Λένε πως ο κόσμος ερωτεύεται από φόβο θανάτου****

Λένε πως ο κόσμος ερωτεύεται από φόβο θανάτου**** Facebook Twitter
2

Σταμάτησε η μπόρα έτσι ξαφνικά όπως ξεκίνησε και έμειναν τα ρούχα να κολλάνε υγρά πάνω στο κορμί. Ρούχο και δέρμα ένα. Και μαλλιά και πρόσωπο βρεμένα. Και το σκούρο μολύβι κυλάει σα γκρίζο δάκρυ στο μάγουλο. Γεύομαι βροχή και χρώμα με ευχαρίστηση. Κρυώνω γιατί φυσάει, μα για λίγο τη χαίρομαι τούτη την ανατριχίλα. Το σώμα αντριδράει στην ανοιξιάτικη ψύχρα.Αντιδράει σε κάτι κι αυτό είναι μάλλον καλό. Από μακριά έρχονται μυρωδιές από φρεσκοβρεμένο χώμα,ίσως και κάτι από λουλούδια-έχουν ανθίσει τα δέντρα στη γειτονιά. Μυρωδιές λυτρωτικές στης πόλης την άοσμη ζωή.


"Μυρίζω θάνατο" είχες πει κι εκείνη δεν τόλμησε να το αρνηθεί, δεν τόλμησε να παραδεχτεί επίσης. Τούτη η παραδοχή ήταν μόνο δική σου. Δική σου και η αλήθεια που κουβαλούσες. Μπορείς να μπεις στη θέση του άλλου; Πόσο θεός μπορείς να λογιέσαι αν καταφέρεις κάτι τέτοιο; Ανόητος όποιος πει "σε καταλαβαίνω". Δεν καταλαβαίνεις, τίποτα δεν καταλαβαίνεις. Μένεις σαν πρωτάκι την πρώτη μέρα του σχολείου να αναρωτιέσαι "και τώρα τι;".


Εσύ έφυγες έχοντας αυτή τη μυρωδιά να νικάει κάθε άλλη. Ούτε άνοιξης ανθοφορούσας, ούτε Κυριακάτικου τραπεζιού, ούτε μυρωδιά αγαπημένης, μωρού πρωτόβγαλτου, παράφορου έρωτα και ιδρώτα λαχτάρας. Ο θάνατος όλα τα νικάει; Πες εσύ!

Ξόδεμα οι μέρες και οι νύχτες και οι εποχές. Αν μπορούσες θα γύριζες να μας χαστουκίσεις. Μα δε θα ρθεις.


Και μείναμε όλοι πίσω με την επιπόλαιη σκέψη να ζούμε πια την κάθε μας μέρα έντονα,να ρουφάμε την κάθε στιγμή. Το κρατήσαμε για δυο-τρεις μέρες και μετά μας ρούφηξε η στιγμή και ακυρώθηκε η μέρα γιατί ήταν καθημερινή. Και ακυρώθηκε η μέρα γιατί ήταν δύσκολη. Και ακυρώθηκε η μέρα γιατί μας απογοήτευσε. Λες κι εμείς δεν έχουμε απογοητευσει το χρόνο που μας χαρίστηκε και ξοδέψαμε.


Ξόδεμα οι μέρες και οι νύχτες και οι εποχές. Αν μπορούσες θα γύριζες να μας χαστουκίσεις. Μα δε θα ρθεις.


Πόσο θα ´θελα τώρα να πίστευα.Να πίστευα σε κάτι μετά.Να σε φανταζόμουν σε εξοχές και μόνιμες εύφορες άνοιξες να περιδιαβαίνεις μακάριος και χαμογελαστός,απροβλημάτιστος και ανίκητος στο χρόνο.Μα δεν πιστεύω κι αυτό με θλίβει μόνο και δε μετριάζει το φόβο. Γιατί ήθελα να πω "φοβάμαι",μα δεν το έλεγα.Κι ούτε θα το πω γιατί έτσι κι αλλιώς νομίζω πια πως ο φόβος έχει καθήσει για πάντα στο βλέμμα μου.


Λένε πως ο κόσμος ερωτεύεται από φόβο θανάτου,ότι κι η μοναξιά είναι αυτό ακριβώς. Όμως εγώ αντίθετα επιλέγω να μένω μόνη. Απομακρύνομαι κι απομακρύνω ανθρώπους για να ξορκίσω το φόβο αυτό.Να μειώσω τον πόνο που φέρνει η απώλεια... Άρρωστο μυαλό...


Πόσο θά ´θελα να πιστεύω...πως θα τους συναντήσω όλους εκεί... εκεί που δε νοθεύονται οι μυρωδιές, που είναι όλες παρθένες αθώες μυρωδίες φρεσκοξυπνήματος.


Τα ρούχα στέγνωσαν πάνω στο κορμί. Ο ήλιος έχει ήδη βγει κι έχει έναν καταγάλανο ουρανό που δε θα δεις... κι αυτή τη θλίψη δεν μπορεί να τη μετριάσει τίποτα.

*στο Γιάννη που έφυγε και σε αυτούς που λείπουν

 

2

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

σχόλια

2 σχόλια