«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ /μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.» Όλη μας τη ζωή μιλάμε σε μια οθόνη, είτε του υπολογιστή είτε του κινητού. («Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ») Σιχάθηκα να μιλάω σε ένα άψυχο φως, έναν βιομηχανικό φανό. Θέλω να μιλάω σε πρόσωπα. Φοβόμαστε πλέον να μιλήσουμε σε έναν άνθρωπο από κοντά γιατί το πρόσωπό του δεν είναι τόσο ευχάριστο και χαρούμενο όσο τα εικονικά, τα μάτια του δεν λάμπουν όπως η οθόνη.(«Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·») Όλα είναι πολύ ζωντανά για μας.

 

Τα πρόσωπα στο δρόμο, το πρόσωπο που αντικρίζουμε στον καθρέφτη, δεν μας συγκινούν όσο οι πλαστικές κούκλες μιας βιτρίνας ή μια ειδοποίηση στον υπολογιστή.


Βγαίνουμε από το σπίτι μόνο και μόνο, όχι για να περάσουμε καλά και να συλλέξουμε ευχάριστες αναμνήσεις, αλλά για να καταφέρουμε να βγάλουμε μία όμορφη φωτογραφία, που θα απαθανατίζει μέσα της μια στιγμή κίβδηλη, φτιαχτή. Μία φωτογραφία από μία ζωή που θα θέλαμε να έχουμε. Λες και όταν αυτή αποθηκευτεί στο κινητό και στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης θα καταστεί αυτόματα και πραγματικότητα. Χαμογελάμε, γινόμαστε όμορφοι, όχι για εμάς, αλλά για την εικόνα που θέλουμε οι άλλοι να αποκτήσουν από εμάς. Είμαστε ένα έμψυχο προϊόν και αυτοδιαφημιζόμαστε προσθέτοντας λεζάντες με δήθεν ποιητικά σχόλια και στιχάκια, χωρίς να αισθανόμαστε ούτε μία λέξη. Πηγαίνουμε βόλτα με παρέες σε μέρη που θα μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στον παγκόσμιο ιστό για να μην είμαστε μόνοι. Το μόνο που μετράει για εμάς είναι τα θετικά σχόλια στην φωτογραφία και τα «likes» στο «chek in». Ξεχνάμε την πραγματικότητα και εφαρμόζουμε έναν τρόπο ζωής για να συμπορεύεται με την δικτύωσή μας, να την υπηρετεί πιστά, πειθήνιο όργανο του ψηφιακού μας παράλληλου σύμπαντος.(«διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον»)

 

Φοβόμαστε τη ζωή γιατί δεν είναι όπως ένα θείο στιγμιότυπο μιας ταινίας ή ενός ρομάντζου σε μία ψηφιακή ιστορία. Καταναλώνουμε εικόνες συνδεδεμένες με αντικείμενα, καταβροχθίζουμε εικόνες συνδεδεμένες με τη ζωή ενός θανάτου. Μια μονότονη ζωή, γεμάτη άγευστες ευτυχίες που χάνουν νόημα.(«Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.») Μόνο ο θάνατος επισκιάζει την αδιαφορία μας, γιατί βλέπεις, οι περισσότεροι λένε ότι εκεί είναι συνέχεια σκοτάδι...και εμείς έχουμε εθιστεί στην φωταψία της οθόνης, ακόμα και το φως του ήλιου είναι θαμπό μπροστά της. Άσε που το σήμα του wi-fi δεν είναι καλό και οι πρίζες δυσεύρετες.


Τα μάτια μας εξελίχθηκαν τον αιώνα αυτό για να τρέφονται με εικόνες τσιμέντου και εικονοστοιχεία.(«Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.») Τα πρόσωπα στο δρόμο, το πρόσωπο που αντικρίζουμε στον καθρέφτη, δεν μας συγκινούν όσο οι πλαστικές κούκλες μιας βιτρίνας ή μια ειδοποίηση στον υπολογιστή.


Τι συνέβη στον άνθρωπο; Τι πάθαμε;
Πώς κατάφεραν να μας κάνουν τυφλούς απέναντι στην ευτυχία;
Πώς κατάφεραν να πάρουν την αγάπη από τα μάτια του κόσμου;
Πώς κατάφεραν να κλείσουν στο κουτί μιας εικονικής Πανδώρας όλα τα καλά;
Πώς κατάφεραν στο όνομα της τεχνολογικής εξέλιξης να παραδώσουν στα χέρια μας αυτά τα θανατηφόρα υλικά για να χτίσουμε τα δικά μας τείχη;


«Aνεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»