Περπατούσα στη Φωκίωνος Νέγρη τις προάλλες, καθώς ανηφόριζα για να επισκεφτώ έναν φίλο. Υπήρχε μια περίεργη ησυχία στον δρόμο - κυριακάτικο πρωϊνό ήταν,αναμενόμενο θα μου πεις. Μπροστά μου, μια γριούλα σκυφτή προσπαθούσε με αργό ρυθμό ν’ ανέβει την ανηφόρα. Φορούσε μαύρα ρούχα, όπως οι περισσότερες απο μια ηλικία και μετά. Με ρώτησε τι ώρα ήταν και της απάντησα. Κουβαλούσε ένα καρότσι σαν αυτά τα μεταλλικά με τα οποία πηγαίνουν στη λαϊκή, αλλά με ύφασμα γύρω-γύρω του και κλειστό από πάνω. Με παρακάλεσε, αν μπορούσα, να τη βοηθήσω να το μεταφέρει μέχρι το σπίτι της εκεί κοντά, γιατί ερχόταν από την Αχαρνών και είχε κουραστεί από την ανηφόρα και το βάρος του καροτσιού. Της απάντησα θετικά, μια κι είχα φύγει λίγο πιο νωρίς απ’ το σπίτι και είχα λίγο χρόνο. Καθώς περπατάγαμε, την παρατηρούσα καθώς μου μίλαγε.

Οι άνθρωποι σε αυτές τις ηλικίες (80φεύγα) έχουν σταματήσει πια να υποδύονται κοινωνικούς ρόλους, προκειμένου να επιβιώσουν. Οι καθημερινοί καταναγκασμοί του παρελθόντος έχουν αντικατασταθεί από μια σιγή, από ένα χαμήλωμα ρυθμών και από μια σχεδόν πλήξη που είναι απελευθερωτική. Ζούν την κάθε μέρα σαν τη μέρα της (δικιάς τους) Μαρμότας, αφήνοντας ν’ αναδυθούν επιθυμίες και ανάγκες που πριν τις είχαν επιτακτικά τιθασεύσει. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις, βέβαια, που τα κύματα θυμού και ματαίωσης θεριεύουν σε τέτοιο βαθμό, που η έντασή τους τούς μετατρέπει σε μαυροφορεμένα ασπρομάλλικα καρτούν που τρέμουν τον ίσκιο τους και λατρεύουν την τηλεόραση σαν προέκταση του λοβοτομημένου τους μυαλού.

Η δικιά μου γριά είχε βλέμμα σπινθηροβόλο και μια μεγαλοφροσύνη και μεγαθυμία στην εκφορά του λόγου που είχα  καιρό να συναντήσω. Μου θύμισε τις σοφές γριές των χωριών, που το διφορούμενο της επαρχιακής ραστώνης και η αμφισημία των λεγομένων τους συναγωνίζονται επάξια την αστική φρενίτιδα των συναδέλφων τους στην πόλη. Μίλαγε ασταμάτητα (και τρυφερά) για τις φίλες της που είχαν πεθάνει και την είχαν αφήσει μόνη, για τα παιδιά της που ζούνε στο εξωτερικό και που έρχονται μια φορά τον χρόνο για να τη δούν, για τον μαρασμό του σώματος που την κάνει λίγο-λίγο να χάνει την επαφή της με τον έξω κόσμο, για τα φαντάσματα των αναμνήσεών της.

Απεναντί μου δεν βρισκόταν μονάχα μια κουρασμένη «γιαγιούλα». Βρισκόταν ένα ιδιόρρυθμο υβρίδιο γνώσης, βιωμένης εμπειρίας και ονειροπόλησης που κάθε του πόρος φώναζε πως, παρόλο που είχε κουραστεί από την περίπλοκη παθολογία της καθημερινότητας και τις ψυχαναγκαστικές λειτουργίες της, επιθυμούσε να συνεχίσει να συντονίζεται με μια ζωή που καμιά φορά (αν όχι τις περισσότερες) της φερόταν με σκληρότητα. «Η ζωή», μου ψιθύρισε καθώς αποχαιρετιόμασταν μπροστά στην πολυκατοικία της, «μας επιτρέπει να κερδίσουμε τις μάχες που αυτή θέλει. Κι ο,τι χάθηκε θα ξαναγεννηθεί».