Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάνω αυτήν τη σκέψη εδώ και καιρό. Από τότε σχεδόν που αυτή η αίσθηση του ταξιδιού στο πουθενά, όπου βυθίζεται εδώ και καιρό η πόλη, έχει γίνει όχι παροδική ανορθογραφία αλλά μόνιμη παρέκκλιση. Μέσα στην πόλη οι πόλεις διαδέχονται η μία την άλλη, τα άρρωστα σώματα και τα ανήσυχα βλέμματα τις διασχίζουν, τα μεταφορικά μέσα τις διατρέχουν, αλλά αυτές οι πορείες δεν έχουν πια δομημένη πάνω τους κάτι από την παλιά ελευθερία. 
Μια ολόκληρη πρωτεύουσα βυθίζεται σε κάτι που της αρνείται το πραγματικό της ταξίδι. Ο νέος μπιχεβιορισμός της κρίσης υπαγορεύει άδηλα αλλά αποτελεσματικά κλείσιμο της ενέργειας, βασανισμένα, χιλιοειπωμένα πολιτικάντικα μοιρολόγια, αδρανοποιημένες μάζες, ισοπέδωση του ουμανισμού από τους τεχνοκρατικούς μηχανισμούς, μια ολόκληρη πορνογραφία θανάτου, αν το καλοσκεφτείς.
Η κατάρα που εξέθρεψε ό,τι μας έφερε εδώ, είναι η ίδια που, μεταλλαγμένη σε κλαίουσα ιτιά, μας κουνάει επιμελώς ατημέλητα τα κενολογικά φυλλαράκια της που αρνούνται να’αναλάβουν τις ευθύνες τους και συνεχίζουν να σκορπίζουν παγωμένα χαμόγελα τριγύρω. Όλα έπρεπε ν’ αλλάξουν, αλλά, αντί να μετασχηματίζουμε τους μηχανισμούς, κλείνουμε τα μάτια υποκριτικά και προσπαθούμε να ξεφύγουμε.
Βγαίνοντας απ’ το σούπερ μάρκετ τις προάλλες, παρατήρησα για μια ακόμα φορά αυτό που έχει γίνει πια παγιωμένη κατάσταση. Ένας ολόκληρος ανυπεράσπιστος και απόκληρος κόσμος δονεί τις παγιωμένες, προ κρίσης, ένοχες αυταπάτες μας. Ψάχνουν στα σκουπίδια για οτιδήποτε μπορεί να τους φανεί χρήσιμο, το δικό τους παρόν δεν το συνοδεύουν καθησυχαστικά νανουρίσματα ούτε έκτες δόσεις. Υπάρχει μονάχα το επιβεβλημένο που προς το παρόν δεν έχει ευχάριστα νέα να πει. Ξένοι για το δικό μας τώρα, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. 
Αρκεί, βέβαια, να μείνεις και συ μέσ’ στο σπίτι 2-3 μέρες άπλυτος, αξύριστος, απεριποίητος, για ν’ αρχίσεις να νιώθεις πάνω σου τη μυρωδιά του ξένου να σχηματίζεται. Σε προστατεύουν, φυσικά, οι 4 τοίχοι και η απαλλαγή απ’ το βασανιστικό βάρος της παραδοχής της ήττας και της παράδοσης.  
Αν η πραγματικότητα φροντίζε να σου ξηλώσει τους 4 τοίχους, ίσως σκεφτόσουν πως οι εορταστικοί καλλωπισμοί των πλατειών, των βιτρινών του κέντρου και οι μαζικές παντομίμες χαράς δεν καταφέρνουν να σε απαλλάξουν τόσο αποτελεσματικά από το βασανιστικό σου παρόν, ούτε έχουν τη δυνατότητα να κατευνάσουν τις ανάγκες σου. 
Πόλη χωρίς όμορφες ιστορίες πια, άνθρωποι αναλώσιμοι που γρήγορα εγκαταλείπονται και οι οποίοι αφήνουν πίσω τους κάτι απ’ τη δικιά μας αμνησία, ένα ταξίδι στο πουθενά, στο εδώ και τώρα, στην εξωτερική και εσωτερική ισοπέδωση. We are running out of lullabies και το ξέρουμε πια για τα καλά.