Προσωρινοί επιβάτες αρχαίας γης, απέριττης. Ο Φρίξος,  η Έλλη, η γενιά του Κάδμου, του Οιδίποδα, η γυναίκα του Διστόμου, εσύ, εγώ. Αρβανίτες, Βλάχοι, μετανάστες, όσιοι και άγιοι, προστάτες άγγελοι, απόγονοι των επτακοσίων αφανών Θεσπιέων. Αφανείς και εμείς σε έναν τόπο εξ ονόματος φιλόξενο. Βοιωτία.

 

Τίποτα υπερβολικό, τίποτα ιδιαίτερο, ένα  βράδυ με πανσέληνο, στις όχθες  της αείροης Έρκυνας βάδιζα, με ένα κουτάκι μπύρας, τα άδεια σανδάλια μου και τον λυγμό του πρώτου έρωτα, σε Λα Μείζονα.

 

Θήβα, Δελφοί, Ορχομενός, Αλίαρτος, Λιβαδειά, Πλαταιές, το Κοινό των Βοιωτών, δορυφόροι των Αθηνών, όπου μετοίκησαν τα παιδιά σου, όχι από αναγκαιότητα, μα από νεανική ιδιότητα.

  

Άλλοτε στα έφερνε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και άλλοτε το τρένο. Χρόνο με τον χρόνο άλλαζαν. Μην περιμένεις άλλο μάταια να ξανάρθουν. Ο τόπος, όμως, αιώνια ίδιος. Έτσι και εσύ. Έτσι και η μυρωδιά από τα άδεια παιδικά κρεβάτια τους, που απαρνήθηκαν,

για να τεστάρουν τα αγχωμένα πρέπει τους, να μεθύσουν ζωή και να συγγράψουν τα ενήλικα έπη τους.

 

 Τώρα, στην ανοιχτή πόρτα της αγροικίας σου, περιμένεις  στα μαύρα, με μια χούφτα στάρι, να έρθει  ο άντρας σου από τα χωράφια που, πάντοτε υπήρξαν το παλκοσένικο  της  ανεγχείρητης αν και καρποφόρας ζωής σου. Προσεχώς και του τέλους σου.

 

 
 

 

Σκεπάζεις με μια πετσέτα το φαγητό, να μην κρυώσει και πετάς ψίχουλα ψωμιού στα μυρμήγκια, τους νοικοκύρηδες της φύσης. Θρυμματίζεις την ψίχα για να τα χορτάσεις, ελπίζοντας να σεβαστούν και αυτά, την θαμμένη μνήμη εκείνων που δεν γύρισαν πίσω.

 

Οι νοικοκυρές της πάνω γειτονιάς ξεπροβάλλουν  σαν θίασος από συγχρονισμένες μπαλαρίνες, που στα χέρια κρατούν μάνικες και ξεπλένουν τη ρουτίνα ενός ακόμα απογεύματος. Τα κουτσομπολιά ρέουν μέχρι τα φρεάτια, όπως τα δάκρια στα βρώμικα μάγουλα ενός τσιγγανόπουλου που  μοιρολογεί  αντικρίζοντας τον χαρταετό του  να καίγεται στα  ηλεκτροφόρα σύρματα. Στις παρυφές του δρόμου,  παρέα με τον πεινασμένο σκύλο του, που  σκότωσε εχθές κάποιος διερχόμενος που άκουγε κλαρίνα.

 

Νεοελληνική εικονογράφηση ενός επαναλαμβανόμενου δράματος, ίσως και θαύματος, σε ανθρώπινη κλίμακα. Παραδοσιακά στερεότυπα, τα ίδια πάντα θύματα σαν σύννεφα που παίρνουν αλλόκοτα σχήματα, σαν εσένα και εμένα που γελάμε και πονάμε με το ίδιο τίποτα. Πώς να στο εξηγήσω;

 

Στην άλλη άκρη του λεκανοπεδίου, στην αντήχηση των εσπερινών ο Ησίοδος  ψάλει λαϊκές ραψωδίες, ανάμεσα σε  προγονικά ερείπια, βυζαντινούς ναούς, τσουβάλια με λιπάσματα, αυλές με μπετόν και σύρμα, που  θα παίξουν τα εγγόνια σου κρυφτό, πριν κρυφτούν και αυτά  για πάντα, όπως όλοι μας, άλλωστε, στα  βάθη μιας γης γεμάτης με «ζωντανά» αγάλματα.

 

Μαζί με τα αστέρια θα ανάψουν και τα φώτα των χωριών στις πλαγιές του Ελικώνα, τα καντήλια στις όχθες των δρόμων, στο Μαντείο της Πυθίας και στους  στολισμένους με καρεδάκια, αποροφητήρες  των μανάδων μας.

  

Τα χρώματα θα κοιμηθούν και  οι γρύλοι του κάμπου θα άδουν λαίμαργα, τις ιστορίες μιας ακόμη μέρας που έφυγε, αν ποτέ ήρθε.

 

Οι  νεκροί πολεμιστές θα εναποθέσουν τα δόρατα και οι εργάτες  τα φτυάρια, με στεναγμό ανακούφισης, υπό τους ήχους  της παρήχησης, των ρεπορτάζ των τοπικών  δελτίων, των νεανικών εξατμίσεων που κατεβαίνουν στην πιάτσα, των χωρίς ρίμα ρήσεων που αναπαράγει, εδώ και αιώνες, η  ράτσα.

  

Οι αγρότες θα γυρίσουν, λίγο αργότερα,  με τα πάμφωτα φορτηγά τους, γεμάτα  βρώσιμα τρόπαια, και τα παπούτσια λασπωμένα από τις σάρκες των παππούδων τους που γίναν χώμα, σε κάποια μάχη άνιση και τώρα ζουν σαν μύθοι ή ψίθυροι, στα τοπικά καφενεία, γύρω από ξυλόσομπες, πλαστικές καρέκλες  και λάβαρα του Λεβαδειακού.

  

Αιώνες πριν, αιώνες μετά. Προσωρινοί επιβάτες αρχαίας γης, καρποφόρα απέριττης, περιμένουμε ξεχασμένοι  στο πρακτορείο, με τις ίδιες γεμάτες βαλίτσες, ένα ταξίδι που ποτέ δεν προλάβαμε. Εσύ και εγώ και ο τόπος μας και τα αδέλφια μας, τα αείζωα ποτάμια, που ρέουν και θα  ρέουν λυτρωτικά και φιλάνθρωπα, όπως και όσες λέξεις  μείναν  εκτός ποιήματος αν και ήταν συναίσθημα.

  

Είχα και άλλα να σου πω μα το νυχτερινό προσκλητήριο της μάνας αντηχεί μέσα μου όπως η μυρωδιά ενός κομμένου από τα δάκτυλά  της νυχτολούλουδου. Πρέπει να γυρίσω σπίτι! Τι εννοείς δεν μπορώ; Με περιμένει. Ξημερώνει Δεκαπενταύγουστος. Θα περάσω να πάρω την βαλίτσα, του χρόνου πάλι.