Μια αποτυχημένη προσπάθειά μου να μαγειρέψω φέρνει όλα τα μακαρόνια στο πάτωμα της κουζίνας. Μαζί με το αυτόματο fuck που φλερτάρει με τα χείλη μου- ως φοιτήτρια αγγλικής έχω το δικαίωμα να βρίζω και να σκέφτομαι σαν αμερικανάκι ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω- μια άλλη εικόνα χτυπάει το κεφάλι μου σαν αστραπή: με αυτά τα κοφτά μακαρόνια μας είχαν βάλει στο νηπιαγωγείο να κάνουμε ένα κομπολόι για κάποιον αγαπημένο μας. Εγώ το είχα πάει στον παππού μου φουσκωμένη από περηφάνια και χαρά: και εκείνος στη θέα του, χαμογέλασε με αυτό το γέλιο των μεγάλων που αναγνωρίζουν την αξία που έχει ακόμη και η συλλαβή ενός νεογέννητου, το πήρε στα χέρια του και έπαιξε με αυτό. Γιατί το είχα κάνει εγώ. Και ως γνωστόν για τον παππού «η Μαριάνθη είναι καλύτερη από όλους.»


Τώρα όμως- τα σκέφτομαι αυτά όσο το νερό καίγεται, ενώ τα δικά μου δάκρυα καίνε πιο πολύ στα κατακόκκινα μάγουλά μου- τα πράγματα άλλαξαν. Ο παππούς μου έχει άνοια. Δε ξέρω πόσοι ζείτε με αυτό. Όσοι δεν το έχετε βιώσει να εύχεστε να μην σας τύχει ποτέ. Θα μου πεις, υπάρχουν πολύ χειρότερες περιπτώσεις όπως ο καρκίνος. Στην ταινία «Still Alice» η πρωταγωνίστρια που έπασχε από πρώιμη άνοια, ευχόταν να έχει καρκίνο. Και όλοι γύρω της τη μάλωναν. Η κοινοτοπία των ανθρώπων. Αν με ρωτήσεις δε ξέρω να σου πω τι είναι χειρότερο.


Ο παππούς μου για παράδειγμα δε θυμάται πόσες φορές πλήρωσε το λογαριασμό. Ήπια καφέ; Πώς πάμε σπίτι; Ζει η Μαρίκα του τάδε; Ποια είναι η κοπέλα στην πόρτα; Ή επαναλήψεις του τύπου «Τι φάγατε το μεσημέρι; Μαριάνθη δε μας είπες τι φάγατε, θες να φας μαζί μας;»

 

Αλλά οι ερωτήσεις και τα κενά συνηθίζονται. Κάνεις υπομονή όπως έκανε και εκείνος όταν τον ρωτούσα γιατί οι μαργαρίτες φυτρώνουν μόνο στο πάρκο και όχι μέσα στο σπίτι. Ή ζητούσα ξανά και ξανά κρουασάν.


Το χειρότερο δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω. Το θέμα είναι τι γίνεται όταν αλλάζει, όταν όπως λέγαμε στο μάθημα της έκθεσης «αλλοτριώνεται» ο άνθρωπος. Γίνεται για παράδειγμα, πιο επιθετικός ενώ μια ζωή ήταν ήσυχος και γλυκύτατος. Δε σου μιλάει. Ειδικά εάν έχει προηγηθεί κάτι πριν την εμφάνιση της άνοιας, του τύπου εγκεφαλικό, οι αντιδράσεις του αλλάζουν. Όταν τον πρωτοείδα μετά τη διάγνωση απλά καθόταν στο τραπέζι και έγνεφε. Δεν άντεξα και έφυγα στο σπίτι μου.


Αλλά όπως σε κάθε παραμύθι υπάρχει μια καλή νεράιδα, έτσι και στη ζωή ο Θεός προνοεί και δίνει. Δίνει ανθρώπους σαν τους γονείς μου. Που θα τρέξουν και στις 5 το χάραμα και καθημερινά στις 6 το απόγευμα για να ρυθμίσουν τα χάπια και να τους υπενθυμίσουν το μπάνιο και να τους καθαρίσουν γιατί «είναι μεγάλοι και δε μπορούν». Αλλά η μαμά και ο μπαμπάς μπορούν. Πάντα μπορούσαν να τρέχουν για τους άλλους, πάντα μπορούσαν να κλαίνε πνιχτά στο μπάνιο γιατί «η Μαριάνθη δίνει πανελλήνιες και δεν πρέπει να στενοχωριέται» και φυσικά πάντα μπορούσαν να στήνονται στις ουρές του ΙΚΑ, απλά επειδή οι παππούδες-το λέει και η λέξη- είναι παππούδες. Συνώνυμα δηλαδή της ανημπόριας και της αδυναμίας. Αλλά εκείνοι, οι 'μεγάλοι' με τις δουλειές τους και τα παιδιά τους μπορούν να τα προλαβαίνουν και να τα καταφέρνουν όλα. Και μόνο και μόνο επειδή έμαθαν να αγαπούν πραγματικά. Χριστέ μου, θα μπορέσω ποτέ να φθάσω σε τέτοιο σημείο? Να είμαι τυφλή από αγάπη και απλά να υπηρετώ? Δώσε μου δύναμη να τους μοιάσω.


Το νερό πλέον έχει καεί. Τα μακαρόνια στο πάτωμα. Χμ, αν με έβλεπε ο μπαμπάς θα φώναζε για το πόσο ακατάστατη είμαι. Χαμογελάω στη σκέψη. Στέκομαι για λίγα ακόμη λεπτά και το κοιτάω, αυτό το κομπολόι της ζωής μου. Η μαμά θα τα μάζευε αν ήταν εδώ τώρα. Τόση πολλή αγάπη έχουν μάθει να δίνουν χωρίς να ζητάνε. Αλλά υποψιάζομαι ότι και οι δύο είναι φτιαγμένοι από άλλο υλικό. Από αυτό που φτιάχνονται οι ήρωες.

 


Στη μαμά και στο μπαμπά,
Τεντζεράκη Μαριάνθη