Κάποιοι θα γυρνάνε στις οικογένειές τους, κάποιοι θα επιστρέφουν στις δουλειές τους (επιτέλους!), κάποιοι θα χάνονται ακολουθώντας τις γραμμές του τρένου.

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που τελειώνοντας μια ταινία, στο σινεμά, κοιτώ με κατασκοπευτικό ύφος, όσους συνεχίζουν να παρακολουθούν, αποσβολωμένοι, τους τίτλους του τέλους και αναρωτιέμαι αν αυτό που τους προβληματίζει είναι τι απέγιναν, άραγε, οι ήρωες ή αν είναι συντελεστές της ταινίας και περιμένουν να δουν τα ονόματά τους γραμμένα με τέτοιο τρόπο που ούτε φαρμακοποιός θα διάβαζε.

 

Και αν για τον Lucky Luke όλοι, λίγο πολύ, υποπτευόμαστε το ίδιο, ότι δηλαδή μετά το «μαύρο», επιστρέφει στο ξενοδοχείο του, κάνει ένα γρήγορο ντους και βλέπει μεταμεσονύκτιο telemarketing περνώντας τα νύχια των ποδιών του με ασετόν, δεν ισχύει το ίδιο για τον Tyler Durden ή αλλιώς Brad Pitt του Fight Club, τον Darth Vader του Πολέμου των Άστρων ή του Dr. Hannibal Lecter της Σιωπής των Αμνών, αν και για τον τελευταίο μια υποψία την έχω.

 

Η αγωνία για το τι ακολουθεί τους τίτλους τέλους ενός έργου, μιας επανάστασης ή του Πασόκ δεν είναι δικιά μου. Την ίδια αγωνία είχε και ο μεξικάνος επαναστάτης Εμιλιάνο Ζαπάτα που βλέποντας την αυλαία να πέφτει είπε:

 

«Μην αφήσετε να τελειώσει έτσι. Πείτε τους ότι είπα κάτι.»


Πσσσσς!

 

Αν, όμως, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι ήρωες των μυθιστορημάτων, των ταινιών ή των τραγουδιών, είναι φανταστικές συνθέσεις, ποιος τους εμποδίζει από το να συνεχίζουν να ζουν στο μυαλό του κοινού και να αυτονομούνται, να εξελίσσονται διαρκώς και να τους συναντάμε κάθε φορά και λίγο διαφορετικούς;

 

Εγώ πάντως όχι!

 

Γιατί, δηλαδή, η Ευλαμπία του Γιοκαρίνη να συνεχίζει να είναι δεκαέξι και να ζει στον Κολωνό και να μην έχει γίνει, προϊόντος του χρόνου και της έμπνευσης, αρχισυντάκτρια του Γεώργιου Αυτιά, ο οποίος συμπαρουσιάζει, πια, με την Jessica Rabbit, πρωινό παιδικό μαγκαζίνο, τα Σαββατοκύριακα, στο Nickelodeon;

 

Βέβαια, φέτος τον χειμώνα...παρένθεση!

 

Μα είναι λέξη αυτή;


Τι θα πει φέτος και γιατί το word δεν μου την βγάζει λάθος;


Κλίνεται κιόλας;


Το φέτος, του φέτους κλπ;


Forget it!

 

Λοιπόν, φέτος είδα μια ταινία του Wim Wenders, το «The State of Things» η οποία με έκανε να αναρωτηθώ, όχι μόνο για το τι κάνουν οι ήρωες όταν εμείς βγαίνουμε από την αίθουσα σιωπηλοί -μέχρι να πει κάποιος την ατάκα, «πως σας φάνηκε;» - αλλά και για το τι συμβαίνει «παράλληλα» με την ιστορία.

 

Στη ταινία αυτή, που λέτε, παρακολουθούμε ένα κινηματογραφικό συνεργείο να προσπαθεί να γυρίσει μια ταινία της κακιάς ώρας, μέχρι που ξεμένει από χρήματα και τότε το γύρισμα σταματά και αναγκαστικά υποχρεωνόμαστε να δούμε πίσω από τις κάμερες, όχι πως είμαστε κουτσομπόληδες αλλά πληρώσαμε ολόκληρο εισιτήριο, θα ήταν γυφτιά να ζητούσαν 8 ευρώ, για 10 λεπτά ταινίας.

 

Χαμός σου λέω!

 

Ο οραματιστής σκηνοθέτης αποδεικνύεται τζογαδόρος που κάνει ταινίες για να παίζει πόκερ, η πολυβραβευμένη ηθοποιός δέχτηκε να συμμετάσχει γιατί της είχαν τάξει πως το γύρισμα θα έχει καλό μπουφέ, ενώ ο εκκολαπτόμενος jeune premier με τα πυκνά φρύδια που έπινε μετά μανίας κολλαγόνο, την ώρα του πιο σπαραξικάρδιου μονολόγου, αγωνιούσε για το πόσο έληξε ο αγώνας Νότιγχαμ Φόρεστ – Μπλάκπουλ.

 

Εντάξει, ο τύπος από-ιεροποιεί το σύμπαν.

 

Πόση ζωή, πόσα χρήματα, πόσος χρόνος σπαταλιέται για ένα έργο τέχνης!


Πόσα μίση, έρωτες, άγχη, ηρεμιστικά, κραγιόν και προφυλακτικά μένουν σε εμάς αθέατα!

 

Τελικά, και να μην θέλεις προβληματίζεσαι για το τι νόημα έχει η τέχνη σε έναν κόσμο που ζει αναπνέοντας.

 

Τα έμπλεξα πάλι; Όχι μωρέ, το έχω. Το δια ταύτα είναι πως, όση σημασία και νόημα έχει το έργο, άλλη τόση, αν όχι περισσότερη, έχουν οι προσωπικές προεκτάσεις που εσύ του δίνεις.