ΠΕΜΠΤΗ 29/3

Άλλη μια καλή ιδέα. Νομίζω πως τον έχω αναφέρει ξανά σε αυτήν στη στήλη. Ο David Lebovitz είναι ένας δημοσιογράφος που ασχολείται με τη γαστρονομία. Γράφει και δικά του βιβλία μαγειρικής. Το βιβλίο του με τις συνταγές για γλυκά ήταν εξαιρετικό και τώρα μόλις παρέλαβα αυτό που έγραψε με συνταγές παγωτών. Ονομάζεται The perfect scoop και είναι πολύ καλό, ειδικά για όσους τώρα ξεκινάνε να φτιάχνουν σπιτικά παγωτά. Το εισαγωγικό του κείμενο για τα βασικά του παγωτού θα βοηθήσει ακόμα και τον μεγαλύτερο αρχάριο. Ο λόγος, όμως, που επανέρχομαι στον Lebovitz δεν είναι αυτά τα βιβλία που γράφει αλλά η ενασχόλησή του με το Παρίσι. Ο David, λοιπόν, κάποια στιγμή μετακομίζει στο Παρίσι για λόγους που μου διαφεύγουν. Εκεί ξεκινά να καταγράφει τις εμπειρίες του από αυτή την πανέμορφή, αλλά παράξενη, απαιτητική κι εκκεντρική πόλη σ’ ένα μπλογκ. Φαντάζομαι πως για έναν Αμερικανό οι συνήθειες των Παριζιάνων πρέπει να έμοιαζαν, και μοιάζουν ακόμα, για τους πρωτάρηδες, εξωγήινες. Το ημερολόγιό του, πλήρες, με εμπειρίες αλλά και γνώση, διευθύνσεις, λύσεις και συμβουλές για τους επισκέπτες, έγινε τεράστια επιτυχία. Αυτό οδήγησε στο βιβλίο The sweet life in Paris, που είναι στην ουσία μια ανθολόγηση όσων έγραψε στο μπλογκ του. Μέσα από το χαλαρό του γράψιμο σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας πόλης που δύσκολα σε αφήνει να εισχωρήσεις στον πυρήνα της. Και είναι σπουδαίος αυτός ο τύπος, διότι, ενώ περιγράφει τις δεκάδες παραξενιές των Παριζιάνων, τα στρεβλωμένα συστήματα της πόλης, τον σνομπισμό κ.λπ., δεν αφήνει το αρνητικό στοιχείο να καταβάλει τα κείμενά του. Στο τέλος υπονοεί πως, παρ’ όλα αυτά, το Παρίσι είναι μια σπουδαία πόλη, ίσως η ομορφότερη στην Ευρώπη, και σίγουρα αυτή με το κορυφαίο φαγητό. Δεν είναι κακό να κοπιάσεις λίγο για ν’ ανακαλύψεις κάτι. Εννοείται πως οι χιλιάδες φανατικοί ακόλουθοι του εν λόγω συγγραφέα (κυρίως Αμερικανοί) τηρούν πιστά τις συμβουλές του όταν επισκέπτονται την πόλη, και αυτό αγαπητοί μου σημαίνει χρήματα και κέρδη για τους Παριζιάνους. Αν υπολογίσεις πως ο μέσος οδηγός δεν σε βγάζει από το κέντρο του Παρισιού και δεν σε στέλνει να φας κάπου πέρα από την Αντζελίνα, τότε οι συμβουλές του David για κάτι κάποια μπιστρό είναι κάτι παραπάνω από αυτό που λέμε «ταξιδιωτικός οδηγός». Και, βεβαίως, η ύπαρξη του μπλογκ βοηθά, αφού έχει τη δυνατότητα να το ανανεώνει όποτε θέλει. Αναφέρω το παράδειγμά του για να εξηγήσω πόσο πολύ χρειάζεται και για την Αθήνα ένα αντίστοιχο εγχείρημα. Αν υπάρχει εκεί έξω η άποψη πως το Παρίσι είναι μια δύσκολη πόλη, σκεφτείτε τη γνώμη των ξένων για την Αθήνα. Πόσο τέλειο θα ήταν, αν έστω και λίγο πιο προμελετημένα υπήρχε και στην Ελλάδα ένας ημιδιάσημος ξένος τύπος σαν κι αυτόν που αναφέρω, που θα έμενε εδώ και θα ξεκινούσε ένα μπλογκ για την Αθήνα και τους κατοίκους της. Κάτι που να μας αποκωδικοποιεί στους ξένους και να τους στέλνει να φάνε κάπου μακριά από την Πλάκα. Γράφοντας αυτά, αναρωτιέμαι αν υπάρχει έστω κι ένας αθηναϊκός οδηγός που να προτρέπει τους επισκέπτες να πάνε στο Ίδρυμα Τσαρούχη να δουν τα έργα του σημαντικότερου Έλληνα ζωγράφου και μετά στον Βάρσο για καφέ, ας πούμε. Θα μου πεις, εδώ δεν θα μπορούν να επισκέπτονται το Αρχαιολογικό Μουσείο σε λίγο καιρό, στον Βάρσο θα πηγαίνουν; Αυτό το κείμενο δεν ήταν γκρίνια, ήταν σκέψεις για κάτι που μπορεί να γίνει καλό και να βοηθήσει. Το λέω για να μη με αποκαλέσετε γκρινιάρη.

 

ΔΕΥΤΕΡΑ 2/4

Στο νησί το Σαββατοκύριακο, επίσκεψη εξπρές. Περίμενα ελαφρύ καλοκαιράκι, έκανε κρύο. Περισσότερο από δω. Πολλά σύννεφα, αέρας, έξω δεν μπορούσες να κάτσεις. Το πρώτο βράδυ στην ταβέρνα ο Λοκατζής τρώμε επικά σουβλάκια, κοιτώντας από το παράθυρο την έρημη πλατεία και τις ταμπέλες των καμπαρέ και των στριπτιτζάδικων. Με εντυπωσιάζει πως, ενώ είναι «κακόφημη» περιοχή, δεν νιώθεις ανασφαλής. Δεν υπάρχει η απειλή που ζούμε εδώ. Εκεί, ο καθένας τη δουλειά του. Το επόμενο πρωί κατεβαίνω βόλτα στη θάλασσα. Είναι μαύρη και φουρτουνιασμένη, η παραλία άδεια, ούτε ένας χειμερινός κολυμβητής. Τίποτα δεν σε γιατρεύει περισσότερο από τη θάλασσα. Αν αντέχεις να την κοιτάς, όλα σβήνονται μέσα σου. Περπατάω στους δρόμους, μπαίνω σε μαγαζάκια, παλιά ζαχαροπλαστεία, δοκιμάζω, ψωνίζω - η απουσία του θορύβου της μεγάλης πόλης μου προκαλεί αμηχανία στην αρχή, γλύκα μετά. Στο κυριακάτικο τραπέζι -είναι 1η Απριλίου- κάνω κάτι που δεν το κάνω σχεδόν ποτέ. Ρωτάω τον πατέρα αν θυμάται κάτι από εκείνη την περίοδο. Ήταν 9 χρόνων και θυμάται τα πάντα, μου λέει. Ήτανε στο χωριό, όπου όλοι συμμετείχαν σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε «Αγώνα». Τα μικρά παιδιά μετέφεραν επιστολές και γραπτά από το ένα χωριό στο άλλο με τα πόδια. Ο δάσκαλος τους συντόνιζε. Πέρναγαν ανυποψίαστα, ξυπόλυτα μπροστά από τους κοκκινομπερέδες. Οι γυναίκες μετέφεραν όπλα και τρόφιμα. Τα κρησφύγετα ήταν άπειρα. Διάσπαρτα στα βουνά, τα ήξεραν όλα απ’ έξω. Τα σπίτια φιλοξενούσαν αγωνιστές μέσα στα κελάρια. Ακούγεται σαν ταινία του Φώσκολου, όμως ο πατέρας μου ούτε που ξέρει ποιος είναι ο Φώσκολος. Λέει αλήθεια και χωρίς πολύ αλατοπίπερο. Και δίχως να ρωτήσω παραπάνω, αρχίζει να μου λέει για το πώς οι Άγγλοι έστηναν όλο το χωριό σε παράταξη κι έφερναν έναν προδότη καλυμμένο με κουκούλα, ο οποίος έδειχνε με το δάχτυλο ποιοι ήταν μπλεγμένοι στον Αγώνα. Μου είπε, βέβαια, τι έγινε με έναν τέτοιο προδότη, που τον τσάκωσαν οι χωρικοί. Τον έκλεισαν στον καφενέ, ήρθαν οι εκτελεστές από το βουνό και τον σκότωσαν. «Πατέρα, ήσουν εκεί όταν τον σκότωσαν». «Όχι, αλλά το επόμενο πρωί, που πήγαινα σχολείο, είδα το ίχνος από το αίμα που έβγαινε από τον καφενέ και οδηγούσε έξω, σε μια γωνιά του δρόμου. Εκεί ήταν ο προδότης νεκρός, για να τον δουν οι Άγγλοι». Κοίτα να δεις που μικρός δεν μου έλεγαν ή δεν ζήταγα ιστορίες και τώρα που τις ακούω καταλαβαίνω τι χάνει κανείς, αν δεν ρωτάει. Μνήμη. Δεν είναι μόνο παρελθόν, είναι και τα χαμένα κομμάτια από το παζλ των ανθρώπων που ξέρεις κι αγαπάς. Φεύγοντας, στην τσάντα είχα τρεις ρίζες από ένα παράξενο φυτό που έκοψα από μια θεία και τη γεύση της θάλασσας, που κόντευα να ξεχάσω. Την επόμενη εβδομάδα θα γράψω για πολλά φαγητά. Σας φιλώ.