Ο Πάνος Κουτρουμπούσης θυμίζει κάτι μεταξύ ροκ σταρ και καρτούν. Στα 75 του έχει παροιμιώδη διαύγεια κι ενέργεια, μιλάει γρήγορα και κοφτά σαν τους διαλόγους των κόμιξ ή σαν τα κείμενα που γράφει με τίτλους όπως Εn αγκαλιά de Kρισγιαούρτι y otros ταχυδράματαy historias περίεργες ή Στον θάλαμο του Μυθογράφφ (οι τίτλοι από τα δυο πρώτα του βιβλία που κυκλοφόρησαν με 14 χρόνια διαφορά, το 1978 και το 1992).

 

Υπαρξιστής και «καλλιτεχνικός διευθυντής» στην Παράγκα του Σίμου, μεταφραστής, βοηθός σκηνοθέτη στο σινεμά, εικαστικός, αέναος αναζητητής της περιπέτειας και του underground, σαν ήρωας από τις ταινίες νουάρ που τόσο έχει λατρέψει.

 

Γεννήθηκε στη Λιβαδειά και όταν ήταν 6 μηνών μετακόμισε η οικογένεια, λόγω εργασίας του πάτερα, στη Θεσσαλονίκη, και ύστερα λόγω βομβαρδισμών στην Αθήνα, αρχές Κατοχής, σε ένα σπίτι στην Κολιάτσου που είχαν κάποιοι πιο ευκατάστατοι Ελληνοαμερικάνοι συγγενείς της οικογένειας. «Τότε, γύρω από το σπίτι ήταν οικόπεδα και μποστάνια. Μπροστά η Πατησίων, πίσω χωράφια. Βγαίναμε με τον ξάδερφό μου στα Δεκεμβριανά και μαζεύαμε τους κάλυκες από τα Spitfire. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, τους είδαμε να κάνουν παρέλαση από το μπαλκόνι του σπιτιού.

 

Μετά, μια μέρα, μας είχε πάει η ξαδέλφη μου βόλτα στο Πεδίον του Άρεως -ήμουνα 5 χρόνων- κι έπεσε πάνω μου ένας με ποδήλατο, μ’ έριξε και χτύπησα το κεφάλι στο τσιμέντο. Η ξαδέλφη, μικρή κοπέλα κι αυτή, μας γύρισε με τα πόδια μέχρι το σπίτι στην Κολιάτσου, μ’ έμενα να έχω πάθει διάσειση, αλλά μετά από δυο μέρες σχεδόν ύπνου μου πέρασε. Ίσως από τότε πρέπει να ζαβλακώθηκα και να δεν έγινα κι εγώ δικηγόρος, γιατρός ή κάτι τέτοιο. Μικρός ήθελα να γίνω ψυχίατρος. Γούσταρα».

 

Από μικρός ήταν χωμένος στα κόμιξ. Χάζευε τις εικόνες των γερμανικών κόμιξ που κυκλοφορούσαν τότε στην Αθήνα. «Δεν καταλάβαινα τίποτε, αλλά ήταν πολύ ωραία, μεσαιωνικά, με ιππότες και τέτοια. Και είχαν έναν πράσινο, σαν χόρτο, ουρανό, που μου έχει μείνει ως το τέλειο πράσινο.

 

Όταν βλέπω ένα τέτοιο πράσινο λέω πάντα, “ωχ, αυτό το πράσινο από τα κόμιξ”. Μετά, όταν έγινε η κηδεία του Γεωργίου του Β’, πήγαμε να δούμε την πομπή από το μπαλκόνι στην Πατησίων 9. Εκεί ο Μαζαράκης, που έκανε διανομή ξένου Τύπου, είχε ένα δωμάτιο με στοκαρισμένα κόμιξ. Ε, εγώ είδα πέντε λεπτά την κηδεία και μπήκα κι άρχισα να ξεφυλλίζω. Μιλάμε για το 1948, το golden age των κόμιξ. Από τότε άρχισα να μαζεύω κόμιξ».

 

Όταν τελείωσε το σχολείο, έφυγε για τη Ρώμη, για να σπουδάσει σκηνοθεσία στο Centro Sperimentale di Cinematografia, την εθνική σχολή κινηματογραφίας της Ιταλίας.

 

Οι εγκαταστάσεις ήταν έξω από τη Ρώμη, απέναντι από την Τσινετσιτά («είχε τραμ που σε πήγαινε εκεί»), ο Φελίνι τους έκανε ένα σεμινάριο, ο Αλεσάντρο Μπλασέτι μαθήματα, ο Κουτρουμπούσης όμως βαρέθηκε γρήγορα τη ζαχαρώδη dolce vita της Ρώμης και όταν τελείωσε τις σπουδές του, έφυγε την ίδια μέρα για Αθήνα, για να ξαναπιάσει το νήμα τη περιπέτειας από εκεί που το είχε αφήσει.

 

«Στην αρχή δούλεψα ως βοηθός σκηνοθέτη σε διάφορες ταινίες, στην Κρουαζιέρα στη Ρόδοτου Δαλιανίδη, με τον αιώνιο Κωνσταντάρα, ο οποίος σε όλες τις ταινίες είναι με το ένα χέρι έτσι (κρατώντας την κοιλιά του στο πλάι), και μετά σε μια αμερικάνικη της Fox, το The 300 Spartans, που ήταν με τον Λεωνίδα και τις Θερμοπύλες, αλλά όχι με αυτά τα ψεύτικα μούσκουλα που είδαμε τελευταία στο σινεμά».

 

Τότε, το 1962, έκανε κι ένα δικό του ντοκιμαντέρ για τα μπουζουξίδικα του Περάματος. «Κάποια από αυτά είχαν μόνο τζουκμπόξ και θαμώνες ναύτες και κωλομπαράδες και άλλα ήταν οικογενειακά και είχαν ορχήστρες ζωντανές. Υπήρχε κι ένα άλλο εκεί, στον Πειραιά, στα Καρβουνιάρικα, που ήταν γεμάτο τρικ μάι φορ αδερφές - κατάσταση τελείως απόκοσμη, αλλά εκεί δεν μας άφησαν να τραβήξουμε φιλμ. Τέλος πάντων, είχα κι έναν άχρηστο οπερατέρ που έβαζε τρίποδο και τέτοια και το αποτέλεσμα είχε προβλήματα. Έκανα κι ένα μοντάζ με πολύ γοργά cuts κι έμεινε ατελές... και χωρίς μουσική!».

 

Η Παράγκα του Σίμου, Σαρρή 29 στου Ψυρρή, ήταν ένα ξύλινο διώροφο με μια ταμπέλα απέξω που έγραφε «Σίμος». Τον χειμώνα καλύμματα αυτοκινήτων, το καλοκαίρι «σκηναί διά την εξοχήν». Στέκι των Ελλήνων υπαρξιστών, ένα θρυλικό μέρος που τη δεκαετία του ’50 στην Αθήνα μοιάζει με όαση ελευθεριότητας και κέντρο σουρεαλιστικών συζητήσεων, πολιτιστικών ζυμώσεων και διασκέδασης, μακριά από τα κατεστημένα ήθη - ένα μίνι Γούντστοκ στο κέντρο της Αθήνας, πολύ πριν γίνει το αληθινό Γούντστοκ στην Αμερική.

 

«Η είσοδος ήταν πάντα ανοιχτή και μαζευόμασταν από το πρωί μέχρι το βράδυ διάφοροι γνωστοί, παλιοί και νέοι, και συζητάγαμε, φλερτάραμε με τα κορίτσια, απήγγελλε και ο Σίμος κάνα ποίημα του Λάσκου, που το ξέραμε κι εμείς. Έλεγε, ας πούμε, “Μοναδικό σκοπό του είχε ορίσει να πάει στο Παρίσι”. Και όταν έλεγε “να πάει στο Παρίσι”, λέγαμε κι εμείς, εν χωρώ, “να πάει στο Παρίσι”».

 

Το 1961 σκάει στην Αθήνα και το κίνημα των μπίτνικ. Πολλοί από αυτούς έχουν φύγει από την Αμερική κι έχουν βουλιάξει στους τεκέδες της Ταγγέρης, στον παραζαλισμένο εξωτισμό που έχει το Μαρόκο - άλλοι στις Ινδίες. Η Αθήνα θα είναι μια ενδιάμεση στάση γι’ αυτούς, που ανακαλύπτουν στην αθηναϊκή μεταπολεμική αθωότητα κάτι ενδιαφέρον.

 

Κάποιοι θα βρουν σπίτια στ’ Αναφιώτικα, κάτω από την Ακρόπολη (όπως ο Γκρέγκορι Kόρσο και ο Σινκλέρ Mπέιλις). Αρχίζουν και συχνάζουν στο καφενείο του Παπασπύρου στο Σύνταγμα (εκεί που είναι σήμερα τα McDonald’s) και τη νύχτα στο Βυζάντιο, στο Κολωνάκι. Συνδετικός κρίκος ο ποιητής Σπύρος Mεϊμάρης, ο οποίος είχε κάνει στο Σαν Φρανσίσκο και γνωρίζει πολλούς μπιτ, ανάμεσά τους και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, που τον συστήνει στην υπόλοιπη ελληνική παρέα.

 

«Τον είχαν γνωρίσει κι εγώ, αλλά δεν κάναμε παρέα. Μια φορά, όμως, τον πήγα πάνω ψηλά στη Σίνα, απέναντι από εκεί που είναι τώρα το Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου η παρέα είχαμε νοικιάσει μια ταράτσα με πυργίσκο και πολεμίστρες και μια Αγγλίδα φίλη μου μας έβγαλε μαζί μια φωτογραφία».

 

Το 1968 θα μετακομίσει μόνιμα στο Λονδίνο («Swingin’ London και τέτοια, ξέρεις τώρα») και θα παντρευτεί την Κέιτ. Θα κάνει πολλά εξώφυλλα για βιβλία τσέπης και μερικές συνεργασίες με περιοδικά («Οz», «International Times» και διάφορα κόμιξ και φανζίν) και αργότερα θα πιάσει δουλειά στο ελληνικό τμήμα του BBC, κάνοντας μεταφράσεις, παραγωγές και συνεντεύξεις, ταυτόχρονα με τα πρώτα ταξίδια στη Νέα Υόρκη και στο Μεξικό, σ’ ένα τρελό road trip με τη γυναίκα του κι ένα φολκσβάγκεν από το Μέξικο Σίτι μέχρι το Ακαπούλκο και πίσω στο Μέξικο Σίτι.

 

«Το 1998 γυρίσαμε στην Ελλάδα, γιατί το Λονδίνο είχε καταντήσει αηδία. Πουλήσαμε το σπίτι και ήρθαμε στην Αθήνα».

 

Ο Πάνος Κουτρουμπούσης έχει «ιδρύσει» και την ΚΔΩΑ, την ομάδα Κτηνώδης Δύναμη Ωγκώδης Άγνοια. «Το όμικρον το γράφουμε με ωμέγα λόγω άγνοιας, γιατί δεν ξέρουμε να γράφουμε. Είναι ομάδα, σαν virtual κόμμα ας πούμε, με ιδρυτή εμένα και σύμβολα τον Σωκράτη που είπε “ένα ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα” και τον Ηρακλή ως κτηνώδη δύναμη. Είναι άγνωστο πόσα αόρατα μέλη υπάρχουν γενικά, αλλά πολλοί, ακόμα και δημοσιογράφοι, χρησιμοποιούν την ΚΔΩΑ στα κείμενά τους».

 

-Αγαπητέ Πάνο, τι μουσική ακούς;

-Απ’ όλα. Έχω δίσκο με γιαπωνέζικα, έχω ρεμπέτικα, έχω Φρανκ Σινάτρα, γαλλικά, δημοτικά, μπλουζ, ροκ, απ’ όλα. Μόνο τη ραπ δεν αντέχω. Δεν είναι μουσική αυτή. Είναι σαν μουντζούρες στους τοίχους. Σαν να πασαλείβουν περιττώματα στους τοίχους, όπως οι τρελοί στα τρελοκομεία».