Αγαθόν το εξομολογείσθαι;

 

Έτσι λένε οι πατέρες (της Εκκλησίας). Την ώρα της φοβερής ομολογίας η συντετριμμένη καρδιά πέφτει στο κενό, ώστε να μπορέσει να την πάρει στην αγκαλιά του ο θεός.


Κι εμείς που δεν πιστεύουμε;


Ε, κάπου πιστεύουμε κι εμείς. Στην καλοσύνη των ξένων. Στον δισταγμό που νιώθουν τα θηρία μπροστά στη φωτιά. Στο δέος που προκαλεί κάθε (μα κάθε) αλήθεια.


Στην απομακρυσμένη δεκαετία του '80, πολύ πριν από τα μπλογκ, πολύ πριν από το ίντερνετ, τότε που δεν ξέραμε ότι υπάρχουν Νορβηγοί συγγένεστεροι μ' εμάς από τον συγχωριανό μας και τρέμαμε να παραδεχτούμε ότι τα μονοκοτυλήδονα έχουν μια στυφή χάρη, για να μη σκάσω, άρχισα να γράφω στην «Ελευθεροτυπία» ό,τι πιο μύχιο φοβόμουνα. Και φοβόμουνα πολλά και πολύ (ακόμα φοβάμαι).


Κάθε Κυριακή γονάτιζα μπροστά στους μουστακαλήδες του ΠΑΣΟΚ (αυτή αρχικά ήταν η εικόνα) και μιλούσα αλλοπρόσαλλα. Για το bullying της παιδικής μου ηλικίας. Tην αγοραφοβία μου. Την κατάθλιψή μου. Την απόπειρα αυτοκτονίας του πατέρα μου. Τις εύθραυστες εικόνες που έβλεπα στα κύματα. Το τριπάρισμα του μαύρου μου μυαλού με δίσκους και ταξίδια. Τα κόμπλεξ μου.


Στην αρχή, περίμενα ότι θα με κράξουν. Ότι οι μουστακαλήδες θα έβγαιναν από το περιβόλι του Ουρανού και θα μου έριχναν τις διορθωτικές φάπες, να με τροποποιήσουν, διορθώσουν και επαναφέρουν στον εθνικό, χαμηλότατο παρονομαστή.


Αλλά δεν συνέβη. Είτε επειδή δεν διεκδικούσα όσα διεκδικούν (θέσεις, payroll, λεφτά, κοσμικότητες), είτε επειδή υπήρχε τότε σπάνις στα χλωμά κυκλάμινα.


Συνέβη όμως κάτι σχεδόν μαγικό. Βγήκαν από τις κρύπτες τους όσοι μου μοιάζουν. Εννοώ όσοι τραβάνε κι αυτοί ζόρια. Και ήταν πολλοί. Αμέτρητοι. Ίσως περισσότεροι από τους άλλους. Συναντηθήκαμε και με τους Στέρεο Νόβα. Και το γλυκό έδεσε. Ναι, ήταν αγαθόν το εξομολογείσθαι. Και περιέργως, καμιά κτηνάρα δεν είχε τολμήσει να μαγαρίσει τα πολύ προσωπικά θέματά μου. Να κάνει πλάκα π.χ. με τη νεκρή μου φίλη ή τον πατέρα μου και ούτω καθεξής.


Μέχρι που ήρθαν τα τρολ του ίντερνετ. Εκεί, κάθε ταμπού έπεσε, κάθε μυστικό βεβηλώθηκε, κάθε ομολογία χρησιμοποιήθηκε σαν πριόνι σχιζοφρενούς. Κρυμμένα στο πιο βαθύ σκοτάδι, και μην ξέροντας αν αυτό που γράφουν διαβάζεται σε αυτό τον κόσμο ή σε ένα τεχνικολόρ παράλληλο σύμπαν, τεταραγμένα και νωθρά, τα τρολ δεν άφησαν λίθον επί λίθου στην εκκλησία ην οικοδομήσαμε. Και δεν βαριέσαι. Είμαι υπέρ των μεγάλων καταστροφών (τις μικρές βαριέμαι), γιατί πιστεύω ότι εξαναγκάζουν την άνοιξη να έρθει γρηγορότερα. Αλλά μου στέρησαν κάτι που είναι το τικ της ύπαρξής μου: την εξομολόγηση. Έπαψα να μιλώ για όσα πραγματικά θέλω, γιατί ξέρω ότι μόλις ανέβουν στο ίντερνετ, κάποιο θρασίμι, κάποιο επώνυμο ή ανώνυμο τρολ (μερικοί κάνουν καριέρα έτσι), θα στρεψοδικήσει, θα τα συστρέψει στο σιχαμένο του κουμάντο και τελικά θα τα κάνει να διαβάζονται ανάποδα – 666. Και είμαι πια μεγάλος άνθρωπος – δεν θέλω να γεράσω αποδεικνύοντας ότι δεν είμαι σατανική ορτανσία. Στόχος μου είναι η γαλήνη της ψυχής μου – ξουτ βρομότρολα!


Ίσως έτσι μου ήρθε η ιδέα να έχουμε μια στήλη με ανώνυμες Εξομολογήσεις στο σάιτ (στα κενά είναι που κυλάει το νερό). Για να 'χουν οι άλλοι αυτό που κόπηκε από εμέ. Και φαίνεται ότι ήταν μια καλή ιδέα, γιατί η στήλη είναι απίστευτα δημοφιλής. Πολλές φορές σοκάρει με την ωμότητα και την ειλικρίνειά της – όχι στα ερωτικά θέματα που δημοσιεύουμε σήμερα, τα μάλλον χαριτωμένα, αλλά σε θέματα επιβίωσης, μοναχικότητας και αρρώστιας.


Κι εμείς, θα γράψουμε ποτέ ξανά από καρδιάς;


Ε, δεν έχασε κι η Βενετιά βελόνι, αν δεν εξομολογηθούμε εμείς. Τώρα κοιτάμε αν ζούμε ή πεθαίνουμε. Είναι εποχή για θούρια και ψεύδη στις πολεμίστρες. Σήμερα είναι καιρός για να διαχειριστείς τους φόβους και τις ελπίδες των ανθρώπων. Να εκμεταλλευτείς το δέος των πεινασμένων. Σήμερα πρέπει να μιλάς σαν φλογερός νεομαρξιστής παπάς, σαν Παπαφλέσσας, να συμπεριφέρεσαι σαν να γεννήθηκες χθες, σαν να μη σε είδε κανείς να παιζογελάς στο darkroom της εξουσίας. Σαν να μην έχει μνήμη κανείς σε αυτή την πόλη.


Εγώ, όμως, θυμάμαι. Κι αυτό δεν είναι πάντα ευχάριστο.


Σωπαίνω, λοιπόν, κοιτάω τη δουλειά μου, κοιτάω τον καιρό.


Θα βρέξει;... δεν θα βρέξει;...