Όποτε διαβάζω στις εφημερίδες εκείνα τα ρεπορτάζ που ξεφυτρώνουν κάθε τόσο για τη (μη) διαχείριση των σκουπιδιών μας -δείγμα απόλυτης παρακμής κράτους και πολιτών- στενοχωριέμαι πάρα πολύ. Βυθίζομαι, αλήθεια! Η απογοήτευση, προστιθέμενη εντός μου, σαν μικρά τουβλάκια που μπαίνουν στη σειρά, το ένα πλάι στο άλλο, το ένα πάνω στο άλλο, για να μπορέσει να χτιστεί μια οικοδομή, εμένα με γκρεμίζει. Βρίσκω στο αρχείο μου και ξαναδιαβάζω όσα έχω γραψει (άρθρα και ρεπορτάζ) γι' αυτό το «βρόμικο αίσχος» του σύγχρονου και τάχα μου πολιτισμένου βίου μας. Πόσους και πόσους κάδους δεν έχω φωτογραφίσει, με τις πεταμένες σακούλες γύρω γύρω, επάνω επάνω, παντού; Πόσους και πόσους δεν σταματώ για να φωτογραφίσω ακόμα και τώρα, στη διαδρομή της κάθε μέρας μου;

Πόσες φορές δεν έστησα καρτέρι για να δω, επιτέλους, ποιοι είν' αυτοί οι άξεστοι άνθρωποι που ρίχνουν τα σκουπίδια τους όπου τυχει και όπως τύχει; Οι πιο πολλοί, σας διαβεβαιώ, είναι αυτοί που ονομάζουμε «πολίτες υπεράνω υποψίας», δηλαδή «μιας άλφα κοινωνικής τάξης», όπως θάλεγε κι η γιαγιά μου η συχωρεμένη, που 'χε μια ειρωνεία ωραιότατη στο λόγο της και δεν χαριζόταν σε κανέναν. Έχω προσέξει ακόμα -γιατί, πράγματι, έχω ασχοληθεί ωρες ατέλειωτες με αυτό το... βρομερό θέμα- ότι οι περισσότερο ρυπαίνοντες είναι, εκτός από «μιας άλφα τάξεως», και «μιας άλφα ηλικίας», την οποία έχω προσδιορίσει από τα 50 και πάνω. Οι λεγόμενοι «νοικοκυραίοι».

Οι πιτσιρικάδες, ως επί το πλείστον, πετάνε αποτσίγαρα - ποτέ το κουτί. Ειναι πιο ευαίσθητοι σε οικολογικά ζητήματα, έστω κι αν είναι από μόδα. Όμως, οι γονείς τους, κυρίως, αλλά και οι παππούδες ορισμένων, είχαν άλλες έγνοιες: πολιτική, συνδικαλισμός, επαγγελματική αποκατάσταση, ανέλιξη, εξασφάλιση, αμφισβήτηση, κριτική..., όλα φύρδην μίγδην. (Πήγα πρόσφατα σε μεγάλη συγκέντρωση οργισμένων δημοτών που δεν θέλουν ΧΥΤΑ στην περιοχή τους, και όταν σκόρπισαν άφησαν πίσω τους μια μικρή χωματερή από τα δικά τους σκουπίδια...!) Αυτή η πανελλήνια κλίκα των «υπεράνω υποψίας», υποσύνολο της άλλης μεγάλης συνoμοταξίας των λεγόμενων «μέσων πολιτών», κάνει «το πάρτι της ζωής της» εδώ στην Ελλάδα - σε έναν τόπο, όπου η ανικανότητα εκείνων που κυβερνούν ή διοικούν να πάρουν και, κυρίως, να υλοποιήσουν μία απόφαση (έστω και κακή απόφαση που, όπως λένε και οι Εγγλέζοι, είναι πάντοτε καλύτερη από μια «μη απόφαση») είναι γόνιμο έδαφος για την καλλιέργεια και συντήρηση κάθε εκκρεμότητας.

Πόσες και πόσες φορές δεν τους είδα όλους αυτούς να ασχημονούν και σε άλλους τομείς της καθημερινής μας ζωής: να περνάνε με κόκκινο, να μπαίνουν στη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας που πρέπει να μένει πάντοτε ανοιχτή για τα επείγοντα, να παρκάρουν σε χώρους όπου η ταμπέλα «Μόνο για ανάπηρους» βγάζει μάτι, να λαδώνουν για να περάσουν εξετάσεις (από οδήγησης και ΚΤΕΟ εκείνοι, μεχρι και I.B. τα παιδιά τους), να σπρώχνουν πάντα για να μπουν στην αρχή της ουράς, να παρακάμψουν το συνάνθρωπό τους που περιμένει, να αρπάξουν ό,τι βρουν μπροστά τους.

Κουράστηκα να σκέφτομαι και να γράφω τα ίδια και τα ίδια χρόνια τώρα - ίσως να κούρασα και εσάς. Το κάνω όχι με την ελπίδα ότι κάποιος θα ακούσει και ίσως κάτι αλλάξει, αλλά μόνο για λόγους... ψυχοθεραπευτικούς! Να φύγει ο θυμός από μέσα μου και να καταγραφεί κάπου αλλού, σε μια εφημερίδα, σ' ένα περιοδικό, ή σ' ένα τετράδιο Moleskine που κουβαλάω πάντα μαζί μου, σαν φαρμακείο. Έχω κουραστεί να αναζητώ συμμάχους για ν' αντιμετωπίσουμε μαζί και ίσως να εξοντώσουμε κιόλας αυτό τον κοινό εχθρό μας - τον άξεστο που ρυπαίνει καθημερινά τη ζωή μας, όχι μόνο με τα σκουπίδια που ρίχνει.

Οι σύμμαχοι, δυστυχώς όμως, έχουν σωπάσει και αυτοί. Κουράστηκαν, επίσης, και αποσύρθηκαν. Ο καθένας στα ενδότερά του. Εκεί, τα λέει ο καθένας στον εαυτό του, στους λίγους του στενού του κύκλου που νιώθει ότι τον καταλαβαίνουν, στην ψυχοθεραπεύτριά του και στο τετράδιο που δεν αποχωρίζεται ποτέ...