ. Από τότε έχω πάει 34 αυτόφωρα.

 

> Όταν άνοιξα το Μπάτμαν, ο Νέος Κόσμος ήταν μια παραμελημένη γειτονιά. Είχε κυρίως συνεργεία και μαγαζιά με ανταλλακτικά. Το μόνο που υπήρχε ήταν η Αρχιτεκτονική, που είναι πια από τα πιο παλιά μαγαζιά της Αθήνας και δεν έχει αλλάξει χέρια. Τα μπαρ πρέπει να είναι κουρεία και λουτρά και να έχουν προσωπικότητα. Ίσως το βλέπω ρομαντικά, αλλά έτσι πρέπει να είναι, να γίνονται όλοι φίλοι - γι’ αυτό δεν πρέπει να είναι μεγάλα και αχανή. Να μπορείς να μιλάς από εδώ και ν’ ακούγεσαι απέναντι.

 

> Είμαι φανατικός του Απόλλωνα Αθηνών. Το κόλλησα απ’ τη γιαγιά μου που ήταν άρρωστη με την ομάδα και κάθε Κυριακή άκουγε τους αγώνες στο ραδιόφωνο. Από έξι χρόνων πήγαινα με τον πατέρα μου στο γήπεδο. Το κλίμα στο γήπεδο τότε δεν είχε καμιά σχέση με το σημερινό. Δεν ήταν από εδώ ο ΠΑΟΚ, από εκεί ο Ολυμπιακός. Θυμάμαι, μια Κυριακή, ήταν του Αγίου Στυλιανού, μας βάζει γκολ ο Στέλιος Μανωλάς, πάει στους φιλάθλους της ΑΕΚ να πανηγυρίσει κι αρχίζουμε εμείς να φωνάζουμε: «Στελλάρα, γερά και χρόνια σου πολλά». Αυτό είναι ο Απόλλωνας. Κουβαλάει κληρονομιά.

 

> Μια απ’ τις ιστορίες που θα θυμάμαι για πάντα είναι όταν, μετά από μια συναυλία στο Θέατρο Πέτρας, ήρθε εδώ ο Νίκος ο Παπάζογλου. Κατά τις τέσσερις, και αφού είχε μερακλώσει, πιάνει τον μπαγλαμά που έχω πάντα κρεμασμένο στον τοίχο κι αρχίζει να τραγουδάει. Όταν είπε το «Δεν θέλω να ‘μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί» άρχισε να κλαίει. Έπαιξε μέχρι τις οχτώμισι το πρωί. Μετά μου είπε ότι ήταν η πιο αληθινή συναυλία που είχε κάνει στη ζωή του.

 

> Από την «Ελευθεροτυπία» ερχόντουσαν όλοι εδώ. Το πρώτο προσχέδιο του «ΓΕΩ» έγινε εδώ. Και όταν έκλεισε ήμουν ο πρώτος που το έμαθε. Tο μπαρ δεν πρέπει να είναι απρόσωπο. Όποιος περνάει, θα ξαναπεράσει. Πολλές φορές σκέφτομαι να τα παρατήσω, βλέποντας να έρχονται παιδιά 22 χρόνων - δηλαδή, τώρα, τι γυρεύεις στην Κίνα Τσάκι Τσαν; Αλλά, όταν μου ζητάνε παραγγελιά Μάρκο ή Καζαντζίδη, καταλαβαίνω ότι ξέρουν πού έχουν έρθει και τους λέω και μια ιστορία για κάθε τραγούδι. Τις προάλλες, τους έλεγα για την ιστορία της «Δραπετσώνας», πώς γράφτηκε. Έτσι, νιώθω ακόμα ότι έχω λόγο ύπαρξης.

 

> Κάποτε υπήρχε ένας ευγενέστατος κύριος -δεν ξέρω αν ζει κιόλας-, ο κυρ Αλέκος, ο οποίος, αφού γύρναγε όλα τα μπαρ της Αθήνας, ερχόταν εδώ κατά τις 3 και μου έλεγε «Γιώργο, θα μου βάλεις έναν Κορακάκη;». Ερχόταν κάθε μέρα γραβατωμένος, προσεγμένος, και ήταν απ’ τους παλιούς μάγκες της εποχής. Επειδή το δικό μου μαγαζί ήταν το τελευταίο που πήγαινε, άρχιζε να κερνάει, και μόλις άκουγε τον Κορακάκη, έγερνε και κοιμότανε, οπότε, κατά τις 7, τον χάιδευα στην πλάτη και του έλεγα «κυρ-Αλέκο, να φεύγουμε». Ξύπναγε και μου έλεγε «πω, τι χρωστάω;». «Tι να σε χρεώσω», του έλεγα, «ποτά ή ημιδιαμονή;».

 

> Έχουμε το συνήθειο να κάνουμε μαγαζιά, να λερώνουμε περιοχές, να φεύγουμε και να μένουν οι περιοχές έτσι. Πιστεύω ότι τα μαγαζιά μας πρέπει να τα έχουμε εκει που ζούμε. Να βγαίνεις το πρωί απ’ το σπίτι σου και να σου λέει ο γείτονας το παράπονό του.

 

> Η νύχτα είναι λίγο πιο αληθινή από τη μέρα. Το σκοτάδι σε κάνει να λες και αλήθειες. Είναι σαν θεατρική παράσταση αυτό που γίνεται κάθε βράδυ, με θεατή τον μπάρμαν. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτός ο πλανήτης δεν θα μας χώραγε, αν ζούσαμε όλοι την ημέρα. Κάποιοι πρέπει να ζούνε και τη νύχτα.