Πάνω από την πλατεία Δικαστηρίων, στη Σαλονίκη, επάνω στα στενά, υπάρχει μια ταβέρνα που χαίρει εκτίμησης μεταξύ των κουλτουριάρηδων. Με πήγανε προχθές.

 

Εγώ, αυτή την υστερία να ανακαλύψεις το καλύτερο φαΐ στις τελευταίες τρύπες των πόλεων, δεν τη συμμερίζομαι. Πρώτον, διότι έχω συρθεί χιλιόμετρα για να βρεθώ μπροστά σε έναν απορημένο ταβερνιάρη που απλώς δεν είναι δηλητηριαστής. Δεύτερον, διότι γνωρίζω καλά ότι τα περισσότερα σχετικά hype είναι απλώς αυτό: hype. Για να γίνεται η δουλειά και να πουλάμε κάτι. Μούρη, συνηθέστερα.

 

Εν πάση περιπτώσει, πήγα. Το ταβερνάκι ήταν χωστό σε μια ανηφορική στροφή, οπότε το ύψος του ματιού μου ήταν στο επίπεδο του δρόμου. Επόπτευα τα πόδια των γάτων και τα λάστιχα των αυτοκινήτων. Αυτά από τη μία πλευρά της γωνίας. Από την άλλη, το θέαμα ήταν πολύ διαφορετικό.

 

Αρχικά (επειδή έχω πολύ επιλεκτική όραση: όταν καρφώνομαι σε κάτι, αγνοώ όλα τα γύρω) είδα απλώς ένα πράσινο σεντόνι. Ήταν ριγμένο πάνω στα κάγκελα ενός σιδερένιου πορτονιού – για να κρύβει τη θέα σε ένα μικρό μπαλκόνι, μόλις υπερυψωμένο. Παράξενο πολύ. Πού και πού, ένα νεανικό, γυναικείο χέρι με μαύρο μανίκι κι ένα χρυσό βραχιόλι πρόβαλλε με μια νευρική εκτόξευση και τίναζε τη στάχτη ενός τσιγάρου στον δρόμο.

 

«Γιατί κρύβεται;» σκεφτόμουν αφηρημένα, ενώ μίλαγα για δουλίτσες.

 

Και σιγά-σιγά, το διάφραγμά μου άνοιξε και είδα την εικόνα. Δίπλα στο σεντόνι υπήρχε ένα αγγελτήριο θανάτου. Κι έξω στον δρόμο, ακουμπισμένο στα κάγκελα, το καπάκι ενός φερέτρου. Ένας έφηβος βγήκε κι έκατσε στα σκαλιά. Αδύνατος, κλαμένος. Ήρθαν κάτι φίλοι του. Στάθηκαν στο κέντρο του δρόμου, του χάιδεψαν τον σβέρκο, τον φίλησαν επίσημα και μετά έκατσαν σοβαροί σ' ένα πηγαδάκι και μιλούσαν χαμηλόφωνα.

 

Μετά, βγήκε μια ηλικιωμένη γυναίκα στα μαύρα. Έκατσε σε μια γαλάζια καρέκλα κι ακουμπώντας στο μπαστούνι της κοίταζε μια το χώμα, μια τα παιδιά. Θρηνούσε ήσυχα κι έκρυβε το πρόσωπό της με τα χέρια. Το κορίτσι που κάπνιζε έβγαινε στη σκάλα, της χτύπαγε απαλά την πλάτη και της έδινε χαρτομάντηλα. Κάποια στιγμή της χάιδεψε τα μαλλιά. Όταν πέρναγε καμιά γάτα, η γριά επανερχόταν καλπάζοντας στον πιο ζωηρό πραγματισμό, χτυπώντας τη με το μπαστούνι και φωνάζοντάς της να φύγει. Φαντάζομαι γιατί οι γάτες κάτι κακό συμβολίζουν.

 

Πέρναγαν γυναίκες με ψώνια από το σούπερ μάρκετ, μάγκες με φόρμες, δυσκίνητοι γέροι, έφηβοι που ανέβαζαν στροφές για το Σαββατόβραδο... – όλοι στέκονταν κι έμπαιναν με ειλικρινή συντριβή στον αργό βηματισμό του θανάτου. Στην άλλη μεριά της σκάλας του σπιτιού υπήρχε ένα χαμηλό μανουάλι κι ένα ανοιχτό κουτί με κεριά. Έπαιρνε καθένας ένα κερί και το άναβε στη μνήμη του νεκρού.

 

Όταν μια γυναίκα παραμέρισε το σεντόνι, είδα μέσα στο φτωχό σπίτι. Ο πολυέλαιος αναμμένος, γύρω-γύρω σε καρέκλες αμίλητοι οι άνθρωποι και στο κέντρο, μέσα στα λουλούδια, ο νεκρός.

 

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια σειρά πραγμάτων: 1. Εδώ, παίρνουν ακόμα τους νεκρούς στο σπίτι. 2. Κλαίνε στον δρόμο. 3. Οι ηλικίες είναι συμφιλιωμένες. 4. Η γειτονιά υφίσταται.

 

Και μόνο γι' αυτά η Θεσσαλονίκη θα είναι πάντα η πόλη όπου θα έρχομαι να επουλώσω τα βασανάκια μου. Όπως έγινε το καλοκαίρι, όπως ξανάγινε τώρα.

 

Ζωή να 'χουμε!


 

www.facebook.com/stathis.tsagar