☛ «Κατάσταση, très apelpistique» λεγόταν το άρθρο του Δημήτρη Ρηγόπουλου, στο οποίο μιλούσε για την ατάραχη στάση τεσσάρων αστυνομικών μπροστά σε ένα εξωφρενικά παρκαρισμένο αυτοκίνητο στον πεζόδρομο στο Μοναστηράκι.
«Δυστυχώς, τέτοια περιστατικά είναι απλώς μέρος της καθημερινότητάς μας» έγραψε ο αναγνώστης με το ευφάνταστο ψευδώνυμο Μιλάς με γρίφους Γέροντα. «Είναι, πάντως, συνήθειες που εύκολα αλλάζουμε όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό και, πραγματικά, πολλές φορές απορώ γιατί είναι τόσο δύσκολο να τις αποβάλουμε από τις δικές μας πόλεις. Από την άλλη, ζω εδώ και κάποια χρόνια μακριά από την Αθήνα και παρόλο που το άρθρο έχει μια αρνητική νότα, εγώ ταξίδεψα ευχάριστα εκεί. Από την περιγραφή και μόνο βρέθηκα για λίγο εκεί».
«Η απάντηση είναι πολύ απλή. Ελληνικό Δημόσιο. Κανείς δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, από τα ψηλά μέχρι τα χαμηλά. Θέλουν μόνο τους μισθούς. Αν δεν αλλάξει αυτό, η Ελλάδα δεν θα αλλάξει ποτέ. Π.χ. οι λεωφόροι που ανήκουν στην περιφέρεια, Μεσογείων, Ποσειδώνος, Κηφισίας κ.λπ., είναι εδώ και μήνες σαν εγκαταλελειμμένες χωματερές. Οι μισθοί, βέβαια, πληρώνονται κανονικά» είπε ο tktk, για να λάβει την απάντηση του ioannQ: «Ιδιωτική εταιρεία έχει αναλάβει τον καθαρισμό των λεωφόρων. Η επιλογή γίνεται με διαγωνισμό και πιθανότατα προσπαθούν μ' αυτό τον τρόπο να ασκήσουν πίεση στην περιφέρεια». (Η απάντηση του tktk: «Τότε προφανώς η περιφέρεια δεν λειτουργεί καθόλου. Όποιος δεν κάνει τη δουλειά τουν φεύγει κι έρχεται άλλος. Όποια εταιρεία κι αν είναι».)
«Μα, πρώτα πρέπει να αλλάξουμε εμείς» τόνισε ο/η ΠΥΡΙΦΛΕΓΕΘΩΝ. «Πόσες φορές βρεθήκαμε στη θέση να μας κόψει κλήση ένας αστυνομικός κι εμείς να κάνουμε τσαμπουκά ή να προσπαθούμε να πούμε ένα σωρό δικαιολογίες, ενώ έχουμε νομικά άδικο; Πόσες φορές έχουμε δει κλήση στο αυτοκίνητό μας και πήγαμε στην Τροχαία να διαμαρτυρηθούμε για να μας τη σβήσουν; Αν δεν ξεκινήσουμε αφενός να παραδεχόμαστε τις παρανομίες μας και αφετέρου να εφαρμόζουμε από μόνοι μας τον ΚΟΚ, όπως και τους υπόλοιπους νόμους, πάντα θα μας φταίνε οι άλλοι, π.χ. ένας άλλος πολίτης που παρανομεί ή ένας αστυνομικός που αδιαφορεί ή μαλώνει μαζί σου για να σου κόψει κλήση. Αλλάζουμε τον κόσμο, αλλάζοντας πρώτα τους εαυτούς μας».


«Είμαι της άποψης ότι για όσα δεν μπορεί να μιλήσει κανείς, γι' αυτά καλύτερα να σωπαίνει. Αντί για Τσέχοφ, ας κάνει devised theatre...» έγραψε στην κριτική της η Ματίνα Καλτάκη, μιλώντας για την παράσταση Βυσσινόκηπος που σκηνοθέτησε ο Νίκος Καραθάνος στη Στέγη, τονίζοντας ότι η παράσταση διχάζει.
«Δεν νομίζω πως το "διχάζει" είναι ο ακριβέστερος χαρακτηρισμός» σχολίασε ο Έκτορ Μπελασκοαράν Σάιν. «Η πλάστιγγα γέρνει σαφέστατα προς τη μία κατεύθυνση... (όσον αφορά το κοινό πάντα)».
«Συμφωνώ κι εγώ», πρόσθεσε ο/η drink your coffee. «Σ' αυτή την εκδοχή του Βυσσινόκηπου ο Τσέχοφ είχε σταλεί, με το ζόρι, για περίπατο, ενώ οι ηθοποιοί, ως μπουλούκι παλαιότερων εποχών, έκαναν εκτονωτικές τρελίτσες και αστειάκια επί σκηνής. Μεταμοντέρνα βαρεμάρα των δημιουργών; Οk. Εμείς τι φταίμε;...».


Ο Αθηναίος της εβδομάδας μας ήταν ο Νέγρος του Μοριά, που αφηγήθηκε τη ζωή του στον M. Hulot. Μόνο κολακευτικά ήταν τα σχόλια όσων διάβασαν την αφήγηση. «Γεια σου, αγορίνα μου! Άνθρωπο με καλό χιούμορ να μην τον φοβάσαι». (xouftalo) // «Ωραίος τύπος!» (Aahaladita) // «Από τις καλύτερες, κατά τη γνώμη μου, επιλογές για τη συγκεκριμένη στήλη. Μπράβο!» (ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΚΡΗΣ) // «Τι κουλ τυπάκι! Χάρηκα που τη διάβασα αυτήν τη συνέντευξη. Δεν μου αρέσει ιδιαίτερα το τραγούδι που άκουσα (γιατί δεν μου αρέσει το είδος γενικά), αλλά πολύ χαίρομαι να βλέπω ακομπλεξάριστους νέους καλλιτέχνες στην Ελλάδα». (fp3690) // «Μακάρι να είχα ζήσει στην Αθήνα, να είχα έρθει σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες. Ως επαρχιώτης, πρέπει να βγαίνω στο εξωτερικό για να γεύομαι τη διαφορετικότητα και να απελπίζομαι από τη μηδενική απορρόφηση που έχει η ελληνική κοινωνία – πόσο πιο ωραία θα ήταν άμα τη δεχόταν». (alex balduin)


Σχολιάζοντας το εντιτόριαλ «Diary of a lost girl» του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, ο Νίκος Μ. έγραψε: «Υπάρχει μια άλλη αξιοπρόσεκτη περίπτωση, πέρα από αυτήν που περιγράφετε στο τελευταίο εντιτόριαλ. Και πόσες άλλες που δεν γνωρίζω! Πρόκειται για κείνη την όμορφη μελαχρινή πρασινομάτα, Χέντι Λαμάρ. Πρόσφατα, ξεφυλλίζοντας ένα περιοδικό, έπεσα σ' ένα άρθρο σχετικό, και μάλιστα πολύ καλά ενημερωμένο. Και έμαθα, πέρα απ' τα γνωστά της ιστορίας και της πορείας της –το πρώτο γυμνό στην ιστορία του (μυθοπλαστικού) κινηματογράφου κ.λπ., κ.λπ.–, πως με κάποιον περίεργο κι αξιοθαύμαστο τρόπο, και μάλιστα πολύ πιο άμεσα απ' ό,τι θα φανταζόταν κανείς, το Διαδίκτυο οφείλει πολλά στη Χέντι Λαμάρ».