Ακολούθησα μια παρέα στην Κύπρο και μαζί της τη διέσχισα. Είδα πρασινισμένα τα χωράφια στις υπώρειες του Τρόοδος - στη σύντομη άνοιξη πριν τα κάψει ο δυνατός ήλιος της Μέσης Ανατολής. Στην κορυφή του βουνού ο αέρας ξαφνικά πάγωσε, ένα μαύρο σύννεφο μας καταπλάκωσε και το στρωσε στο χαλάζι. Είδα κι απόειδα να οδηγήσω προς τις Πλάτρες.

Η κυπριακή φύση αρέσει σε λίγους - είμαι ένας από αυτούς. Εκτός από τη διαρκή αίσθηση των μετόπισθεν που με κουλάρει, είναι ύπουλα πλούσια. Τα αμπελοχώρια και τα ήσυχα χωριά στη θάλασσα έχουν ακόμα, τέτοια εποχή, κάτι αρχαϊκό, αφτιασίδωτο. Σαν ξεχασμένα. Όσο απλά, όμως, φαίνονται, τόσο δυνατά επηρεάζουν την αίσθηση.

Στην κλειστή κοινωνία της Λευκωσίας τα λόγια τελειώνουν γρήγορα και η συνεννοημένη πλήξη τούς δαγκώνει όλους. Δεν είναι λίγοι οι Κύπριοι που γύρισαν στα πατρικά τους, σαστισμένοι από την ελληνική Κρίση. Γυρνάνε στις γκαλερί και τα κάπως καλά μέρη, μουδιασμένοι από τη νέα ακινησία.

Έκανα το λάθος να οδηγήσω στα Κατεχόμενα για να δείξω σε έναν φίλο την εικόνα τους. Και μελαγχόλησα. Μόλις περάσεις τον έλεγχο, το τοπίο βρομίζει από μπάζα και σκουπίδια. Αλάνες, σκόρπια δόμηση, σκόνη. Τα σπίτια των νοικοκύρηδων χάσκουν πίσω από μισοσηκωμένες κουρελούδες - σκοτεινά δωμάτια με ελάχιστα έπιπλα, κήποι αγριεμένοι. Δεν είδα ούτε ένα ωραίο πρόσωπο! Ακόμα και σε μια υπαίθρια γιορτή που είχαν στήσει στους κεντρικούς δρόμους της Κερύνειας, το πλήθος (φαντάροι, γέροι, κορίτσια πιασμένα απ’ το μπράτσο τρία-τρία) είχε βλέμμα αιχμηρό, φρύδια σμιχτά, ασιατικά μήλα και δέρμα καλυμμένο από ένα ξερό, ξανθό χνούδι. Άχαρη ράτσα, προφανώς φερμένη εδώ από τη στέγνια της Ανατολίας, με λάφυρο ένα κλεμμένο σπίτι. Άνθρωποι που τους μάζεψε εδώ η ανάγκη και όχι η αγάπη μιας γενέθλιας γης.

Αλλά η θάλασσα της Βόρειας Κύπρου φέρνει πάντα έναν αέρα όλο υγεία και ρώμη. Στάθηκα λίγο μπροστά στα μελανά κύματα που τα όριζε ένα λεπτό στεφάνι αφρού και έγινα καινούργιος. Αδικημένος τόπος, τώρα και πάντα  -δριμύς όπως τα πικρολέμονα του Ντάρελ. Τον αγαπώ σαν δεύτερη πατρίδα μου.

Τα νέα παιδιά βαρέθηκαν να ακούνε για πόλεμο και διχοτόμηση. Όλα δείχνουν ότι το πράγμα πάει να λυθεί με μια νέα θυσία. Αλλά εμένα με πειράζει όλο και περισσότερο το έγκλημα της Κύπρου. Η μία και μοναδική γριά που παρακολουθεί κάθε απόγευμα τον εσπερινό στην έρημη εκκλησία της Καρπασίας. Οι εγκλωβισμένοι που σε κοιτάνε με δακρυσμένα μάτια, επειδή μιλάς ελληνικά. Οι αρχαίες πέτρες μας που επιθεωρούνται από το βλέμμα ενός ανίδεου Τούρκου φύλακα.

Έχω την αίσθηση ότι κανείς δεν αγαπάει την Κύπρο πια. Ούτε οι Κύπριοι.