Δεκαπέντε δημοσιογράφοι βρισκόμαστε στο εστιατόριο ενός κεντρικού ξενοδοχείου. Καθόμαστε σε ξύλινες, παλιομοδίτικες καρέκλες - μόνο μια παρέα τουριστών στο βάθος ακούγεται να γελάει πού και πού, αν και το γέλιο τους χάνεται ανάμεσα στις μοκέτες και τα βαριά δρύινα έπιπλα. Δεν υπάρχουν μαγνητόφωνα. Τρεις κρατούν σημειώσεις. Το αποψινό -η πρόσκληση του Γιάννη Χουβαρδά, δηλαδή, για μια «φιλική κουβέντα»- δεν είναι κάτι που γίνεται συχνά, απ' ό,τι μου διευκρινίζουν και οι δύο υπεύθυνες δημοσίων σχέσεων του Εθνικού. Στο χώρο έχουν στηθεί τρεις ροτόντες - πράγμα που σημαίνει ότι ο Χουβαρδάς θα πρέπει να κινείται από τραπέζι σε τραπέζι. «Δεν μπορώ να πω τα ίδια πράγματα τρεις φορές», λέει εκείνος κι επιμένει. «Μα, αν κολλήσουμε τις ροτόντες όλες μαζί, δεν θα μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας», του λέει ο μετρ, που φοράει μια στολή με πράσινο παντελόνι. «Ναι, αλλά μετά δεν θα μπορούμε να κάνουμε εμείς τη δουλειά μας», του απαντάει ο Χουβαρδάς. Tα πράγματα γίνονται ακριβώς όπως τα θέλει: οι τρεις ροτόντες ενώνονται και ο ίδιος κάθεται στη μέση, ακριβώς για να μπορεί να μιλάει με όλους. Αρχίζει το γεύμα: από ένα σύνολο δεκαέξι γυναικών και δύο αντρών κανείς δεν θέλει να κάνει την πρώτη κίνηση και να πάει στον μπουφέ: «Εμπρός, σηκωθείτε», μας λέει.

 

ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να είχε διαλέξει πιο κατάλληλη μέρα γι' αυτήν τη συνάντηση. Το ίδιο μεσημέρι είχε γίνει στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας η εκρηκτική συνάντηση των επιχορηγούμενων σκηνοθετών. Ο θεσμός των επιχορηγήσεων επανεξετάζεται, με πρώτο βήμα μια ανοιχτή δημόσια διαβούλευση στο ίντερνετ - υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το τι θα γίνει στο μέλλον με τις επιχορηγήσεις. Ο Χουβαρδάς ξέρει καλύτερα από τον καθένα τι σημαίνει αυτό: έχει χρόνια θητείας στο ελεύθερο θέατρο. Ξεκίνησε να σκηνοθετεί το 1977 μετά από σπουδές στη Rada και το Κρατικό Θέατρο της Βιτεμβέργης - αν και έμελλε να δώσει το στίγμα του το 1991, όταν ίδρυσε το Θέατρο του Νότου, μετέπειτα Αμόρε: «Στις "χρυσές μέρες" του Αμόρε είχαμε 23 άτομα προσωπικό, παίρναμε 180.000 ευρώ επιχορήγηση και κάναμε 9 παραγωγές. Μόνο να πούμε ότι το Εθνικό φέτος έκανε 10. Θα δείτε ότι είναι απόλυτα δικαιολογημένα και τα μεν και τα δε: σκεφτείτε ότι το ελεύθερο θέατρο δεν πληρώνει πρόβες, ούτε και το ΙΚΑ», λέει όταν φουντώνει η συζήτηση. u171 «Αν ήσασταν εσείς στη θέση τους, τι θα κάνατε;», τον ρωτάει κάποιος στ' αριστερά του. «Θα φώναζα κι εγώ. Αν ήθελα αυτή την υποστήριξη, θα τη ζήταγα. Όλο αυτό είχε συμβεί και κάποιες χρονιές όταν ήμουν εγώ στο Αμόρε. Ζητάγαμε ραντεβού ξανά και ξανά. Nομίζω ότι πολλοί θίασοι στην Ελλάδα λειτουργούν με μια συγκεκριμένη φιλοσοφία, και το θέατρο που κάνουν χρειάζεται υποστήριξη». H επιχορήγηση του Εθνικού Θεάτρου έχει ήδη κατέβει στα 8.100.00 ευρώ - από τα 9.000.000. «Στους καιρούς που ζούμε, τα πράγματα είναι καλά: δεν αντιμετωπίσαμε πρόβλημα με τη μισθοδοσία. Η επιχορήγηση μάς δίνεται σιγά σιγά. Είναι 8.100.000 ευρώ που χωρίζονται στα 12». Πρόσφατα έσκασε άλλη μια βόμβα - καθώς εξεταζόταν να υπαχθούν το Εθνικό και το ΚΘΒΕ σε καθεστώς ΔΕΚΟ. Απ' ό,τι φαίνεται, αυτό δεν θα γίνει. «Δεν υπάρχει καμία λογική σε αυτό, απλώς δεν θα μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας. Χάρη στις παραστάσεις δεν έχουμε οικονομικό πρόβλημα, εξάλλου. Πέρσι ήταν η καλύτερή μας χρονιά». Σε μια συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε τον Ιούνιο για τον απολογισμό των τριών χρόνων της θητείας του, ο Χουβαρδάς εμφανίστηκε ενοχλημένος: διευκρίνισε ότι το Εθνικό «δεν χρωστά ούτε ένα ευρώ» κι έδωσε στη δημοσιότητα πλήρη στοιχεία για τα έσοδα και τα έξοδα του θεάτρου. Το 2010 ήταν, άλλωστε, μια πολύ πετυχημένη χρονιά για το Εθνικό, με 2.753.506 ευρώ σε εισπράξεις (αύξηση της τάξης του 56%), πάντα χάρη και στην παράσταση best-seller της περσινής χρονιάς, το Τρίτο στεφάνι.

 

O ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ ανέλαβε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού το 2007, μετά τον θάνατο του Νίκου Κούρκουλου, μια χρονιά μάλιστα που σκηνοθετούσε στο εξωτερικό. Η πρώτη τριετία του δεν ήταν εύκολη, παρά το γεγονός ότι δόθηκε επιτέλους στο κοινό το ιστορικό κτίριο Τσίλερ στην Αγίου Κωνσταντίνου. Λίγο πριν ανανεώσει τη θητεία του πέρσι τον Απρίλιο πολλοί μιλούσαν για την αποχώρησή του από το Εθνικό - κάποιοι τη θεωρούσαν τετελεσμένο γεγονός. Απόψε ο Χουβαρδάς επαναλαμβάνει πως θα μείνει στο Εθνικό: «Η θητεία μου λήγει το 2013.O προγραμματισμός που έχει γίνει, εξάλλου, είναι διετίας», μας λέει. «Αυτό κάτι λέει;», τον ρωτάει κάποιος. «Ναι, θα υπάρχει άξονας για την επιλογή των έργων. Η θεματική έχει να κάνει με το τι ζούμε τώρα και ποιοι είμαστε», λέει η Εφη Θεοδώρου, αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, αλλά ο Χουβαρδάς αρνείται να πει κάτι παραπάνω. Δεύτερο θέμα της βραδιάς, το Rex. «Είναι στη διαδικασία να ενταχθεί στο ΕΣΠΑ. Επίσης, από τον Νοέμβριο που έληξε ουσιαστικά η μίσθωσή του, το έχουμε ζητήσει πίσω από τον Μαροσούλη». Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το Rex ενοικιάζεται στον Μαροσούλη ως μουσική σκηνή εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η ανάκτησή του από το Εθνικό, για να χρησιμοποιηθεί επιτέλους όλο το κτίριο, θα είναι πολύ σημαντική.

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΡΩΤΉΣΕΤΕ για τον Wilson;», μας λέει δυο φορές στη διάρκεια της βραδιάς. Αυτός, απ' ό,τι φαίνεται, είναι και ο λόγος που μας κάλεσε εδώ: η συνεργασία του Εθνικού με τον Bob Wilson. Μια συνεργασία με έναν από τους καλύτερους σκηνοθέτες του κόσμου δεν είναι και μικρό πράγμα. Αυτό ήθελε να μας ανακοινώσει, αν και τον πρόλαβε το «Κυριακάτικο Βήμα», που έγραψε κάτι πριν προλάβει να μας το πει ο ίδιος. «Το Εθνικό Θέατρο έκλεισε μια συμφωνία με τον Bob Wilson για να έρθει να κάνει μια παράσταση συνολική. Το τονίζω το "συνολική". Είναι για τη σεζόν 2012-2013 . Θα φέρει όλη του την ομάδα. Η διασκευή θα είναι δική του, θα την κάνει με τον Βόλφγκανγκ Βινς, που είναι και ιδρυτικό μέλος της Σαουμπίνε. Θα είναι μόνος του, δεν θα είναι κομμάτια από κάποιο εναλασσόμενο ρεπερτόριο. Δεν είναι μια παραγωγή-πατέντα. Είναι πρωτότυπη δημιουργία για το Εθνικό», τονίζει ο Χουβαρδάς, ιδιαίτερα περήφανος. O Wilson έχει διαλέξει να παρουσιάσει την Οδύσσεια μετά από δική του πρόταση. Η παράσταση θα γίνει από Έλληνες ηθοποιούς στα ελληνικά στην Κεντρική Σκηνή. «O ίδιος θα έρθει στις 20/3 για ακροάσεις συγκεκριμένων προδιαγραφών, θα του συστήσουμε δυο τρεις ηθοποιούς για τον κάθε ρόλο, ε, ίσως λίγο παραπάνω για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους». Όλοι θέλουν να ξέρουν πόσο θα στοιχίσει, ο Χουβαρδάς αρνείται να δώσει συγκεκριμένους αριθμούς, αλλα διευκρινίζει ότι οι διαπραγματεύσεις ήταν μαραθώνιες. Κάποιος άλλος αναρωτιέται γιατί θέλει να δουλέψει στην Ελλάδα. «Ε, αφού θα πάρει τα λεφτά», σχολιάζει κάποια απέναντί μου. «Το θέτετε πολύ κυνικά», της απαντά. «Σας πληροφορώ ότι θα πάρει το 1/3 της κανονικής αμοιβής του. Χόντρυνε η συζήτηση, θα πάω για γλυκό» λέει και ακουμπά απότομα την πετσέτα του στο τραπέζι. Είναι αδύνατον να καταλάβει κανείς αν έχει ενοχληθεί πραγματικά ή όχι - ο Χουβαρδάς είναι ευγενικός, χωρίς όμως να γίνεται οικείος. Όταν γυρνάει η κουβέντα, ξεφεύγει σε άλλα θέματα. Με το που σηκώνεται να φύγει ο πρώτος από το τραπέζι, σηκώνονται όλοι να φύγουν. Μας αποχαιρετά έναν-έναν με μια ευγενική χειραψία.