Το κίνημα των «Αγανακτισμένων» πέτυχε και κάτι που δεν περίμενε κανείς. Ξανάβγαλε τον κόσμο στις πλατείες, όχι για να πιει καφέ ή για να χαζέψει αλλά για να συζητήσει, να προβληματιστεί και να φωνάξει. Πολλοί έμειναν άφωνοι με το φαινόμενο της κατασκήνωσης ή με τις ομάδες εργασίας κάτω από τη Βουλή, άλλοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ξαφνικά η πλατεία γέμισε με πάγκους που πουλάνε τα πάντα - από σουβλάκια και λουκουμάδες μέχρι χαρτάκια για στριφτά τσιγάρα και κοσμήματα. Κάποιους τους ξένισε όλο αυτό, μίλησαν για «λαϊκό πανηγύρι» που μείωνε τον σκοπό της συνάντησης τόσο πολλών και διαφορετικών ανθρώπων. Ουσιαστικά, όμως, οι Αθηναίοι, κατά κάποιον τρόπο, πήραν την πλατεία τους πίσω. Το κέντρο δεν έχει σχεδόν κανέναν άλλο κοινόχρηστο χώρο.

Τα πάρκα είναι ελάχιστα, τα πεζοδρόμια σχεδόν ανύπαρκτα, οπότε, αναγκαστικά, οι πλατείες είναι το μόνο που μας απομένει. Οι πλατείες, εξάλλου, είναι από τα λίγα δημοκρατικά μέρη στην Αθήνα, όπου μπορείς να συναντήσεις από παππούδες μέχρι παιδάκια και, κυρίως, είναι κάτι που μπορείς να κάνεις δωρεάν. Το χαλαρό άραγμα σε παγκάκι πλατείας μέχρι τα ξημερώματα είναι μία από τις ωραιότερες καλοκαιρινές συνήθειες, πόσο μάλλον σε περίοδο οικονομικής κρίσης - βέβαια, σύντομα θα τσακωνόμαστε για το ποιος θα πρωτοκάτσει στα παγκάκια. Η ανάγκη για κάτι τέτοιο έχει γίνει πια επιτακτική, μια και τα τελευταία χρόνια οι πλατείες κοντεύουν να γίνουν εμπορικές επιχειρήσεις. Το σενάριο παραμένει ίδιο: συμπαθητικό καφέ ανοίγει σε επίσης χαριτωμένη αλλά λίγο ξεχασμένη πλατεία και βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση. Σύντομα, δίπλα του ανοίγουν άπειρα καφέ κι η πλατεία μετατρέπεται σε δάσος από τραπέζια. Τρανταχτό παράδειγμα η πλατεία Καρύτση: αυτήν τη στιγμή τέσσερα καφέ βγάζουν τραπεζάκια και καθίσματα πάνω στην πλατεία. Είναι σχεδόν αδύνατο να περπατήσει κανείς, παρά μόνο με ακροβατικές φιγούρες, ανάμεσα στα τραπέζια, ενώ τα μπαρ συναγωνίζονται ποιο θα παίξει πιο δυνατά τη μουσική του. Όταν για να κάτσεις σε κάθε πιθαμή και πεζούλι πρέπει να πληρώσεις χρήματα, η έννοια της πλατείας έχει πια χαθεί για τα καλά.

Η κατάληψη του δημόσιου χώρου είναι ενδεικτική της αντιμετώπισης που επιφυλάσσουμε εν γένει οι Αθηναίοι στις πλατείες μας - είναι η πιο σχιζοφρενική μας συμπεριφορά. Ενώ εκεί συχνάζουμε, τις καταδικάζουμε να έχουν την τύχη που έχουν όλοι οι δημόσιοι αθηναϊκοί χώροι: σκουπίδια, τσίχλες και μάλλον άκυρα συνθήματα που δεν λένε τίποτα σε κανέναν, παρά μόνο σε αυτόν που τα έγραψε. Κάποιες πλατείες, όπως η Μαβίλη, έχουν γράψει ιστορία με θρυλικές κινητοποιήσεις στα ’80s και κρατάνε τον χαρακτήρα τους χάρη στα σύμβολά τους - π.χ. η (μόνιμα κουτσουλημένη) προτομή του Λορέντζου Μαβίλη, το σιντριβάνι, τα καγκελάκια. Άλλες λειτουργούν με πιο παραδοσιακό τρόπο, όπως η πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι: γύρω από την πλατεία υπάρχουν από γκουρμέ εστιατόρια μέχρι σουβλατζίδικα, αλλά το κέντρο της είναι γεμάτο παιδιά που παίζουν και ηλικιωμένους, που κάνουν χάζι. Το ίδιο ισχύει και για την πλατεία Νέας Σμύρνης, που τα έχει σχεδόν όλα. Στον αντίποδα, βέβαια, υπάρχουν και «οι χαμένες πλατείες». Η καρδιά της πόλης χτυπά σε μια τέτοια. Κανείς δεν τολμά να διασχίσει την τσιμεντένια πλατεία Ομονοίας, ούτε φυσικά και την πλατεία Βάθη. Κάποιες, πάλι, έχουν ξανακερδηθεί, όπως η πλατεία Μοναστηρακίου μετά την ανάπλασή της. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σε εποχή οικονομικής κρίσης η ανάγκη για έναν κοινόχρηστο χώρο που να μας χωράει όλους και να είναι δωρεάν είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Στο χέρι μας είναι να διεκδικήσουμε και να φροντίσουμε τις πλατείες μας.