Ναι μαμά, διαβάζω, μην ανησυχείς...****

Ναι μαμά, διαβάζω, μην ανησυχείς...**** Facebook Twitter
1

"Ναι μαμά, μην με ψάχνεις! Ναι,ναι θα φάω εδώ... θα αργήσω. Διαβάζω. Καληνύχτα". Tο τηλέφωνο κλείνει, το τραγούδι που έμεινε στην μέση ξαναπαίζει και εγώ κατευθύνομαι προς την μεγάλη χωρίς χερούλι ξύλινη πόρτα που πάντα αναρωτιόμουν πώς δεν έπεσε ακόμη, αλλά πάντα είχα την περιέργεια και την ανυπομονησία να καταφέρω να την ξανα- ανοίξω, στιμώχνοντας ένα δάχτυλο στο μισό άνοιγμα και τραβώντας, με όλη μου τη δύναμη-όση δηλάδη μπορούσε να αντέξει ένα δάχτυλο χεριού. Εκτός, αν τύχαινε να βγαίνει κάποιος άλλος από μέσα και να με απαλλάξει -χωρίς να το θέλει-από αυτή την δοκιμασία.

Κάθομαι στην ετοιμόρροπη καρέκλα μου, που ένιωσα τυχερή όταν βρήκα, αλλά το κρακ-κρακ όταν αλλάζω θέση μου υπενθυμίζει συνεχώς ότι η μισή πλάτη έχει πέσει, γι' αυτό η στάση «αράζω πίσω χαλαρή» έχει αποκλειστεί από την άρχη. Το φως από πάνω μου τρεμοπαίζει. Ο διπλανός έχει κυριαρχήσει σε παραπάνω από το δικό του-μισό με τα 5δίτομα που έχει κουβαλήσει. Η απέναντι χαζο-λογάει/γελάει στο Facebook (δεν είμαι μάντης αλλά καθρεφτίζεται στο παράθυρο). Η 60άρα δύο τραπέζια πιο πέρα δυσανασχετεί και μουρμουρίζει.

5 ενθουσιασμένοι πρωτοετείς υπογραμμίζουν με μένος κάθε λέξη, κάθε υποσημειώση εικόνας, παραεικόνας και εικόνας της εικόνας και με τους 50 χρωματιστούς μαρκαδόρους που αγόρασαν. Η παρέα των «παλιών» σηκώνεται με αέρα χολυγουντιανών σταρ, διαγράφει πορεία που περιλαμβάνει καθε στενό πέρασμα ανάμεσα σε τόμους βιβλίων, φορτιστές λάπτοπ, τσάντες με στηθοσκόπια που τυχαία(;) προεξέχουν, ασφυκτικά κολλημένες καρέκλες-σκαπό-τρίποδα (ό,τι δυνατόν τέλος παντων για να στηρίξει άνθρωπο) σε κάθε διαθέσιμη γωνιά, βολιδοσκοπεί κάθε καινούρια παρουσία και φεύγει για τις καθιερωμένες μπύρε ς(στις δύσκολες μέρες της εξεταστικής μετατρέπονται σε φραπέ, καπουτσίνο και ρεντ μπουλ). Ο θόρυβος από τα ασθενοφόρα απ' έξω προκαλεί πού και πού μια διάχυτη ανησυχία. Οι ώρες περνούν. Οι σελίδες (δεν) γυρνούν. Οι καφέδες εναλλάσσονται. Και έτσι άλλη μια μέρα κυλάει. Και ξέρω ότι αύριο θα είμαι πάλι εδώ.

Παράξενο, λοιπόν, και δικαιολογημένο ώστε η μάνα μου να με ρωτάει «πώς μπορώ και διαβάζω εκεί μέσα, ενώ πάντα ήμουν παιδί που διάβαζε με ησύχια» αλλά τόσο αληθινό και μοναδικό που η μισή και ίσως παραπάνω από την φοιτητική μου ζωή να μπορούσε να ξεκινήσει με τη φράση: Τότε στο αναγνωστήριο...


Μπορεί να φαίνεται περίεργο και σουρεάλ ότι γενιές και γενιές φοιτητών έχουν μεγαλώσει με την αγωνία της μοναδικής αυτής, μισοσπασμένης και χιλιοχρησιμοποιημένης διαθέσιμης καρέκλας του Παπουλάκειου Αναγνωστηρίου που σε ώρες αιχμής ήταν τόσο πολύτιμη όσο το τελευταίο σαντουιτς στην Μαβίλη μετά από ένα ξέφρενο ξενύχτι το πρωί. Με την αγωνία του καλού τραπεζιού- που να βλέπει παράθυρο κατά προτίμηση και του καλού υπολογισμού της ώρας ώστε να συμπέσει με την υπόλοιπη κομπανία που θα μοιραζόταν μαζί το προνομιούχο πεζούλι του έξω χώρου για ένα πρέπον κουτσομπολιό. Η αγωνία για τα μαθήματα; Εντάξει, υπήρχε, αλλά μοιραζόταν διά των διαλλειμάτων ανάμεσα στα ημίωρα διαβάσματος που οι δείκτες του ρολογιού περνούσαν τόσο εκνευριστικά αργά όσο και η ώρα που σε ανάγκαζε η καθαρίστρια να σηκώσεις τα πόδιά ψηλά όταν σφουγγάριζε τις πρώτες πρωινές ώρες αναφωνόντας πάντα «Πόσο βρωμιάριδες είστε εδω μέσα;!».


Παράξενο, λοιπόν, και δικαιολογημένο ώστε η μάνα μου να με ρωτάει «πώς μπορώ και διαβάζω εκεί μέσα, ενώ πάντα ήμουν παιδί που διάβαζε με ησύχια» αλλά τόσο αληθινό και μοναδικό που η μισή και ίσως παραπάνω από την φοιτητική μου ζωή να μπορούσε να ξεκινήσει με τη φράση: Τότε στο αναγνωστήριο...


Τότε στο αναγνωστήριο, λοιπόν, που άνοιξα με πάθος τον πρώτο τόμο της σχολής και έμεινα απλά στα περιεχόμενα για 1 εβδομάδα, τότε που μοιράστηκα την αγωνία μου με την διπλανή μου και τελικά γίναμε οι καλύτερες φίλες, τότε που παραμονές εξετάσεων μιλούσα για κοινωνιολογία και μαθηματικές αναλύσεις τρώγοντας την πιο λιπαρή αλλά νόστιμη πίτσα της ζωής μου κάτω από Αριστερά πανό, τότε που η ερώτηση «θα έρθεις για διάλλειμα» μου φαινόταν η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου, τότε που τσακώθηκα για μια θέση καταλήγοντας να πίνουμε μπύρες στην διπλανή πλατεία, τότε που το πρωινό ξύπνημα για να πιάσω άλλες 15 «καλές» θέσεις μου φαινόνταν τόσο δεδομένο όσο και τα 20ευρα που σπαταλούσα στους καφέδες...


Μπορώ να γράψω ολόκληρα κεφάλαια με τα «Τότε..» που θυμίζουν τόσο πολλά σε εμένα. Κι αν ενώσουμε όλοι εκεί μέσα τα «Τότε» μας ίσως γράψουμε τις πιο ωραίες, αστείες, ρομαντικές και γλυκανάλατες αναμνήσεις που γράφτηκαν ποτέ για ένα χώρο με λερωμένους τοίχους, χιλιογραμμένα τραπέζια, χαλασμένα κλιματιστικά, φώτα που τρεμοπαίζουν και πλακάκια να κολλάνε από καφέδες και αναψυκτικά.. .αλλά και για ένα χώρο με χιλιάδες αυθεντικές αναμνήσεις που κρύφτηκαν σιωπηλά μέσα σε σελίδες βιβλίων που έκλεισαν με θόρυβο όταν επιτυχείς βαθμολογίες αναρτήθηκαν...


Κι ίσως τελικά, μετά από πολλά χρόνια να εύχομαι να πω για μια, έστω, τελευταία φορά πάλι... Διαβάζω, μαμά....Καληνύχτα.

1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

σχόλια

1 σχόλια