Το αποφάσισα, σήμερα θα παραιτηθώ. Κι αν δεν το κάνω σήμερα, σίγουρα θα το κάνω αύριο ή μεθαύριο, ίσως να αντέξω μέχρι το τέλος της εβδομάδας, ίσως να με σώσει το Σαββατοκύριακο, τη Δευτέρα όμως θα παραιτηθώ σίγουρα.

 

Δεν είναι ότι έγινε κάτι στη δουλειά. Ίσα ίσα, όλα παραμένουν ίδια. Τα απανωτά 12ωρα, τα αγχωμένα αφεντικά, οι εκνευρισμοί, τα τηλέφωνα… θα έπρεπε να έχω συνηθίσει μέχρι τώρα. Κι η αλήθεια είναι πως είχα συνηθίσει,  είχα βρει τον τρόπο να αντιμετωπίζω τις δεκάδες μικρές κρίσεις της κάθε ημέρας μου. Είχα βρει τον τρόπο να παραμένω ψύχραιμη, να αντιμετωπίζω τα θέματα όπως ακριβώς είναι χωρίς να μεγαλοποιώ ή να τα σπουδαιολογώ παραπάνω απ’ ότι τους αρμόζει.  Lunch Break.

 

Και τι τύχη είναι αυτή, να δουλεύεις στο κέντρο, μόλις ένα τετράγωνο μακριά από την Πλατεία των Αγίων Θεοδόρων και περίπου δύο από το ιστορικό μαγειρείο Δωρίς. Για  6 ολόκληρα χρόνια, κάθε μέρα στις 12.50 εγώ κι ο αγαπημένος μου συνάδελφος ξεκινούσαμε το σύντομο ταξίδι μας για το νησί των Λουκουμάδων. Πόσες φορές διασχίσαμε το οργισμένο πλήθος στη Σταδίου… αναρχικοί,  ΜΑΤ, απεργοί, συνταξιούχοι, άνεργοι, αγανακτισμένοι… δεν πτοούμασταν. Τι κι αν μας φώναζαν «χρυσά αγόρια» και «χρυσά κορίτσια», εμείς ξέραμε πόσο φτηνό ήταν το κουστούμι μας και πόσο άδειο το πορτοφόλι μας, και με το δίκιο μας άθικτο περνούσαμε με χαμόγελο ανάμεσα τους, γνωρίζοντας πως σε λίγα λεπτά θα τρυπώναμε στην πραγματική βουλή των Ελλήνων, στη γιάφκα της ισότητας και θα τρώγαμε τα μακαρόνια μας και το μουσακά μας ανάμεσα σε άλλους σημαντικά ασήμαντους ανθρώπους και θα μιλούσαμε για αυτά που πραγματικά είχαν σημασία.

 

Βγήκατε, πως πήγε, εμείς τσακωθήκαμε, κοίτα τι μου έγραψε, καλά δεν φαντάζεσαι τι έμαθα, εγώ να δεις τι έπαθα, είχε κυτταρίτιδα, ε βέβαια με αυτά που τρώει, λες να μην φάμε τους λουκουμάδες μετά, φάε παιδί μου τα γεμιστά πρώτα και βλέπουμε, δεν έχω χρόνο έτσι κι αλλιώς, κι εγώ έχω ένα conference call, μετά θα κάνουμε τίποτα;

 

Κι έτσι, γνωρίζοντας εκ των προτέρων το ρόλο μας μπουκάραμε στο μισάωρο της ψυχικής μας ηρεμίας.

«Γεια σας κυρία Μαρία μου, γεια σας κύριε Κωνσταντίνε μου!»  Ο κυρ- Θάνος θα μας υποδεχόταν πάντα μεγαλόφωνα και δια χειραψίας.  Η κυρία Ελένη θα μας έφερνε τα νερά μας, πριν ακόμα καθίσουμε. Εμείς θα κοιτάζαμε τη βιτρίνα, χωρίς  καμία έκπληξη. Όλα εκεί που είναι πάντα. Για κάποιους είναι κακό, να είναι όλα ίδια, για μας ήταν λύτρωση. Ξέραμε εκ των προτέρων τι θα φάμε. Πολύ σημαντικό φίλη μου… έτσι είναι φίλε μου. Ας μην πονοκεφαλιάζουμε και για αυτό!

 

Το αγαπημένο μας τραπέζι ήταν στον πίσω χώρο δεξιά, κολλημένο στον τοίχο, ακριβώς κάτω από τον καθρέπτη και μπροστά από το τραπέζι του Άρχοντα. Ο Άρχοντας είχε τη γωνιά του. Το μόνο στρωμένο τραπέζι στο μαγαζί . Ο κυρ- Θάνος δεν άφηνε κανένα να κάτσει στο τραπέζι του. Μια φορά είχε μπει ένα ζευγάρι, δεν πρέπει να είχαν ξαναρθεί, κοίταξαν γύρω τους , είδαν το στρωμένο τραπεζάκι άδειο και βιάστηκαν να κάτσουν.  Ποιος είδε τον κυρ- Θάνο και δεν τον φοβήθηκε! Σηκωτούς τους πήρε από εκεί, μουρμουρίζοντας με αγανάκτηση για τον παραλογισμό των ανθρώπων. Μα καλά δεν βλέπουν; Όπου να ‘ναι θα έρθει... Και πάντα ερχόταν.

 

Μικροκαμωμένος αλλά κοτσονάτος, ο Άρχοντας την είχε την ηλικία του αλλά δεν την έδειχνε. Το ανάστημα της αρχοντιάς του ήταν τεράστιο. Έφτανε μέχρι το ταβάνι. Το ύφος του αυστηρό, ελαφρώς ειρωνικό αλλά και κάπως τρυφερό, όπως οφείλει άλλωστε να είναι το ύφος  ενός άρχοντα. Ο σερβιτόρος στεκόταν δίπλα του σούζα, μέχρι να δοκιμάσει όλα τα πιάτα, κι αφού κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά και του έλεγε «καλό είναι»,  τότε μόνο του άδειαζε τη γωνιά. Μας είχε ψαρώσει απίστευτα.

 

Τα περισσότερα χρόνια υποθέταμε ότι ήταν μέτοχος στην επιχείρηση, θα μπορούσε να είναι και ο ιδιοκτήτης, αλλά ένας ιδιοκτήτης θα χαιρετούσε τους καλούς πελάτες. Βέβαια. Τα  έχουμε μάθει αυτά περί πελατοκεντρικής συμπεριφοράς… αυτός όμως δεν την είχε. Θα μπορούσε να είναι κάποιος σπουδαίος μεγαλοπαράγοντας της παλιάς εποχής, άλλωστε πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι ερχόντουσαν για φαγητό στη Δωρίδα. Και πόσο μας άρεσε αυτό, να βλέπουμε γνωστούς με άγνωστους, διευθυντές και μεγαλοστελέχη να τρώνε δίπλα δίπλα με τους μικροπωλητές της πλατείας Κλαυθμόνος και τους ζητιάνους των Αγίων Θεοδόρων. Αυτός όμως ποιος ήταν; Τι ήταν; Τον κοιτούσαμε, έτοιμοι να τον χαιρετήσουμε αλλά δεν τολμούσαμε. Ποιοι είμαστε εμείς άλλωστε; Δύο αιώνιοι είλωτες σε μισάωρες διακοπές.

 

Μια μέρα θα γράψω ένα μυθιστόρημα με όλους αυτούς εδώ τους χαρακτήρες, έλεγα στο συνάδελφο μου και αρχίζαμε τα σενάρια. Τι κρυβόταν πίσω από το κάθε πρόσωπο; Το παρελθόν τους, τα βίτσια τους, οι συνομωσίες τους… όποτε μπορούσαμε ψαρεύαμε και λίγο.  Πιάναμε λίγο κουβεντούλα στην κυρία Ελένη, η οποία είχε αγανακτήσει από την αυστηρότητα του κυρ-Θάνου. Ο κυρ-Θάνος δεν αγανακτούσε ποτέ. Εκνευριζόταν καμιά φορά με τον εαυτό του, αν ξέχναγε να μας φέρει κάτι ή αν έβαζε λάδι στα χόρτα μου ενώ του είχα εξηγήσει τόσες φορές ότι τα θέλω σκέτα με λεμόνι. Καμιά φορά ξεφεύγαμε και γινόμαστε και λίγο κακούληδες με τον άλλο σερβιτόρο, αλλά όχι για πολύ. Στον άναρχο μικρόκοσμο μας, το βλέμμα του Άρχοντα μας έβαζε σε τάξη. Ακόμα και σε αυτό  το μισάωρο διάλειμμα στην σκλαβιά μας, δεν ήμασταν εντελώς ελεύθεροι.  

 

Ένα μεσημέρι, Απρίλιος του 2012, συνέβη το εξής. Ενώ πήγαμε στην ώρα μας, ο Άρχοντας δεν ήταν εκεί. Το τραπέζι στρωμένο. Παραγγείλαμε, φάγαμε, καθυστερήσαμε λίγο  μήπως και εμφανιστεί αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να φύγουμε. Είχαμε και δουλειά. Ανησυχήσαμε. Λες να του συνέβη κάτι; Την ώρα που ο Κωνσταντίνος πλήρωνε τον κυρ-Θάνο στο ταμείο, ο Άρχοντας μπήκε μέσα. Όταν τον είδα πρέπει να γέλασαν τα πάντα μου. Τον κοίταξα με τέτοια λαχτάρα που τη στιγμή που θα έπρεπε να με προσπεράσει με το γνωστό υπεροπτικό του ύφος, εκείνος άπλωσε το χέρι του και με χτύπησε φιλικά στο μπράτσο.

 

«Τι κάνετε παιδιά;» μας είπε!  Δεν θυμάμαι αν κατάφερα να μιλήσω ή απλά έβγαλα ήχο. Κάτι ακούστηκε αλλά δεν ξέρω ούτε εγώ τι ακριβώς ήταν. Απάντηση, ανακούφιση, πνιγμένος ενθουσιασμός. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο γρήγορα από ποτέ. Ούτε ερωτευμένη δεν είχα νιώσει τέτοια έξαρση. Ο Κωνσταντίνος δεν πήρε καν χαμπάρι. Δεν τον είχε δει καν. Προχώρησε προς την έξοδο, άνοιξε την πόρτα και μου έκανε νόημα «κουνήσου». Καλά, έχεις τρελαθεί; Τον ρώτησα. ΜΑΣ ΧΑΙΡΕΤΗΣΕ Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ, κι εσύ δεν του μίλησες καν! Ξεφώνιζα στην Πραξιτέλους. Πλάκα μου κάνεις; Όχι! Ο Κωνσταντίνος έπιασε με τα δυο του χέρια το κεφάλι του και τα έσυρε σε όλο το πρόσωπο με αγανάκτηση. Δεν το πιστεύω…

 

Λίγα λεπτά αργότερα συνειδητοποιήσαμε πόσο μεγάλη διάσταση είχε πάρει αυτός ο μικρόκοσμος στο κόσμο μας. Μισή ώρα τροφοδοτούσε όλη την ημέρα μας. Η αναμονή πριν, ο χρόνος μας εκεί, η ενέργεια μετά. Οι άνθρωποι. Το φαγητό δεν ήταν η ουσία. Το φαγητό ήταν απλό, δεν ήταν γκουρμέ, ήταν το ίδιο που ήταν πάντα. Φτηνό και τίμιο φαγητό, για απλούς και τίμιους ανθρώπους. Εκεί δεν υπήρχαν ούτε αφεντικά, ούτε προαγωγές, ούτε υστερίες, ούτε λεφτά, ούτε ανταγωνισμός. Πόσο απλά είναι τα πράγματα όταν δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.

 

Την επόμενη μέρα, όταν πήγαμε ο άρχοντας ήταν ήδη εκεί, αλλά το συνηθισμένο μας τραπέζι ήταν πιασμένο. Αναγκαστήκαμε να κάτσουμε έξω, στην αυλή. Τον κοιτάζαμε από απέναντι, σαν καψουρεμένα πιτσιρίκια, σαν τα κοτόπουλα που σε κοιτάνε από το πλάι, έτσι ρίχναμε της κλεφτές ματιές μας.  Λες να γίνουμε αυλικοί; Γιατί όχι; Τόσα χρόνια εδώ μας αξίζει. Κάποια στιγμή μου φάνηκε ότι μου χαμογέλασε. Γύρισα και τον κοίταξα καλύτερα. Τότε εκείνος σήκωσε το χέρι του και μου έκανε νόημα με τα δάχτυλα να τον πλησιάσω. Πετάχτηκα από την καρέκλα και βρέθηκα κοντά στο τραπέζι του.

 

«Έχω πει στην κυρα-Λένη να σας δώσει κάτι, ένα δώρο. Πριν φύγετε να το πάρετε.»

«Ευχαριστούμε πολύ…» δεν πρόλαβα να πω κάτι άλλο, γύρισε το κεφάλι του και συνέχισε το φαγητό του.

Φεύγοντας η κυρία Ελένη μας έδωσε ένα φάκελο. «Αυτό είναι από τον κύριο Φιλιππότη» μας είπε. Φιλιππότης…έτσι τον έλεγαν. Τον ανοίξαμε με λαχτάρα. Βιβλία. Εκδόσεις Φιλιππότη. Στον Κωνσταντίνο χάρισε το Αθηναϊκό Ημερολόγιο, που το είχε γράψει ο ίδιος. Σε μένα της Μ. Βαμβουνάκη, Οι Παλιές Αγάπες Πάνε στο Παράδεισο …και στο εσώφυλλο κάτω από τον τίτλο μου έγραφε χειρόγραφα «…και οι νέες στην κόλαση!»

Γυρίσαμε στο γραφείο τρισευτυχισμένοι. Τα λέγαμε στους συναδέλφους μας κι όλοι είχαν την «so what?» αντίδραση. «Ποιος είναι ο Φιλιππότης, ποια είναι η Βαμβουνάκη, μα καλά πως κάνετε έτσι, βλαμένοι είστε; Ζωή δεν έχετε;»

 

Κι ύστερα ήρθαν οι εκλογές. Πολλές εκλογές, παντού εκλογές γίνονταν.  Κι ενώ όλοι μιλούσαν για πρόοδο και εκσυγχρονισμό και αλλαγές και…και … και… όλα θύμιζαν τον παλιό κακό καιρό, που ένας λαός ολόκληρος ήταν διχασμένος, ακόμα και οικογένειες διαλύονταν για τα πολιτικά.  Η «κρίση» δεν ήταν ποτέ οικονομική. Η  «κρίση» υπήρχε και υπάρχει στην ικανότητα μας να κρίνουμε.  Απλά το φίλτρο αλλάζει.  Και έτσι σε λίγο καιρό μέσα άλλαξαν όλα. Κι εγώ  άλλαξα.  Άρχισα να σκέφτομαι πως κάθε λεπτό μετράει. Πόσο μάλλον τα τριάντα. No more lunch break… Μόνο ως το καινούριο μαγαζάκι που άνοιξε δίπλα απ’ το γραφείο μου πήγαινα, φαγητό σε πακέτο, κι αυτό πολύ μου είναι. Κι αυτή η βόλτα καλή είναι.  Έμαθα να μου αρκεί. Τι κι αν με αγχώνει περισσότερο;  Έμαθα να ζω κι έτσι. Ο άνθρωπος είναι σπουδαίο ζώο. Προσαρμόζεται σε όλες τις συνθήκες.

 

Λέμε τώρα. Γιατί πριν από ένα μήνα περίπου άρχισα να βγάζω προβλήματα. Ταχυκαρδίες, δέκατα, πόνος στο στομάχι, πονοκέφαλος και άλλα πολλά. Η διάγνωση ήταν πάντα η ίδια. Υπερκόπωση. Να σου γράψω τρεις μέρες αναρρωτική; Όχι δεν με παίρνει, έχω project. Μα θα καταρρεύσεις στο τέλος. Αντέχω ακόμα. Τα χάπια σου.   Προχθές όμως κάτι συνέβη. Κατά τις 11 το βράδυ, σηκώθηκα από το γραφείο μου για να μαζέψω τα πράγματα μου να φύγω. Ξαφνικά, ο κόσμος άρχισε να γυρίζει κι η καρδιά μου να τρέχει. Πήγα στο μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό. Αντί να νιώσω καλύτερα, τα πάντα σκοτείνιασαν. Ίσα που πρόλαβα να βγω στο διάδρομο και να ζητήσω βοήθεια.

 

Χθες, είπα τα παρατράγουδα του Κωνσταντίνου.  Μήπως να πάμε ως τη Δωρίδα;  Να ξελαμπικάρεις; Δεν θα αργήσουμε; Όχι. ΟΚ ,πάμε!  Η περίπολος κατηφόρισε με χαρά τη Δραγατσανίου και στο δρόμο συμφωνήσαμε με τον δικό μας τρόπο  για τα όσα θα μιλούσαμε στις μισάωρες διακοπές μας. Στρίψαμε αριστερά στην Πραξιτέλους, διανύσαμε τα δέκα μέτρα μες την τρελή χαρά, κι όταν ο Κωνσταντίνος έβαλε το χέρι του να ανοίξει την πόρτα…ΩΧ! Τι έγινε;  Είναι κλειδωμένα…

 

Καμιά ταμπέλα. Ανακαίνιση; Δεν θα το έγραφαν κάπου; Δεν θα περίμεναν μέχρι τον Αύγουστο να κάνουν τα μερεμέτια τους; Έβαλα τις παλάμες μου στο τζάμι και κόλλησα το κεφάλι μου ανάμεσα τους. Κοίταξα μέσα. Σκοτάδι. Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν ότι ο χώρος ήταν άδειος. Δεν υπήρχαν τα τραπέζια. Δεν υπήρχε καν η βιτρίνα, ούτε ο πάγκος που ήταν το ταμείο. Πήρα απόσταση. Ο φίλος μου δεν τόλμησε να κοιτάξει μέσα. Δαγκώθηκε.

 

Τι σκέφτεσαι; Τι κρίμα. Πόσο παλιό μαγαζί και… χθες ακόμα ήταν γεμάτο. Δεν ήταν χθες. Πως πέρασε έτσι ο καιρός. Ήμασταν τυχεροί που την προλάβαμε. Σκέψου ότι οι νέες γενιές δεν θα ζήσουν ποτέ αυτή την Αθήνα. Και τώρα; Που να είναι τώρα; Ο κυρ-Θάνος, η κυρία Ελένη, που θα τρώει ο Άρχοντας; Ξέρεις τι σκέφτομαι; Τι; Αυτούς τους ανθρώπους, δεν τους χαιρετήσαμε καν….Κι έτσι ξαφνικά, ύστερα από τόσες δεκαετίες, σχεδόν ένα αιώνα, η Δωρίς μας άφησε.  Στην πορεία της εξέλιξης της χώρας, η όμορφη πλευρά της παράδοσης, η αγνή, η απλή και η ειλικρινής πλευρά της Ελλάδας αρχίζει και χάνεται. Και τι μένει; Τι είναι αυτό που εξελίσσουμε τελικά;

 

Γύρισα στο γραφείο γνωρίζοντας πως δεν θα μπορώ ποτέ να γυρίσω στη Δωρίς. Και ας μην πήγαινα τόσο καιρό, πίστευα ότι πάντα θα είχα την επιλογή. Αφού ήταν εκεί πολύ πριν από εμένα, θα είναι εκεί και πολύ μετά από εμένα. Είναι δυνατόν να έπεσε στα χέρια μου η ευθύνη της συντήρησης της; Είναι δυνατόν να ανήκω στην γενιά που πρέπει να αποφασίσει τι θα μείνει και τι θα χαθεί  σε αυτή τη χώρα; Τελικά, μήπως αυτό είναι το χρέος μου;

 

Για την Δωρίδα είναι αργά. Όπως όλες οι παλιές αγάπες πήγε στον παράδεισο. Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι μια συγνώμη και μια φτηνή δικαιολογία.

Κυρ- Θάνο, λυπάμαι που δεν σε στήριξα. Δεν προλάβαινα.