ΤΡΙΤΗ 23/8

Είμαι στο καράβι της επιστροφής. Από το βιβλίο που διαβάζω πέφτει κατά διαστήματα χαλίκι που κρύφτηκε στις σελίδες όλες αυτές τις μέρες που το κουβάλαγα στην παραλία. Στην Αθήνα, όλο τον Αύγουστο έμεινα συνολικά τρεις νύχτες. Για έναν σπιτόγατο σαν κι εμένα αυτό είναι ρεκόρ. Και τώρα που τελειώνει αυτός ο μήνας της χαλαρότητας, θέλω όσο τίποτε άλλο να γυρίσω. Γράφω στο Τwitter «I love Athens» και ξέρω πως το εννοώ, ό,τι κι αν συμβεί τον επόμενο χρόνο και παρά τις δυσκολίες του προηγούμενου. Είναι πολύ ωραίες οι αμμουδιές και η αίσθηση του να βλέπεις συνέχεια θάλασσα, τα τσίπουρα και τα καλαμαράκια στο καφενείο του νησιού και οι φίλοι που συναντάς μόνο όταν είσαι εκεί, και φέτος ειδικά τα εκτίμησα όσο καμία άλλη φορά. Όμως, τώρα που φτάνουμε στον Πειραιά και βλέπω τα πρώτα κτίρια, θέλω να γυρίσω σπίτι. Σας χαρίζω όλα τα ταξίδια του κόσμου με αντάλλαγμα την κουζίνα μου. Η οποία στέκεται πολύ βουβή, όλα άδεια και καθαρά, τίποτα δεν έχει χρησιμοποιηθεί για μέρες. Στο ψυγείο, μόνο νερό. Το ξέρω πως θα περάσουν μέρες μέχρι να ξαναθυμηθώ τον έρωτά μου με αυτούς τους πάγκους - προς το παρόν θα μπαίνω μόνο για καφέ, αλλά είμαι απόλυτα σίγουρος πως βήμα-βήμα θα πάρουν όλα μπρος. Για την ώρα, και για όσο το πλυντήριο ξεπλένει το νησί από τα ρούχα μας, εγώ ξεφυλλίζω τα βιβλία της μαγειρικής και αρχίζω να σκέφτομαι τι θα πετάξω και τι θα αφήσω. Kαι παρατηρώ πως πρέπει, δυστυχώς, να πετάξω όλα όσα πήρα, γιατί είχα την αρρώστια του food porn. Τα τελευταία χρόνια κάθε όμορφο κοριτσάκι που μάθαινε τρεις συνταγές για cupcakes (Νigela, δεν αναφέρομαι σ' εσένα) και πέντε μακαρονάδες έβγαζε βιβλίο. Έχει γεμίσει ο τόπος με άχρηστα βιβλία που δεν μαθαίνουν σε κανέναν τίποτε, απλώς εξυπηρετούν τις ανάγκες των media, που θέλουν τους σεφ να είναι όμορφοι και να βγάζουν βιβλία για να γοητεύονται τα κορίτσια, και την άπληστη μανία όσων θέλουν να αγοράζουν ασταμάτητα βιβλία μαγειρικής. Στο καλάθι. Επιστροφή στα αυστηρά βιβλία μαγειρικής που απευθύνονται σε όσους θέλουν να μαγειρεύουν και όχι να κάνουν πως μαγειρεύουν. Η μαγειρική δεν μπορεί να γίνει coffee table book.

 

ΠΕΜΠΤΗ 25/8

Είμαι στην Αθήνα εδώ και δύο μέρες. Όλο βλέπω φίλους και ρωτάω νέα. Αγαπώ τα μαυρισμένα τους δέρματα, τη χαλαρότητα που απέκτησαν, το καθαρό τους μυαλό που ακόμα δεν έχει σκονίσει η πόλη. Ρωτάω συνεχώς κι επισταμένα να μάθω τι τρώγανε. Η μία ερωτεύτηκε ξανά το καρπούζι κι έκανε επιστήμη την επιλογή του τέλειου καρπουζιού, η άλλη κατασκήνωνε πρωί-μεσημέρι-βράδυ στο γνωστό παγωτατζίδικο στο Ναύπλιο και κόντεψε να σκάσει από τα παγωτά. Και μια τρίτη συμφώνησε μαζί μου πως κάποια νησιά απλώς δεν το έχουν με το φαγητό και καλύτερα να μην ψάχνεις. Μια ανταπόκριση από το εξωτικό Κιάτο μου είπε για το ζαχαροπλαστείο «Το Βαρώσι» και τα απίστευτα γλυκά του και έδωσα υπόσχεση να πάω πριν μπει το φθινόπωρο και να δοκιμάσω το φημισμένο γαλακτομπούρεκο. Στο Παρίσι οι χορτοφάγοι κάνουν πάρτι με τα πιάτα των Γάλλων σεφ και στις Κυκλάδες οι μακαρονάδες με θαλασσινά ήταν κατωτάτου επιπέδου. Πολλοί ρώταγαν αν τα ψάρια ήταν από το Μαρόκο ή αν όντως τα έφερνε εκείνος ο ψαράς κάθε πρωί και μία, μετά από τέσσερα κρασιά, μας είπε πως παράγγελναν goodies απ’ το καράβι που έφτανε κάθε μέρα. Όσοι έμειναν στην Αθήνα έκαναν γλέντια πάνω από μπολ με μύ- δια αχνιστά, καρμπονάρες και cupcakes και μυθική πιατέλα με όλα τα φρούτα του κόσμου σερβιρίστηκε σ’ εκλεκτούς λουόμενους που επέστρεφαν απ’ τη Βουλιαγμένη. Στην πλατεία Μητροπόλεως το μενού ήταν πιο αυστηρό, αλλά τα βράδια έκανε σχεδόν ψύχρα κάτω απ’ τα πλατάνια και ήταν πολύ όμορφα. Εγώ ερωτεύτηκα ένα bakery και ήθελα να δουλέψω εκεί για λίγα πρωινά, χόρτασα αμπελοφάσουλα με ωραίο λάδι και χοντρό αλάτι, αληθινές ντομάτες, έφαγα πουγκιά με τυρί μέχρι τελικής πτώσεως και με το που γύρισα στην Αθήνα μια καλή μαγείρισσα (η καλύτερη) μου έκανε το τραπέζι με μια μακαρονάδα που έκρυβε μέσα της όλο το Αιγαίο, κι ας σερβιρίστηκε στην Αθήνα. Καλή επιστροφή, παιδιά, να είμαστε δυνατοί κι αγαπημένοι. Σας φιλώ.